-Ούτε δέκα λεπτά δεν έχει που τα άνοιξε. Αν βιάζεσαι πάντως...
-Άσε, παμπόνηρε. Κάθε χρόνο τα ίδια. Δεν...
βαρέθηκες; Μαζί θα φύγουμε, είπε κοφτά και έσπρωξε την πόρτα του δωματίου της.Η Ηλιόχαρη μόλις είχε πληρώσει τους τελευταίους λογαριασμούς στο laptop και είχε σηκωθεί από το γραφείο. Βρισκόταν πίσω από την πόρτα, την ώρα που άνοιγε.
-Περάστε, τους είπε. Κουραμπιέδες, μελομακάρονα και δίπλες έχουμε. Πάω στην κουζίνα να φέρω. Μην αρπαχτείτε μέχρι να έρθω, είπε κοιτώντας πότε το αγγελάκι ποτέ το διαβολάκι.
Κάθε χρόνο το ίδιο τελετουργικό. Το αγγελάκι και το διαβολάκι, που είχε παρέα από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, έδιναν τη θέση τους σε ένα ξωτικό του Άγιου Βασίλη και έναν καλικάντζαρο. Μετά τις γιορτές, επέστρεφαν. Εκείνη τα έπαιρνε παντού μαζί της. Ήξερε πως δεν τα έβλεπε κανένας άλλος. Της πήρε λίγο καιρό για να καταφέρει να μη γελάει, όταν τα έβλεπε να στέκονται δίπλα σε άλλους ανθρώπους και να τους μιμούνται με γκριμάτσες. Έπρεπε να προσέχει, γιατί αν ήθελε να τα έχει κοντά της, δε γινόταν να φανερώσει την παρουσία τους στους άλλους.
Όταν έμαθε να συγκρατεί το γέλιο της, έκανε μια συμφωνία μαζί τους. Σε κάθε απόφαση που θα έπαιρνε, μπορούσε, αν ήθελε, να ζητήσει τις συμβουλές τους και να ακολουθήσει οποία συμβουλή εμπιστευόταν. Και αυτό έκανε αρκετά συχνά. Άκουγε, αποφάσιζε και σιγά-σιγά μάθαινε τον εαυτό της και τους άλλους ανθρώπους.
-Ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί μας ρωτάς και τους δύο, αφού εμένα δεν με ακούς σχεδόν ποτέ, είπε το διαβολάκι, μασουλώντας την τελευταία μπουκιά του μελομακάρονου.
-Αλήθεια, συμπληρώνει το αγγελάκι. Γιατί δεν τον διώχνεις; Με αυτά που κάνεις, κατάντησα να έχω τις ίδιες απορίες με αυτόν και να του δίνω και δίκιο, μέρες που ‘ναι. Θα το μάθουν οι Αρχάγγελοι και θα βρω μπελά.
-Γιατί αυτό συμφωνησαμε, να σας ρωτάω και τους δυο. Το ξεχάσατε; Και γιατί όταν η Λίτσα στο δημοτικό κορόιδευε τον Γιώργο και τον φώναζε Σπαθένιο, έπρεπε να βάλει μυαλό. Μαζί μου ήθελε να βλέπει στην τηλεόραση τα λαστιχένια αρκουδάκια, όχι μαζί της. Η λύση τότε δεν ήταν να μην της δώσουμε σημασία, είπε κοιτώντας αυστηρά το αγγελάκι.
Μόλις τελείωσε τη φράση της, ένα ξωτικό και ένας καλικάντζαρος προσγειώθηκαν στο πάτωμα, μπαίνοντας από το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου.
-Καλησπέρα, είμαι ο Pepper Minstix, είπε το ξωτικό, μόλις σηκώθηκε όρθιο.
-Καλησπέρα, είμαι ο Mαλαγάνας, είπε και ο καλικάντζαρος
-Άντε, αλλαγή βάρδιας, είπε το αγγελάκι στο διαβολάκι, αναχωρούμε.
Με ένα σάλτο βρέθηκαν έξω από το παράθυρο και εξαφανίστηκαν στο σκοτάδι. Η Ηλιόχαρη έμεινε για λίγο σκεφτική. Τι ήθελαν και της θύμισαν τον Σπαθένιο; Είχε να τον δει από το δημοτικό. Στο γυμνάσιο χάθηκαν, η οικογένεια του μετακόμισε σε άλλη πόλη. Ούτε αργότερα τον έψαξε. Στα φοιτητικά της χρόνια γέμισε η ζωή της καινούργιους ανθρώπους και αμέσως μετά, βρήκε δουλειά στην πόλη που σπούδασε. Ούτε της πέρασε από το μυαλό να επιστρέψει σε παλιά μέρη και ανθρώπους. Τα καλύτερα ένιωθε να είναι πάντα μπροστά της και η πραγματικότητα συνεχώς την δικαίωνε.
-Τι θα κάνουμε απόψε, πριγκίπισσα Ηλιόχαρη; ρώτησε ο καλικάντζαρος
-Άσε τις μαλαγανιές βρε, ακόμη δεν ήρθες, είπε και τους έφερε τα γλυκά τους. Μελομακάρονα δε θέλεις; Πάρε. Μία τελευταία βόλτα στην πόλη θα κάνουμε. Αύριο έχω ταξίδι, θα πάω να κάνω γιορτές με τους δικούς μου, είπε και τους έδειξε τη βαλίτσα που είχε ετοιμάσει.
-Ε τότε μία βόλτα επιβάλλεται, είπε ο Pepper Minstix. Επίσκεψη στο σόι είναι αυτή, δεν ξέρουμε αν θα βγει σε καλό. Εκτός αν...
-Τι εκτός αν; ρώτησε η Ηλιόχαρη.
-Τίποτα, πάμε τη βόλτα μας.
Η Ηλιόχαρη και οι δυο αόρατοι φίλοι της βγήκαν και άρχισαν να περπατούν στους δρόμους της στολισμένης πόλης. Σε αντίθεση με άλλες χρονιές, αυτή τη φορά, η Ηλιόχαρη δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Ήξερε ότι οι συγγενείς της δεν είχαν χωνέψει την απόφασή της να μη γυρίσει στα μέρη της. Νόμιζαν ότι θα ακολουθούσε το δρόμο όσων σπούδασαν και επέστρεψαν. Ήταν οι πρώτες γιορτές που θα περνούσε μαζί τους, χωρίς να είναι πια φοιτήτρια. Θα έπρεπε να τους αντιμετωπίσει.
Στο μεταξύ, ο Μαλαγάνας γλυκοκοίταζε τις βιτρίνες όποτε περνούσαν μπροστά από κάβα. Η Ηλιόχαρη το πρόσεξε και έστριψε για να γυρίσουν σπίτι. Ο Pepper σχεδόν χαμογέλασε όταν το είδε. Μετά από λίγο, βρέθηκαν να γεμίζουν τα ποτήρια τους με ό,τι κρασί είχε το ψυγείο της. Ο Μαλαγάνας νύσταξε πρώτος. Τον έβαλαν για ύπνο και ανέβηκαν στην ταράτσα. Το ξωτικό έδειξε στην Ηλιόχαρη ένα σύννεφο που κατέβηκε μπροστά τους.
-Αν σου πω ότι μπορείς να δεις την οικογένειά σου χωρίς να σου χαλάσουν τις γιορτές, θα ανέβεις μαζί μου στο σύννεφο; τη ρώτησε χαμογελώντας.
Η Ηλιόχαρη ανέβηκε στο σύννεφο. Αμέσως, ένα ιπτάμενο έλκηθρο σταμάτησε μπροστά τους. Ο οδηγός τής φάνηκε γνωστός.
-Καλησπέρα. Είμαι ο Σπαθένιος, συστήθηκε κοιτώντας την Ηλιόχαρη. Φέτος, θα βοηθήσω τον Άγιο Βασίλη να μοιράσει δώρα. Θέλεις να γίνεις ο δεύτερος βοηθός;
Το παραμυθάκι αυτό είναι η συμμετοχή μου στον Χριστουγεννιάτικο διαγωνισμό του περιοδικού Story wits. Η φωτογραφία είναι πολλές φωτογραφίες μαζί που τράβηξα στη Φωκίωνος Νέγρη τον Ιούλιο του 2021.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου