Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Στο καστρόμπαρο του Πάρη

            Ο Πάρης είδε τον τελευταίο πελάτη να κλείνει την πόρτα πίσω του. «Θα τον βρει το δρόμο για το σπίτι;» αναρωτήθηκε. Πήγε στην πόρτα και τον κοίταζε να περνάει απέναντι. Αφού τα κατάφερε, όλα καλά, δύο βήματα ήταν μέχρι την είσοδο του σπιτιού του. Μόλις τον είδε να μπαίνει, γύρισε να συμμαζέψει. Έβαλε στο YouTube Γουάιλον Τζένινγκς. Με κάντρυ μουσική τελείωνε κάθε βράδυ του. Είχε tempo και αυτό τον βοηθούσε να...

κάνει τις τελευταίες δουλειές πιο γρήγορα, παρά την κούρασή του. 

            Κοίταξε τα μπουκάλια και τα ποτήρια που έπρεπε να μαζέψει από τα τραπέζια. Μετέφερε τα ποτήρια ενός τραπεζιού στο διπλανό. Άνοιξε μία Μακ Φάρλαντ και άραξε να ακούσει μουσική. Δεν πειράζει, θα μάζευε λίγο αργότερα. Με κάθε γουλιά που έπινε, κοίταζε έξω από την τζαμαρία της πόρτας. Σκεφτόταν το καλοκαίρι που πλησίαζε. Μαζί με αυτό πλησίαζαν και οι πανελλήνιες. Δεν τον αφορούσαν πια, αλλά τις θυμόταν με μελαγχολία. Πάντα του άρεσε η Ιστορία. Και παρόλο που αυτό κατέληξε να σπουδάζει, πάντα τον βάραινε η πίκρα που ένιωθε ότι είχε δώσει στον πατέρα του.

            Οφθαλμίατρος εκείνος, πολύ γνωστός στη Θεσσαλονίκη ήλπιζε ότι τα δίδυμα του, ο Πάρης και η Γλαύκη θα τον διαδεχόταν στη δουλειά του. Στην πορεία είδε ότι ο Πάρης θα δυσκολευόταν αρκετά να ανταπεξέλθει στις προσδοκίες του. Κάτι η πειθαρχία που του έλειπε, κάτι η τάση του για λιποθυμία όποτε έβλεπε αίμα, η αλλαγή πλεύσης ήταν μονόδρομος. Ο Πάρης στενοχωρήθηκε, παρόλο που η κατάσταση μόνη της του άνοιξε το δρόμο για να σπουδάσει αυτό που αγαπούσε. Είχε σκοπό να το προσπαθήσει με την Ιατρική για να ευχαριστήσει τον πατέρα του. Ευτυχώς η Γλαύκη ήταν αποφασισμένη και οι ισορροπίες στη οικογένεια παρέμειναν. Με την πρώτη προσπάθεια, τα δύο αδέρφια πέρασαν στις σχολές που ήθελαν και έτσι ξεκίνησε η φοιτητική τους ζωή.

            Η δεύτερη φορά που ο Πάρης άλλαξε ρότα ήρθε λίγο πριν πάρει το πτυχίο του από το Ιστορικό. Ένα μάθημα του είχε μείνει, ένα και φαρμακερό και ο καθηγητής του γνωστός με το παρατσούκλι Πέλεκυς. Όταν ήταν ψάρακας πρωτοετής και άκουσε τις φήμες για αυτόν, νόμιζε ότι επρόκειτο για υπερβολές. «Επτά άτομα θα περάσετε σήμερα», έλεγε αντί για καλημέρα μόλις έμπαινε στο αμφιθέατρο. Αυτό γινόταν σε κάθε εξέταση. «Αν είχε φωνή η υπεροψία, έτσι θα ήταν», σκέφτηκε, όταν ήρθε η σειρά του να το ζήσει. 

            Κόπηκε το καλοκαίρι, κόπηκε και στην εξεταστική του Σεπτέμβρη, διπλός πέλεκυς. Μόλις το έμαθε, γύρισε στο σπίτι και κοιμόταν δύο μέρες. Είχε φάει πόρτα από την Ιατρική και το Ιστορικό και στα είκοσι δύο του έβλεπε τις ικανότητές του και τις προσπάθειες του να πηγαίνουν στο βρόντο. «Θα το κάνω μπαράκι», μουρμούρισε, ενώ η οικογένεια έτρωγε σιωπηλή το μεσημεριανό της. «Εντάξει αγόρι μου», είπε ο πατέρας του, όταν κατάλαβε ότι εννοούσε το ισόγειο που του είχαν αγοράσει πριν λίγα χρόνια.

            Λίγες μέρες μετά, άρχισαν να ετοιμάζουν το χώρο. Παρόλο που όλοι είχαν στενοχωρηθεί για την ατυχία του Πάρη, οι προετοιμασίες τούς είχαν φτιάξει το κέφι. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν τα γκράφιτι στους τοίχους της πρόσοψης, που έκαναν το μπαράκι να μοιάζει με κάστρο. Οι φίλες της Γλαύκης από τη Σχολή Καλών Τεχνών το έκαναν το θαύμα τους. Μέσα σε λίγο καιρό το «Καστρόμπαρο του Πάρη» είχε εγκαίνια και ο Πάρης άρχισε να χαράζει καινούργια πορεία.

            Το μπουκάλι της μπύρας είχε μισοαδειάσει. Ο Πάρης το κοίταζε και σκεφτόταν τη στάση του πατέρα του όλα αυτά τα χρόνια. Για καιρό νόμιζε ότι τον είχε απογοητεύσει με τις αποτυχίες του. Όταν τον είδε χαρούμενο στα εγκαίνια, κατάλαβε ότι αυτό που τον βάραινε ήταν η αδυναμία του να τον βοηθήσει κάθε φορά που οι δρόμοι έκλειναν. Ποτέ δεν του είχε σταθεί εμπόδιο, ούτε όταν αποφάσισε να ανοίξει το μπαράκι. Ο μόνος όρος που του έθεσε ήταν να δίνει το τελευταίο μάθημα σε κάθε εξεταστική μέχρι να το περάσει. Κι εκείνος δέχτηκε.

            Όταν τελείωσε την μπύρα, σηκώθηκε, μάζεψε τα βρώμικα ποτήρια και τα πήγε στο νεροχύτη. Τα άδεια μπουκάλια τα έβαλε σε μία σακούλα για να τα πάει στην ανακύκλωση. Η μπύρα όμως έρεε άφθονη στο αίμα του, μια και δεν είχε πιει μόνο μία, και έτσι δεν τον άφησε να βγάλει τα μπουκάλια έξω. Έτρεξε βιαστικά προς την τουαλέτα, ακούμπησε τη σακούλα στον τοίχο δίπλα στην πόρτα και μπήκε μέσα χωρίς καν να προλάβει να ανάψει το φως. Προσπαθούσε να σημαδέψει μέσα στο σκοτάδι και ξαφνικά ξέσπασε σε γέλια. Έφταιγαν οι μπύρες; Έφταιγε το χιούμορ της πρώην του για την αδυναμία των ανδρών να σημαδέψουν τη λεκάνη ακόμη και με αναμμένο το φως; Ό,τι και να έφταιγε, καιρό είχε να γελάσει έτσι.

            Βγήκε από την τουαλέτα ανακουφισμένος και πήρε τη σακούλα. Πριν κάνει το πρώτο βήμα, συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσαν έξι ζευγάρια μάτια. Μία παρέα από τρεις άντρες και τρεις γυναίκες κάθονταν στα σκαμπό μπροστά στην μπάρα και πότε τον κοίταζαν, πότε περιεργάζονταν το χώρο. «Πρέπει να το παράκανα με τα ξίδια, ούτε που τους άκουσα να μπαίνουν», σκέφτηκε, ενώ κοιτούσε τα ρούχα τους και αναρωτιόταν αν γινόταν εκεί γύρω κανένα πάρτι cosplay με θέμα την αρχαία Ελλάδα. 

            -Καλησπέρα. Τι θα πιείτε; ρώτησε μετά από λίγη ώρα σιωπής.

            -Κάτσε να σου πω, πήρε θάρρος μία από τις τρεις γυναίκες, η πιο μυώδης με το αγριεμένο μάτι. Θα μας φέρεις τρία μπουκάλια από αυτό που έπινες πριν έρθουμε μέσα, είπε δείχνοντας τον εαυτό της και τις άλλες δύο γυναίκες. Για τους άντρες κόκκινο κρασί. Αλλά θα φέρεις και νερό για να το αραιώσουν. Α, περίμενε, συνέχισε, μόλις είδε τον νεαρότερο από τους άντρες να ετοιμάζεται να μιλήσει. Και για το παλικάρι από εδώ κάτι που να μη μεθάει. Το αγοράκι δεν πίνει, είναι από αυτούς τους Ναζηραίους, αν έχεις ακουστά.

            «Πόσο κουδούνι έχω γίνει, Βαγγελίστρα μου, τι είναι αυτά που ακούω;»  αναρωτιόταν, ενώ άνοιγε τις μπύρες μπροστά στις γυναίκες. Μετά, έφερε και δύο ποτήρια κρασί μαζί με δύο μπουκαλάκια νερό και ετοίμασε και έναν χυμό ανάμεικτο. Όσο η παρέα έπινε, ο ίδιος προσπαθούσε να δείχνει απασχολημένος, για να μη νιώθουν ότι τους παρακολουθεί και να αρχίσουν να μιλάνε. Μάζευε τα υπόλοιπα ποτήρια, καθάριζε με μία πετσέτα τις επιφάνειες των τραπεζιών και ταυτόχρονα έριχνε κλεφτές ματιές για να ψυχολογήσει την ουρανοκατέβατη παρέα. Αυτή που μίλησε, φαινόταν ο τύπος που θα κυβερνούσε στρατό ή στόλο. Το "μεταλλικό" της ντύσιμο, ο τόνος της φωνής της, το βλέμμα της, όλα. Ούτε ο Ναζηραίος δεν του έδινε τέτοια αίσθηση, και ας ήταν πιο ψηλός και ογκώδης. Σαν να ήταν πιο εκπαιδευμένος στην υπακοή. Κάποια ονόματα του έρχονταν για αυτούς τους δύο, αλλά προτιμούσε να τους ακούσει να συζητούν, παρά να αρχίσει τις ερωτήσεις. Εδώ δεν είχε καταλάβει καλά καλά τι συνέβαινε, μάλλον λάθος πράγματα θα τους ρωτούσε.

            Οι άλλες δύο γυναίκες ήταν πιο διακριτικές παρουσίες. Χαζές δεν θα τις έλεγε, ήταν όμως πιο χαμηλών τόνων. Η μία ήταν αναμφίβολα η κοκέτα που θα τραβούσε τα βλέμματα και μάλιστα επεδίωκε να το τονίζει αυτό. Όχι γιατί δεν είχε κάτι παραπάνω να δείξει. Ίσα ίσα, είχε πολλά πέρα από τη βιτρίνα της, αλλά τα είχε κρυμμένα σαν να ήταν το μυστικό της όπλο. Η άλλη πάλι έκανε άλλου είδους αντιπερισπασμό. Ο ψιλόλιγνος σωματότυπος της την έκανε να μοιάζει με αγόρι λίγο μετά την εφηβεία. Αυτό μαζί με το σωστό ντύσιμο, της επέτρεπε να κινείται σε χώρους με άντρες χωρίς να γίνεται αντιληπτό ότι είναι γυναίκα.

            Καθώς κοίταζε τους δύο ηλικιωμένους που κάθονταν δίπλα στον Ναζηραίο, άκουσε τον έναν να ρωτά:

            -Πού είναι κρυμμένοι οι μουσικοί;

            -Πουθενά, απάντησε ο Πάρης και έφερε το laptop πάνω στην μπάρα.

            Αφού παρακολούθησαν έκπληκτοι μερικά τραγούδια στο YouTube, στράφηκε η ψηλόλιγνη γυναίκα προς τον Ναζηραίο και του είπε:

            -Τελικά μια χαρά μας ήρθε το ταξίδι που μας κανόνισαν ο Θεός σου και ο Δίας. Και γιατρό για τα μάτια σου βρήκαμε και ένα σωρό πράγματα είδαμε. Θα γυρίσουμε ο καθένας στα χρόνια του και θα έχουμε να λέμε ιστορίες. Χώρια την πλάκα που θα πάθουν οι Φιλισταίοι, όταν καταλάβουν ότι βλέπεις καλύτερα και από κουκουβάγια τη νύχτα.

            «Ώπα», σκέφτηκε ο Πάρης, «σαν να λύθηκαν οι γλώσσες. Για να δούμε». Έβγαλε από την τσέπη του το κινητό και μπήκε στο Instagram. Έγραψε «Σαμψών» στην αναζήτηση. Πρώτο προφίλ ένα που του είχε στείλει μία φίλη του δύο μέρες νωρίτερα για να ρωτήσει τη γνώμη του για την καινούρια ανακάλυψη της. Το προφίλ ήταν λίγων ημερών και είχε καμιά εικοσαριά φωτογραφίες. Είδε τον Ναζηραίο σε διάφορες λήψεις, πιθανότατα όλες εν αγνοία του.

            -Συγνώμη, γνωρίζετε κάτι για αυτό; ρώτησε δείχνοντάς του το προφίλ.

            -Τι είναι όλα αυτά; ρώτησε μπερδεμένος.

            Προφανώς κάποιος τον είχε πάρει στο κατόπι και τον φωτογράφιζε με το κινητό του από απόσταση. Ο Πάρης του εξήγησε τι πίστευε πως είχε συμβεί• ο άλλος δεν φάνηκε να το διασκεδάζει και άρχισε να αγριεύει. Και πώς να του έλεγε τώρα ότι δεν κατάλαβε καλά; Τι ήταν, μεθυσμένος; Από τι, από τον ανάμεικτο χυμό; Κάπως έπρεπε να αλλάξει θέμα.

            -Συγνώμη, ρώτησε στρέφοντας το βλέμμα στην υπόλοιπη παρέα, ταξιδέψατε όλοι μαζί στο χρόνο για να βρείτε γιατρό;

            -Ναι, για τα μάτια του, απάντησε η ψιλόλιγνη. Μας είπαν οι θεοί ότι στους καιρούς που θα έρθουν οι γιατροί θα κάνουν θαύματα. Κι αντί να περιμένουμε τους καιρούς να έρθουν, ήρθαμε εμείς.

            -Όπως τα λέει η Αγνοδίκη, συνέχισε ένας από τους ηλικιωμένους.

            -Το ονοματάκι σας; ρώτησε ο Πάρης για να συμπληρώσει το παζλ.

            -Ο Σωκράτης με τη μαιευτική που μάθατε στο σχολείο. Βέβαια άλλη μαιευτική η δική μου, άλλη της κοπελιάς.

            -Συγνώμη, γιατί δεν καταλαβαίνω τίποτα. Νόμιζα ότι η ζημιά που έκαναν οι Φιλισταίοι στα μάτια του ήταν ανεπανόρθωτη, έτσι είχα διαβάσει.

            -Ωχ και εσύ καημένε, του απάντησε η πολεμίστρια. Ιστορίες γραμμένες από άντρες διάβασες, τι περίμενες; Χωρίς υπερβολές και ψέματα θα ήτανε; Δεν ξέρω τι χούγια έχετε μετά από τόσους αιώνες, αλλά εμείς παλιά στην Αλικαρνασσό είχαμε να το λέμε. Βάλε άντρα να σου πει ιστορίες για μάχες ή για γυναίκες και κράτα το ένα πέμπτο από ό,τι ακούσεις. Όταν ήρθε και η ώρα μου να αναλάβω το στόλο, εκεί έμαθα πού μπορεί να φτάσει η φαντασία σας, είπε και ήπιε μία γουλιά μπύρα ακόμη.

            -Αρτεμισία; ρώτησε σοκαρισμένος ο Πάρης.

            -Ναι, αυτή είμαι. Και για να ξεμπερδευτείς, κάτσε να το πιάσουμε από την αρχή. Την Αγνοδίκη και εμένα μας έμαθες. Η κοπέλα από δω είναι η Ασπασία. Ναι, αυτή που κατάλαβες. Και πάμε στα αγόρια. Σωκράτης, Σαμψών κι ο τριχωτός κυριούλης με τα περίεργα αυτιά είναι ο Μαρσύας, που είχε κάτι κόντρες με τον Απόλλωνα. Να δω λιγάκι αυτό που κρατάς;

              Ο Πάρης άπλωσε το χέρι διστακτικά και η Αρτεμισία τού πήρε το κινητό και άρχισε να σκρολάρει, όπως τον είδε να κάνει πριν λίγο.

            -Χμ, για να δούμε. Καλέ, μια χαρά φαίνεσαι εδώ, είπε στον Σαμψών. Και σου γράφουνε και διάφορα, για άκου. «Δεν είσαι κριτής εσύ, αγόρι μου, έργο τέχνης είσαι», «πες μου σε ποιο γυμναστήριο πας και ιδρώνεις», «τι σαμπουάν παίρνεις να στα αγοράζω χονδρική και να σε κάνω και delivery». Να διαβάσω κι άλλα;

            -Μήπως να μου το επιστρέφατε; ρώτησε ανήσυχος ο Πάρης, που έβλεπε το μάτι του Ναζηραίου να γυαλίζει και την κατάσταση να γίνεται ανεξέλεγκτη.

            Στο μεταξύ, ο Μαρσύας είχε βρει το τηλεκοντρόλ και πατούσε κουμπάκια στην τύχη. Όταν κατάφερε και άνοιξε την τηλεόραση, έπεσε πάνω σε ένα μουσικό reality show και οι φωνές ήταν ό,τι χειρότερο. Άρχισε να χορεύει μισομεθυσμένος γύρω από την Ασπασία κι εκείνη άρχισε να γελάει. Στο τέλος, αφού ζαλίστηκε, κρατήθηκε από την μπάρα, έπιασε το τηλεκοντρόλ και προσπαθούσε να κλείσει την τηλεόραση, λέγοντας «καλύτερα να με ξαναγδάρει ο Απόλλωνας παρά να τους ακούσω κι άλλο».

            Ο Πάρης προσπαθούσε να μιλήσει και δεν μπορούσε, η φωνή πλέον δεν έβγαινε. Κοίταζε το πρόσωπο του καθενός και το έβλεπε διπλό. Οι εικόνες γύρω του γίνονταν όλο και πιο θολές, μέχρι που σκοτείνιασαν όλα και σωριάστηκε στο πάτωμα. Ούτε κατάλαβε πόση ώρα έμεινε αναίσθητος. Ξύπνησε από τα σκουντήματα της ξαδέρφης του της Εύας, της νοσηλεύτριας που είχε εφημερία στο νοσοκομείο λίγα τετράγωνα πιο πέρα.

            -Καλά είμαι, μαρή, μη σκουντάς, πού πήγαν όλοι;

            -Ποιοι όλοι, βρε χαμένο; Μόνος σου είσαι.

            -Μόνος μου; Κι εσένα ποιος σε φώναξε; ρώτησε κοιτώντας γύρω του.

            -Α, δε θα σου πω. Πρώτα θα μου πεις τι υπερπαραγωγή είδες στον ύπνο σου και μετά. Το Βόσπορο ήπιες πάλι, ε;

            Ο Πάρης ξάπλωσε ανάσκελα, έπιασε με τα χέρια του το μέτωπό του κι άρχισε να γελάει. Η Εύα του έδωσε ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο.

            -Πιες, τρομάρα σου, μπας και βρούμε άκρη. Λοιπόν, επειδή σαν να συνέρχεσαι κι επειδή πρέπει κι εγώ να γυρίσω στο νοσοκομείο, μάντεψε, του είπε σχεδόν χαμογελώντας. Ποιος είδε πριν λίγο το Χάρο με τα μάτια σε τροχαίο και μας τον παρκάρανε στο νοσοκομείο με σπασμένα πόδια;

            -Εεεε, τι θα κερδίσω αν το βρω; ρώτησε, γιατί δεν είχε καταλάβει ακόμη πού πήγαινε η κουβέντα.

            -Μπα τίποτα, μόνο ένα πτυχίο από το Ιστορικό. Σύνελθε ρε, μη βουτήξω κανένα τσεκούρι και σε... πελεκήσω! Παίρνεις πτυχίο λέμε! Α, δε χαμπαριάζεις εσύ. Λοιπόν, κλειδώνεις μαγαζί και έρχεσαι μαζί μου.

            -Στο νοσοκομείο;

            -Ναι, του απάντησε κοφτά, βούτηξε το κινητό του και πήρε το 166. Θα έρθεις, θα σε εξετάσουν γιατί δεν ξέρω και πόσο ήπιες, και ευκαιρία να μου πεις τι ιστορική ταινία είδες, μέχρι να έρθω και να αρχίσω να σε σκουντάω.Ναι, παρακαλώ, ΕΚΑΒ εκεί; Εδώ χρειαζόμαστε ασθενοφόρο.



Το διήγημα αυτό ήταν η συμμετοχή μου στον 11ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2022 που διοργάνωσε η UNESCO  και απέσπασε έπαινο στην κατηγορία "Παιδικό - Νεανικό Διήγημα". Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2022 στην κάβα Tales of Ales στο Μοναστηράκι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου