"Τζέιντα" έγραψε αυτή τη φορά η σταγόνα στην κορυφή του παπύρου. Αυτό θα ήταν η αρχή, τη συνέχεια θα την έγραφε ο Θέρελιν, όταν το κόκκινο του αίματος θα γινόταν γαλάζιο, το γαλάζιο τις λύσης και της ηρεμίας. Κάθε όνομα τού φανέρωνε ένα παιδί που είχαν αιχμαλωτίσει οι δαίμονες του Τάγματος των Βάλμιροχ και το είχαν μεταφέρει σε άλλη εποχή, ταξιδεύοντας στο χρόνο. Οι Βάλμιροχ, οι προαιώνιοι εχθροί των Χίμμελκαϊ, ήταν ο λόγος που κανένα παιδί μέχρι την ηλικία των δυο ετών δεν έπρεπε να μένει μόνο του. Κάθε Χίμμελκαϊ που μεγάλωνε μαζί με τους δικούς του σταματούσε να είναι ευάλωτος μόλις συμπλήρωνε τα δύο έτη. Η φωτεινή ασπίδα που σχηματιζόταν από τη λάμψη των ματιών του, κρατούσε το σκοτάδι τον Βάλμιροχ μακριά. Έτσι, η μόνη πιθανότητα να νικήσουν οι Βάλμιροχ το φως των Χίμμελκαϊ ήταν να πλησιάσουν έναν από αυτούς πριν το φως τους δυναμώσει.
Οι δαίμονες όμως παραμόνευαν για να αδράξουν κάθε ευκαιρία. Και κάποιες φορές τα κατάφερναν. Όποτε έβρισκαν μόνο κάποιο μικρό Χίμμελκαϊ, πριν οι μεγαλύτεροι του μεταγγίσουν με την παρουσία τους στη φωτεινή τους δύναμη, τον απήγαγαν. Αρκετοί μικροί Χίμμελκαϊ βρέθηκαν στα σκλαβοπάζαρα άλλων εποχών και τόπων, μόνοι και ανίσχυροι, ενώ οι πιο μικροί από αυτούς που δεν είχαν προλάβει να αποκτήσουν μνήμες εκπαιδεύονταν για να ενταχθούν στο Τάγμα των Βάλμιροχ.
Οι χρονοταξιδιώτες ήταν οι μόνοι Χίμμελκαϊ που μπορούσαν να φέρουν πίσω τους αιχμαλώτους. Μόνο αυτοί μπορούσαν να ενεργοποιήσουν τη φωτεινή τους ασπίδα μετά από τόσο καιρό και να τους θυμίσουν ποιοι είναι και που πραγματικά ανήκουν. Κάθε χρονοταξιδιώτης που διαδεχόταν τον προηγούμενο και αναλάμβανε τα καθήκοντά του, γνώριζε ότι ο χρόνος θα πάγωνε για αυτόν μέχρι να τον διαδεχθεί ο επόμενος. Θα έβλεπε τους δικούς του να γερνούν και κάποιοι να φεύγουν από τη ζωή, όσο εκείνος θα μπορούσε να λειτουργεί ερήμην των νόμων της φύσης που τον περιόριζαν μέχρι πρότινος.
-Και πώς θα ξέρω πότε θα σταματήσω; Θα έρθει ο επόμενος να με βρει; Θα το θελήσω μόνος μου; Πώς; ρώτησε ο Θέρελιν τον Ορουκάν, όταν τον έχρισε χρονοταξιδιώτη.
-Μόνος σου, του απάντησε λακωνικά ο Ορουκάν. Και η ευθύνη της επιλογής θα είναι δική σου, όπως και τώρα.
-Κι αν δεν θέλω να σταματήσω; ξαναρώτησε ο Θέρελιν, ενώ ονειρευόταν αιώνια νεότητα.
-Ξέρεις, μικρέ, από όσους είχαν την ευκαιρία να πάρουν το χρίσμα, υπήρξαν κάποιοι που δεν το θέλησαν και αρνήθηκαν. Φαίνεται πως αγαπούσαν πολύ τη ζωή που ζούσαν. Από όσους όμως είπαν ναι, δεν υπήρξε ούτε ένας που να θέλησε να συνεχίσει για πάντα. Είναι πολύς καιρός το "για πάντα".
Ο Θέρελιν παρέλαβε το ξύλινο κουτί και το κρέμασε στη ζώνη του. Προσπαθούσε να φανταστεί τα συναισθήματα εκείνων που είπαν όχι εξαρχής και εκείνων που έπαψαν να είναι χρονοταξιδιώτες, αφού πρώτα έφεραν εις πέρας κάποιες αποστολές. Του ήταν πολύ δύσκολο να τα καταλάβει, όσο ήταν πλημμυρισμένος από τα δικά του συναισθήματα, τα οποία ήταν αρκετά δύσκολο κουμαντάρει στην αρχή της καινούργιας του ζωής. Όσο όμως η μία αποστολή διαδεχόταν την άλλη, του γίνονταν όλο και πιο οικεία. Για κάθε αιχμάλωτο που έσωζε, έβλεπε το όνομα στον πάπυρο να γίνεται γαλάζιο. Μετά μιλούσε με τον ελεύθερο Χίμμελκαϊ, και όταν τον γνώριζε καλύτερα, έγραφε την ιστορία του στον πάπυρο κάτω από το όνομά του. Φαινόταν απλό, αλλά δεν ήταν. Σιγά-σιγά ένιωθε να αλλάζει μέσα του.
Θυμόταν πάντα την πρώτη του αποστολή μετά το χρίσμα. Μπροστά στο κάστρο του Ορουκάν, υπήρχε ένα γιγάντιο δέντρο, το δέντρο της Αθανασίας. Στάθηκε μπροστά στο δέντρο, πέρασε μέσα από τον κορμό του και βρέθηκε στην κοιλάδα της Γαλήνης. Μπροστά του υπήρχε ένα μονοπάτι. Το ακολούθησε και βρέθηκε στο σπήλαιο των Ρόδων. Είδε ότι η είσοδος του ήταν καλυμμένη από ένα πυκνό δίχτυ από γαλάζια τριαντάφυλλα, το οποίο άνοιγε σαν κουρτίνα. Μόνο οι χρονοταξιδιώτες είχαν πρόσβαση στο σπήλαιο, κανένας άλλος. Αν κάποιος εισβολέας επιχειρούσε να μπει, τον εμπόδιζαν τα αγκάθια. Εκεί ήταν αποθηκευμένοι όλοι οι πάπυροι με τις ιστορίες των αιχμαλώτων Χίμμελκαϊ. Ο χρονοταξιδιώτης τελείωνε την κάθε αποστολή του, αφήνοντας μέσα στο σπήλαιο τον πάπυρο με την ιστορία του Χίμμελκαϊ που μόλις είχε σώσει, την οποία είχε γράψει ο ίδιος. Όταν ολοκλήρωνε τον κύκλο του και έπαιρνε το χρίσμα ο επόμενος, το σπήλαιο απλωνόταν, έφτιαχνε χώρο για την επόμενη σειρά από πάπυρους.
"Τζέιντα", λοιπόν. Άλλο ένα πλάσμα που απομακρύνθηκε βίαια από τη φυλή της και έπρεπε να απελευθερωθεί. Άλλη μία ιστορία που θα καταγραφόταν και θα βρισκόταν ανάμεσα στους πάπυρους του σπηλαίου, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα του Θέρελιν. Συναισθήματα που άλλαζαν από αποστολή σε αποστολή, αφού η χαρά που ένιωθε αρχικά ως ήρωας των Χίμμελκαϊ, έδινε σιγά σιγά τη θέση της στη συμπόνοια του για τα παιδιά που ξαναγύριζαν στο σπίτι τους."Τζέιντα" σκεφτόταν, καθώς φορούσε τη σκούρα μπλε κάπα του πάνω από τα μαύρα ρούχα του. Πήγε στο κάστρο του Ορουκάν, πέρασε μέσα από τον κορμό του δέντρου, βρέθηκε στην κοιλάδα της Γαλήνης και κινήθηκε προς το κέντρο της. Πήρε βαθιά ανάσα και συγκεντρώθηκε κοιτώντας προς το σπήλαιο των Ρόδων. Το λευκό φως που έλαμψε στα μάτια του απλώθηκε και σκέπασέ όλο του το σώμα σαν στρώμα ομίχλης. Το χρώμα της κάπας που τον τύλιγε, φέγγιζε μέσα από την ομίχλη, ανακατευόταν με το λευκό και έδινε ένα γαλάζιο σύννεφο που κατάπιε τον Θέρελιν, για να τον αδειάσει σε ένα άλλο σύμπαν, το σύμπαν της Ινγκόρια.
Ο Θέρελιν βρέθηκε πάνω σε ένα λόφο να ατενίζει την πόλη της Ινγκόρια. Αναρωτιόταν από πού να αρχίσει το ψάξιμο. "Το πανδοχείο", σκέφτηκε καθώς κατηφόριζε, "ευκαιρία να δω ανθρώπους αυτή τη φορά". Ήταν από τις φορές ο Θέρελιν μεταφέρθηκε σε κατοικημένη περιοχή, αυτό σήμαινε ότι η Τζέιντα ήταν παιδί τον σκλαβοπάζαρων. Για τα παιδιά που αιχμαλωτίζονταν στο Τάγμα των Βάλμιροχ, ο Θέρελιν κατέληγε σε σπηλιές, βουνά και άλλα ακατοίκητα μέρη, όπου θα έβρισκε συγκεντρωμένους τους δαίμονες χωρίς ανθρώπινη παρουσία γύρω τους.
Μπήκε στην πόλη και άρχισε να περπατά στους δρόμους της. Παρατηρούσε τους περαστικούς να προσπαθούν διακριτικά να τον κοιτάξουν. Μία ψιλόλιγνη αντρική φιγούρα με μαύρα ρούχα και μία σκούρα κάπα δεν ήταν ό,τι πιο συνηθισμένο, ειδικά σε περιοχές με ζεστό κλίμα. Εκεί προτιμούσαν τα ανοιχτόχρωμα ρούχα για να διώχνουν την ακτινοβολία του ήλιου. Ακόμη και τα μαλλιά του τραβούσαν την προσοχή, αφού η μακριά μαύρη χαίτη του έμοιαζε να έχει πινελιές από σκούρο μπλε σε κάποια σημεία, λες και οι χρωματικές διακυμάνσεις των μαλλιών του έπρεπε να ακολουθούν τα χρώματα των ρούχων του.
Αν και, μπαίνοντας στην Ινγκόρια, σκέφτηκε να ρωτήσει πού είναι το πανδοχείο της πόλης, μετά από λίγο άλλαξε γνώμη. Καιρό είχε να περιπλανηθεί σε δρόμους ανάμεσα σε ανθρώπους. Ευκαιρία ήταν να απολαύσει τη διαδρομή του. Περπατούσε λοιπόν στον κεντρικό δρόμο και κοιτούσε τα στενά δεξιά και αριστερά. Μετά από λίγη ώρα, είδε σε ένα δρομάκι στα δεξιά του μία ταμπέλα που έγραφε "Η μεθυσμένη αλεπού". Χαμογέλασε. Πλησίασε, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Κάθισε σε ένα από τα άδεια τραπέζια. Περιεργάστηκε το χώρο γύρω του, τα τραπέζια, τους ανθρώπους, τη διακόσμηση. "Παρελθόν", σκέφτηκε "δύο με δυόμισι αιώνες πριν από την εποχή μου". Ένας φαλακρός κοιλαράς - πιθανόν ο ιδιοκτήτης - με μία μόνιμη οργή στο βλέμμα, τον πλησίασε και προσπάθησε να φανεί ευγενικός.
- Πώς μπορώ να βοηθήσω, ξένε;
- Τι καλό έχετε σήμερα; τον ρώτησε δείχνοντας με το βλέμμα του προς την κουζίνα.
- Κοτόσουπα έχουμε έτοιμη. Αν θέλεις κάτι άλλο, θα πάρει λίγη ώρα.
- Φέρε μου μία μερίδα μαζί με ψωμί. Και νερό, του παρήγγειλε κοιτώντας διερευνητικά προς τον πάνω όροφο.
- Κάτι άλλο; ρώτησε αφού τον είδε να κοιτά προς τα δωμάτια, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν αν έψαχνε ένα μέρος για να μείνει τη νύχτα ή κάτι περισσότερο από αυτό.
- Το όνομα "Τζέιντα" σου είναι γνώριμο; του είπε εξακολουθώντας να κοίτα τα δωμάτια.
Ο πανδοχέας ξαφνιάστηκε λίγο. Ποιος θα μπορούσε να έχει πει καλά λόγια για την Τζέιντα; Τις λίγες φορές που βρέθηκε με πελάτη σε δωμάτιο, φρόντισε να τον έχει μεθύσει τόσο, που να τον πάρει ο ύπνος λίγα λεπτά αργότερα. Ένας μάλιστα είχε σωριαστεί την ώρα που ανέβαινε τις σκάλες και τον κουβάλησε μόνη της στο δωμάτιο. Μέχρι που οι πελάτες σταμάτησαν να τη ζητάνε και η Τζέιντα δούλευε μόνο στην κουζίνα. Την είχε αγοράσει στο σκλαβοπάζαρο. Τελικά δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε κατά νου, αλλά ευτυχώς την είχε αγοράσει μαζί με την Αραμίντα, η οποία βοηθούσε στην κουζίνα μόνο όταν ευκαιρούσε, αφού οι πελάτες τη ζητούσαν συνέχεια.
- Ναι, η Τζέιντα θα έρθει να σερβίρει, απάντησε μετά από κάποιες στιγμές παύσης και γύρισε στην κουζίνα
Ο Θέρελιν παραξενεύτηκε. Τόσο εύκολο ήταν;
-Τζέιντα, ετοίμασε κοτόσουπα και ψωμί για να σερβίρεις τον ξένο, είπε κοφτά ο πανδοχέας καθώς γέμιζε μία κανάτα με νερό. Σε ζήτησε.
- Κρασί ποιο θα του πάω; Πώς τον βλέπεις; Αντέχει ή θα νυστάξει γρήγορα;
Το αφεντικό της την κοίταξε δείχνοντάς της την κανάτα με το νερό. Η Τζέιντα έχασε τα λόγια της. Αυτό δεν είχε ξανατύχει.
- Αφεντικό, αν λες τον ξένο με την κάπα, δεν έχει ξαναέρθει εδώ, είπε η Αραμίντα, με τα μάτια της να κοιτούν κάθε τόσο προς το τραπέζι του Θέρελιν. Αν είχε έρθει θα τον θυμόμουν. Και αυτός θα ήξερε την Τζέιντα. Αν του εμφανιζόμουν εγώ σαν Τζέιντα; ρώτησε ανυπόμονα.
- Έστω, είπε το αφεντικό, αφού δίστασε για λίγο και μετά βγήκε από την κουζίνα με την κανάτα στο χέρι. Μετά από λίγο βγήκε η Αραμίντα και σέρβιρε το φαγητό.
- Εσύ είσαι η Τζέιντα; τη ρώτησε ο Θέρελιν.
- Ναι, του απάντησε.
- Θέλω να μιλήσουμε όταν τελειώσω, της είπε και της έβαλε στη χούφτα χρήματα αρκετά περισσότερα από αυτά που κόστιζε το φαγητό.
Λίγη ώρα μετά, ο Θέρεμιν και η Αραμίντα ήταν μόνοι τους στο δωμάτιο.
- Στάσου ακίνητη, της είπε και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της.
Η Αραμίντα παραξενεύτηκε που την κοίταζε στα μάτια χωρίς να κάνει άλλη κίνηση.
- Πώς σε λένε; τη ρώτησε. Την αλήθεια αυτή τη φορά.
Η Αραμίντα τρόμαξε και προσπάθησε να βγει από το δωμάτιο. Είδε το κλειδί να γυρίζει μόνο του στην πόρτα και να την κλειδώνει. Στράφηκε προς τον Θέρελιν και τον είδε να καρφώνει το βλέμμα του στο κλειδί και η πόρτα να ξεκλειδώνει πάλι.
- Είσαι ελεύθερη να φύγεις, της είπε και της έδωσε μερικά χρήματα ακόμη. Μόνο πρέπει να ξέρω πού είναι η Τζέιντα. Αν δεν είναι εδώ, να φύγω, να συνεχίσω να ψάχνω αλλού.
Η ηρεμία του την έπεισε, δεν φαινόταν να ήρθε για κακό. Δεν είχε καμία σχέση με τους μεθύστακες που προσπαθούσαν να ξεφορτωθούν όσο πιο γρήγορα γινόταν.
- Εντάξει, του είπε και κατέβηκε στην κουζίνα.
- Τι έγινε; τη ρώτησε η Τζέιντα χαμογελώντας πονηρά. Τόσο γρήγορος ήταν;
- Όχι, της απάντησε η Αραμίντα. Είσαι σίγουρη ότι δεν τον ξέρεις; Γιατί αυτός φαίνεται να σε ξέρει και θέλει να σε δει, της εξήγησε γρήγορα πριν γυρίσει το αφεντικό τους στην κουζίνα
- Τι πράγμα;
- Με κοίταζε στα μάτια για ώρα, ήταν λίγο παράξενος.
- Μείνε εδώ. Εγώ πάω πάνω. Ούτε εμένα μου θυμίζει τίποτα. Έχει γούστο να τον έστειλε κανένας από τα παλιά.
- Ούτε αυτό το νομίζω. Ήταν σαν να ήρθε από άλλη γη, σαν να βρέθηκε εδώ κατά λάθος. Δεν ξέρω πώς να...
- Έχε το νου σου στα φαγητά, της είπε, ενώ το αφεντικό που έπαιρνε παραγγελίες προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν και γιατί αυτά τα πήγαινε-έλα.
Η Τζέιντα άνοιξε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει. Ίσως αν αιφνιδίαζε τον ξένο, μάθαινε κάτι παραπάνω για αυτόν. Ο Θέρελιν την περίμενε όρθιος και την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Η Τζέιντα δεν πρόλαβε να ρωτήσει τίποτα. Μία λευκή λάμψη φάνηκε στα μάτια και των δύο και μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο Θέρελιν την άφησε να σβήσει. Την αναγνώρισε. Την είχαν απαγάγει λίγο πριν γίνει δύο χρόνων. Τη θυμόταν, ήταν δέκα χρονών τότε. Θυμόταν που όλοι μιλούσαν για τα πράσινα μάτια της που είχαν μαγέψει όλο τον κόσμο. Αν κατάφερναν οι Βάλμιροχ να την απαγάγουν πριν αποκτήσει μνήμες από τη ζωή της με τους Χίμμελκαϊ, θα την έβαζαν στο Τάγμα. Θα βοηθούσε πολύ στις απαγωγές, αφού με το βλέμμα της θα σαγήνευε όποιον έβρισκε μπροστά της. Όμως οι Χίμμελκαϊ την πρόσεχαν πολύ και όταν οι Βάλμιροχ τα κατάφεραν ήταν πλέον αργά. Έτσι η Τζέιντα κατέληξε στα σκλαβοπάζαρα και από εκεί στο πανδοχείο της Ινγκόρια.
- Ξέρεις γιατί είμαι εδώ; τη ρώτησε.
- Δε... δε θυμάμαι, απάντησε διστακτικά προσπαθώντας να ενώσει σκόρπιες εικόνες μέσα στο μυαλό της. Ήξερε, αλλά δεν θυμόταν.
- Αν σε βοηθήσω, θα θυμηθείς, της είπε και ξαναέκανε τα μάτια της να λάμψουν για λίγο.
- Είσαι Χίμμελκαϊ, του είπε ξαφνιασμένη που μπόρεσε και θυμήθηκε.
- Κι εσύ. Και ήρθε η ώρα να επιστρέψεις, είπε βγάζοντας ένα γαλάζιο τριαντάφυλλο μέσα από την κάπα του.
- Τι είναι αυτό;
- Ένα μήνυμα. Για να μην σε ψάξουν και να μην τιμωρηθεί κανείς για τίποτα, της είπε για να μην ανησυχεί για την Αραμίντα.
Σε κάθε απελευθέρωση αιχμαλώτου, το γαλάζιο τριαντάφυλλο ήταν το μήνυμα του χρονοταξιδιώτη, ότι ο αιχμάλωτος που πήραν στο σκλαβοπάζαρο γύρισε εκεί που ανήκει. Ο Θέρελιν άφησε το τριαντάφυλλο στο κρεβάτι και ξανακοίταξε τα μάτια της Τζέιντα.
- Φεύγουμε. Έχουμε ένα ταξίδι να κάνουμε και μία ιστορία να γράψουμε, της είπε δείχνοντας της τον πάπυρο, όπου το όνομα είχε γίνει γαλάζιο.
Οι λάμψεις από τα μάτια τους άρχισαν να φτιάχνουν δύο σύννεφα γύρω από τα σώματά τους. Όταν τα δύο σύννεφα ενώθηκαν, ο Θέρελιν αγκάλιασε την Τζέιντα με την κάπα του και εξαφανίστηκαν από το δωμάτιο του πανδοχείου. Το ταξίδι τους μέσα στο χρόνο τούς έφερε στην κοιλάδα της Γαλήνης. Βρέθηκαν ξαπλωμένοι στη ρίζα ενός δέντρου. Η Τζέιντα είχε εξαντληθεί από τη μετάβαση και είχε πέσει σε βαθύ ύπνο. Ο Θέρελιν τη σκέπασε με την κάπα του και την κοίταζε.
Ήταν δύσκολο να καταλάβει πώς περνούσε ο χρόνος για τους άλλους, όταν τον ίδιο δεν τον άγγιζε. Όταν έλαβε το χρίσμα ως χρονοταξιδιώτης, είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια από την απαγωγή της Τζέιντα. Το χρίσμα το έλαβε στα εικοσιπέντε του, τότε που η Τζέιντα ήταν σχεδόν δεκαεπτά. Τότε ο χρόνος για αυτόν σταμάτησε. Από τότε είχε κάνει τόσα ταξίδια σε άλλες εποχές, που δεν μπορούσε να νιώσει σε τι ηλικία θα είχε φτάσει, αν μεγάλωνε με τον ρυθμό που μεγάλωναν οι γύρω του.
Κοίταζε την Τζέιντα, το πρόσωπό της, τα κόκκινα μαλλιά της. Ένιωθε ότι είχε μπροστά του έναν άνθρωπο συνομήλικο. Μετά έφερνε στο μυαλό του την οικογένειά του, γονείς, παππούδες, γιαγιάδες. Ήταν από τους τυχερούς χρονοταξιδιώτες. Τους είχε δει να αλλάζουν και να γερνάνε, αλλά όλοι ζούσανε. Τον πόνο του θανάτου δεν τον είχε ζήσει ακόμη. Ο φόβος όμως επισκεπτόταν τις σκέψεις του όλο και πιο συχνά. Παλιά δεν ήταν έτσι. Στο ξεκίνημα του δεν υπήρχε ίχνος από σκοτάδι στις σκέψεις του. Ίσως γιατί δεν υπήρχε ακόμη σκοτάδι στη ζωή του. Και οι ιστορίες του; Θυμόταν τους πρώτους παπύρους του. Πάντα μιλούσε με τους αιχμαλώτους που ελευθέρωνε. Αλλά πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να ανοίξει χώρο για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους στις ιστορίες που έγραφε στους πάπυρους. Κάποιους από αυτούς τους θυμόταν περισσότερο κάποιους λιγότερο, κάποιους ίσως να τους κρατούσε στη ζωή του αν μπορούσε.
Και οι άλλοι χρονοταξιδιώτες πριν από αυτόν; Πόσα ταξίδια στο χρόνο χρειάστηκαν μέχρι να επιθυμήσουν μία κανονική ζωή με αγάπη, φθορά και θάνατο; Ήξερε πως αυτό το ταξίδι δεν ήταν το τελευταίο του, αλλά το ένιωθε, η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Μέσα του έβλεπε πλέον να αναδύεται μία ανάγκη να συνυπάρξει με άλλους ανθρώπους και να συμπορευτεί μαζί τους. Ίσως εκείνοι που είχαν αρνηθεί το χρίσμα, να είχαν ήδη βρει τους συνοδοιπόρους τους και να τους είχαν βάλει πάνω από όλα. Ή να είχαν ξεκάθαρη την ανάγκη τους για κανονική ζωή, ενώ στην ψυχή του Θέρελιν να υπήρχαν μόνο ψήγματα ακόμη. Κανένας, μα κανένας δεν είχε δικαιώσει πάντως το όνομα του δέντρου της Αθανασίας. Όλοι προτιμούσαν τα προνόμια της θνητότητας τελικά. Ήταν αυτή η μοίρα όλων των Χίμμελκαϊ ή υπήρχε περιθώριο επιλογής; Πολλά ερωτήματα, πολλά. Ώσπου η Τζέντα ξύπνησε και ο Θέρελιν τα άφησε στην άκρη.
- Πού βρισκόμαστε; τον ρώτησε ζαλισμένη.
- Κάπου που θα νιώθεις καλά. Για να δω, είπε κοιτάζοντας γύρω του. Κανένας μεθύστακας στο οπτικό μας πεδίο, κανένα σκλαβοπάζαρο, κανένας Βάλμιροχ. Καλά είμαστε.
- Και τώρα τι κάνουμε; τον ρώτησε με ένα ήρεμο χαμόγελο.
Ο Θέρελιν άνοιξε το ξύλινο κουτί και έβγαλε τον πάπυρο με το όνομά της.
- Μάλλον, ήρθε η ώρα να γράψουμε μία ιστορία. Αρχίζουμε;
Το παραμυθάκι αυτό είναι η συμμετοχή μου στο διαγωνισμό του sff.gr, ο οποίος είναι αφιερωμένος στη μνήμη του Ντίνου Χατζηγιώργη. Οι κανονισμοί του διαγωνισμού είναι εδώ. Η φωτογραφία προέρχεται από εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου