Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Πίσω από τις μάσκες τους

 Το σπήλαιο τους περίμενε για άλλη μια φορά. Ο Τάρμπεν έφτασε πρώτος. Θα περίμενε και αυτή τη φορά, δεν τον πείραζε. Μπήκε από την πλάγια είσοδο και ετοίμασε το... πέτρινο τραπέζι με λίγο φαγητό από το σπίτι του και λίγο νερό από τον ποταμό Βίνταρ, που διέσχιζε τον κεντρικό χώρο της σπηλιάς. Λίγο αργότερα έφτασε και η Άστριντ. Σπάνια ερχόταν πρώτη, περίμενε πρώτα να κοιμηθεί η γιαγιά της. Ήθελε να είναι εκείνη που θα της έλεγε την τελευταία καληνύχτα. Και μετά πήγαινε να συναντήσει τον Τάρμπεν. Έτσι γινόταν την τελευταία νύχτα κάθε βδομάδας. Άφηναν τα σπίτια τους και πήγαιναν κρυφά στο σπήλαιο. Εκεί έβγαζαν τις μάσκες των Ούγκλε, περνούσαν λίγες ώρες μαζί και επέστρεφαν πριν ξημερώσει.

Εκείνο το βράδυ έκλειναν έξι μήνες από την πρώτη νύχτα που συναντήθηκαν στο σπήλαιο και εμπιστεύτηκαν ο ένας το πρόσωπό του στον άλλον. Έξι μήνες από τότε που άρχισαν να φτιάχνουν ένα μυστικό καταφύγιο με τα χέρια τους κι έκαναν έναν από τους πλάγιους χώρους της σπηλιάς να μοιάζει με κανονικό σπίτι. Κι αφού εκεί ένιωθαν πως ήταν το σπίτι τους, μπορούσαν να βγάζουν τις μάσκες. Τις μάσκες που ποτέ δεν είδαν κανέναν από τη φυλή των Ούγκλε να βγάζει δημόσια. Κανείς δεν τους εξηγούσε γιατί έπρεπε να κρύβουν τα πρόσωπά τους και τι θα πάθαινε όποιος τολμούσε να αψηφήσει αυτό που έμοιαζε με νόμο, αλλά δεν ήταν.

Όταν όμως η Άστριντ έγινε δεκαπέντε ετών, η γιαγιά της έκανε το καλύτερο δώρο, της είπε μια ιστορία. Μια ιστορία διαφορετική από τις άλλες που της είχε πει, χωρίς νεράιδες και ξωτικά, χωρίς ζώα με ανθρώπινη λαλιά, που βοηθούσαν ταξιδιώτες να βρουν το δρόμο τους ή να κρυφτούν από ληστές. Μια ιστορία με ανθρώπους, πόλεμο και θάνατο. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, οι γονείς της Άστριντ φρόντισαν να πάνε για ύπνο νωρίς για να αφήσουν τη γιαγιά και την εγγονή να τα πουν με την ησυχία τους.

-Όλα άρχισαν, όταν έφτασαν οι Βίλορν στα μέρη μας, είπε η γιαγιά και αναστέναξε. Σκληρή φυλή, άγρια, γύριζαν από τόπο σε τόπο, ψάχνοντας για δούλους. Όσους αντιστέκονταν, τους σκότωναν, μόνο αυτό ήξεραν να κάνουν, μόνο έτσι επιβίωναν. Ούτε με τη γη ασχολούνταν, ούτε με το κυνήγι, ούτε καμία τέχνη ήξεραν, αυτά ήταν για τους δούλους. Μόνο στον πόλεμο ήταν ικανοί.  Οι Ούγκλε πολέμησαν γενναία, αλλά στο τέλος παραδόθηκαν. Για να μη χαθούν όλοι, δέχτηκαν να μοιράζονται την κοιλάδα του Βίνταρ με τον εχθρό. Δούλευαν στη γη και τα κοπάδια τους, κι αντί να χαίρονται τους κόπους τους, μοιράζονταν τα πάντα με αυτά τα κτήνη.

Και ο καιρός περνούσε και η σκλαβιά έγινε συνήθεια. Όσο οι Ούγκλε ήταν υπάκουοι, οι Βίλορν δεν τους πείραζαν. Όχι από καλοσύνη, αλλά γιατί τους το απαγόρευε ο βασιλιάς τους. Αυτό ήταν το μόνο καλό. Όταν τους έδινε μια διαταγή, κανείς δεν έκανε του κεφαλιού του. Έτσι τα χρόνια περνούσαν ήρεμα, οι σκοτωμοί ξεχάστηκαν και αυτή η ψεύτικη ειρήνη κράτησε τρεις, τέσσερις γενιές. 

Κάποτε όμως, κάποιος δικός μας είχε μια πολύ κακή ιδέα. Έβαλε στοίχημα με τους φίλους του ότι μπορούσε να μπει νύχτα στον καταυλισμό των Βίλορν, να πάρει το άλογο του βασιλιά χωρίς να τον ακούσουν, να το πάει μέχρι τη σπηλιά του Βίνταρ και να το επιστρέψει. Είχε το χάρισμα να ηρεμεί τα άλογα, γητευτή τον φώναζαν. Τα κτήνη όμως δεν τα ηρέμησε, όταν τον έπιασαν. Τον μαστίγωσαν τον γητευτή. Τον μαστίγωσαν στην όχθη του ποταμού. Και μετά, του βουτούσαν το κεφάλι στο νερό και του το έβγαζαν λίγο πριν του σωθεί η ανάσα. Και οι Ούγκλε κοίταζαν, χωρίς να βγάζουν άχνα. Τι άλλο τους περίμενε, τώρα που τα θηρία ξαναξύπνησαν; Θα ξαναερχόταν ποτέ η ειρήνη για αυτούς;

«Δυο επιλογές έχετε», φώναξε ο βασιλιάς στους δικούς μας, αφού ανέβηκε στο άλογό του. «Η μία είναι ο θάνατος του κλέφτη». Όλοι πάγωσαν και περίμεναν να ακούσουν τη συνέχεια. «Η άλλη είναι να μοιραστείτε όλοι την τιμωρία. Μάσκες. Όλοι, παντού. Μόνο μέσα στα σπίτια σας θα τις βγάζετε. Μόνο τους δικούς σας ανθρώπους θα βλέπετε χωρίς αυτές. Οι υπόλοιποι θα σας είναι ξένοι. Πιο ξένοι κι από εμάς». Κανείς δεν ήξερε αν ο γητευτής γλίτωσε γιατί τον λυπήθηκαν οι θεοί μας ή οι θεοί των Βίλορν, αλλά από την επόμενη μέρα, τα πρόσωπα όλων τα έκρυψαν οι μάσκες που τους φόρεσαν οι άγριοι. Τους πήρε καιρό να πιστέψουν ότι δε χύθηκε σταγόνα αίμα μετά από αυτό. Ο φόβος όμως είχε ριζώσει μέσα τους, πιο ύπουλος και πιο άγριος από τα όπλα των θηρίων.

-Να σου φέρω λίγο νερό; της είπε η Άστριντ, όταν την είδε δακρυσμένη, και την αγκάλιασε. Η γιαγιά ψιθύρισε ναι. Η μικρή έφερε μια κούπα νερό και της την έδωσε. Όταν είχε πλέον ξεδιψάσει, της έδωσε ένα μαντίλι να σκουπίσει τα μάτια της.

-Συνηθίζει ο άνθρωπος, κοριτσάκι μου, συνέχισε η γιαγιά, όταν συνήλθε. Και τις μάσκες συνήθισαν και τους άλλους που παραμόνευαν σαν τις ύαινες. Καζάνια έβαλαν στις όχθες του ποταμού κι εκεί έβαλαν τις γυναίκες να μαγειρεύουν. Και οι πιο πολλοί, εκεί γύρω, να τις παρακολουθούν. Λίγοι κοίταζαν τους άντρες. Είπαμε, φόβος. Ποιος άντρας θα τολμούσε να κάνει κάτι, όταν τα περισσότερα θηρία ήταν μαζεμένα κοντά στις γυναίκες;

Και πέρασαν κι άλλα χρόνια κι ήρθε η δική μας η γενιά. Τα χρόνια σου είχα, όταν η δική μου γιαγιά μου τα εξήγησε. Μέχρι τότε, ούτε εγώ καταλάβαινα. Αλλά πάντα κοντά στη μάνα μου, να τη βοηθάω στα καζάνια, μην την πλησιάσει κανείς από αυτούς. Και πάντα ένα μαχαίρι κρυμμένο μες στα ρούχα μου, χωρίς κανένας να το ξέρει. Ούτε φαντάζεσαι πόσα μπορείς να καταλάβεις, άμα μάθεις να διαβάζεις τα μάτια των ανθρώπων. Όλα εκεί φαίνονται, κι ας μην τα μαρτυράει το υπόλοιπο πρόσωπο. Εμείς πάντα ξέραμε ποιον είχαμε απέναντί μας, εκείνοι όχι. Μας έβλεπαν όλους ίδιους, σαν τις μάσκες που μας είχαν φορέσει. Η φυλακή που μας έφτιαξαν, είχε γίνει ένας άλλος κόσμος, δικός μας μόνο, και αυτοί είχαν κλειστεί απ’ έξω.

Ώσπου μια νύχτα, η μάνα μου αποφάσισε να μας γλιτώσει όλους. Ήσυχα και χωρίς πολλούς σαματάδες. Μάζεψε στο σπίτι τις γυναίκες που θα ήταν στα καζάνια το άλλο πρωί και τους μοίρασε ένα βοτάνι. «Θα ρίξετε από λίγο σε όλα τα καζάνια, να το φάνε όλοι τους», είπε. «Κι όσες έχετε μικρόσωμους άντρες, ντύστε τους ίδια με εσάς και πείτε τους να κρύψουν από ένα μαχαίρι πάνω τους. Θα έρθουν μαζί σας στα καζάνια. Ίσως τους χρειαστούμε».

Την άλλη μέρα, όλα έγιναν όπως είπε η μάνα. Μαγειρέψαμε, σερβίραμε και τα θηρία έτρωγαν και χασκογελούσαν. Μαζέψαμε σιγά σιγά τις γαβάθες για να τις πλύνουμε στο ποτάμι. Σε λίγη ώρα κάποιοι από αυτούς άρχιζαν να βογγάνε. Κρατούσαν το στομάχι τους και ξερνούσαν αίμα. Προσπαθούσαν να μας πλησιάσουν και δεν μπορούσαν, δεν τους κρατούσαν τα πόδια τους. Τους λίγους που μας πλησίασαν, τους ξεπάστρευαν οι άντρες με τα μαχαίρια. Μόνο ένας άντεξε λίγο παραπάνω. Ήρθε και με πέταξε μπρούμυτα στη γη. Μέχρι να ορμήσει πάνω μου είχα γυρίσει ανάσκελα κρατώντας το μαχαίρι μπροστά μου. Με τη φόρα που είχε πάρει, έπεσε και καρφώθηκε στο μαχαίρι. Αυτό ήταν. Όλα είχαν τελειώσει. Όχι όσο ήσυχα θέλαμε, αλλά είχαμε γλιτώσει.

-Δεν καταλαβαίνω, διέκοψε η μικρή μπερδεμένη. Τους σκοτώσατε.

            -Ναι, όλους. Και να ξέφυγαν μερικοί, δεν τους ξαναείδαμε ποτέ.

            -Και οι μάσκες; Γιατί δεν τις ξεφορτωθήκατε κι αυτές;

            -Δεν ξέρω, απάντησε η γιαγιά ανασηκώνοντας τους ώμους. Προσπαθούσα να καταλάβω, αλλά δεν μπορούσα. Οι μέρες περνούσαν, οι νεκροί θάφτηκαν, αλλά για τις μάσκες κουβέντα, κανείς. Αν δεν ήξερα ότι τις έβγαζαν μέσα στα σπίτια, θα πίστευα ότι είχαν γίνει ένα με τη σάρκα τους.

Η Άστριντ ξαναπήρε αγκαλιά τη γιαγιά της. Πόσο ανίκητος μπορεί να γίνει ο φόβος της τιμωρίας; Πώς γίνεται να επιβιώνει ακόμη κι όταν ο τιμωρός πεθάνει; «Όχι, δεν είναι νόμος. Αλλά και να ήταν, καιρός να αλλάξει», σκεφτόταν η Άστριντ, λίγο πριν αποκοιμηθεί. Κι ο Τάρμπεν; Μπορούσε να τον εμπιστευτεί; Θα φρόντιζε να μάθει το συντομότερο.

Το επόμενο πρωί συναντήθηκαν στα χωράφια, εκεί που βοηθούσαν τους γονείς τους. Χωρίς να τους καταλάβει κανείς, κανόνισαν να βρεθούν στο σπήλαιο τη νύχτα. Έτσι κι έγινε. «Θα σου πω μια ιστορία», είπε η Άστριντ κι ευθύς έβγαλε τη μάσκα της. Ο Τάρμπεν πάγωσε. «Κανείς δε μας βλέπει, ηρέμησε. Θα δεις που στο τέλος, θα τη βγάλεις κι εσύ», είπε. Ο Τάρμπεν συνέχισε να φοβάται. «Δεν πειράζει», του είπε. Ξαναφόρεσε τη μάσκα για να τον ηρεμήσει και του εξιστόρησε ό,τι της είχε πει η γιαγιά της. 

-Όπως κατάλαβες, κανείς δε χρειάζεται να την φοράει. Αλλά κανείς δε βρήκε και το θάρρος να κάνει την αρχή.

            -Δηλαδή; Τι προτείνεις;

            -Σε μια βδομάδα θα έρθω ξανά εδώ. Αν δεν έρθεις, ξεχνάς ό,τι άκουσες. Αν έρθεις, εδώ θα είναι το σπίτι μας. Κάθε βδομάδα. Θα ερχόμαστε, θα βγάζουμε τις μάσκες και θα γυρίζουμε στα σπίτια μας πριν ξυπνήσουν και μας καταλάβουν. Θα μάθουμε να ζούμε όπως πρέπει. Και μετά, θα μάθουν και όλοι οι άλλοι.

Η αρχή έγινε. Μια βδομάδα μετά, ξανασυναντήθηκαν εκεί και έβγαλαν τις μάσκες και οι δυο. Ήθελαν να το συνηθίσουν, να το πιστέψουν μέσα τους, ότι έτσι έπρεπε να ζουν, χωρίς να κρύβουν τα πρόσωπά τους. Και μετά, να δείξουν και στους άλλους ότι τίποτα κακό δε θα συνέβαινε, αν αποφάσιζαν να ζήσουν ξανά, όπως πριν τον καιρό των Βίλορν. Ήταν δυνατόν να πρέπει να διδάξεις στους άλλους πώς να είναι ελεύθεροι; Δε θα έπρεπε να έχουν διαλέξει την ελευθερία τους μόνοι τους, από τη μέρα που ο εχθρός εξαφανίστηκε; Τι ζημιά είχαν πάθει οι ψυχές τους και δεν ήθελαν να βγουν από τη φυλακή τους;

Η Άστριντ και ο Τάρμπεν άλλαζαν καθώς οι βδομάδες περνούσαν, αισθάνονταν σαν να ανακάλυπταν κάτι πρωτόγνωρο. Ήταν ο κόσμος τους αυτό το σπήλαιο και για λίγο καιρό, θα ζούσαν εκεί μόνοι τους, χωρίς να μοιράζονται τίποτα με κανέναν άλλον. Κι όταν θα άδειαζαν όλο τον φόβο που είχαν μαζέψει από τις παλιότερες γενιές και είχε φωλιάσει μέσα τους, θα έβγαιναν στον κόσμο χωρίς τις μάσκες τους.

Έξι μήνες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ένιωθαν ότι η ώρα αυτή πλησίαζε. Οι Ούγκλε είχαν αρχίσει τις ετοιμασίες για τη μεγάλη τους γιορτή. Κάθε χρόνο συγκεντρώνονταν, έπαιζαν μουσική και χόρευαν γύρω από το Δέντρο της Γαλήνης, το ψηλότερο δέντρο της κοιλάδας. Έτσι γιόρταζαν τη μέρα που κατατρόπωσαν τους Βίλορν και ξαναβρήκαν τη γαλήνη τους. Όλοι οι Ούγκλε; Χμ, μάλλον όχι όλοι. Η γιαγιά της Άστριντ είχε ακόμη μια πίκρα μέσα της. Και ίσως να υπήρχαν κι άλλοι που αισθάνονταν έτσι. Ό,τι κι αν συνέβαινε, θα το ανακάλυπταν σύντομα.

Και η μέρα εκείνη έφτασε. Οι γυναίκες είχαν αρχίσει από το μεσημέρι να μαγειρεύουν στα καζάνια, στις όχθες του Βίνταρ, όπως έκαναν παλιά. Αργότερα, όταν το φαγητό ήταν έτοιμο, οι μουσικοί άρχισαν σιγά σιγά να διασκεδάζουν τον κόσμο. Καθώς πλησίαζε η δύση του ήλιου, κάποιοι άρχισαν να χορεύουν, ενώ το κρασί έκανε το κέφι τους όλο και μεγαλύτερο. Η Άστριντ καθόταν δίπλα στη γιαγιά της όπως κάθε χρόνο. Ο Τάρμπεν καθόταν απέναντι μαζί με την οικογένειά του. Μόνο που αυτή τη φορά, ήταν λίγο ανήσυχος• το βλέμμα του το έστρεφε κάθε τόσο προς την Άστριντ, μέχρι που η γιαγιά της το πρόσεξε.

-Πήγαινε, είπε κάποια στιγμή στην εγγονή της.

            -Τι πράγμα; ρώτησε ξαφνιασμένη η μικρή.

            -Δε θα χορέψετε; Τόση ώρα σε κοιτάζει.

Μέσα από την κάτω σχισμή της μάσκας φάνηκε το χαμόγελο της μικρής, ενώ από το δέρμα που φαινόταν γύρω από τα μάτια της, η γιαγιά κατάλαβε ότι η μικρή κοκκίνισε. Είχε μάθει να διαβάζει τα σημάδια στο πρόσωπό της, ακόμη και όταν το μεγαλύτερο μέρος του ήταν κρυμμένο. Φαίνεται πως την ίδια συζήτηση είχαν απέναντι ο Τάρμπεν και ο πατέρας του. Αφού αντάλλαξαν μερικές κουβέντες, ο πατέρας του του έκανε νόημα να πάει να μιλήσει στην Άστριντ. Λίγη ώρα μετά, οι δυο τους χόρευαν γύρω από το Δέντρο της Γαλήνης και ο κόσμος γύρω τους κρατούσε το ρυθμό χτυπώντας παλαμάκια. 

Κάποια στιγμή το τραγούδι τελείωσε και οι μουσικοί σταμάτησαν να παίζουν. Η Άστριντ έριξε μια ματιά γύρω της και μετά, κάρφωσε το βλέμμα της στον Τάρμπεν. Ένιωσε ότι καταλληλότερη στιγμή δύσκολα θα έβρισκε. Καθώς τον κοίταζε, του έδειξε τη μάσκα με το δεξί της χέρι. Εκείνος κατάλαβε. Σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς καν να λύσουν τα δερμάτινα κορδόνια που τις συγκρατούσαν, τα παιδιά τράβηξαν με δύναμη τις μάσκες και τις πέταξαν στον αέρα.

Το πλήθος γύρω τους έμεινε να τα κοιτάζει σαστισμένο. Μετά από μερικές στιγμές αμηχανίας, ένας από τους μουσικούς πλησίασε και προσπάθησε να τα πείσει να ξαναφορέσουν τις μάσκες. «Γιατί; Γιατί;» ρωτούσαν τα παιδιά. Τα κοίταζε χωρίς να έχει κάποια πειστική απάντηση να τους δώσει. Πλησίασαν κι άλλοι, πήραν τις μάσκες από τη γη και προσπάθησαν να τους τις φορέσουν. Τα παιδιά έσπρωχναν τον κόσμο μακριά. Σιγά σιγά όμως μαζεύονταν κι άλλοι και τα περικύκλωσαν• η κατάσταση άρχισε να αγριεύει, κάποιοι άρχισαν να γίνονται βίαιοι. 

Ώσπου ξαφνικά ακούστηκε ένα σφύριγμα, που σκέπασε τη φασαρία. Δυο άλογα πλησίασαν υπακούοντας στο κάλεσμα της γιαγιάς της Άστριντ. Τα παιδιά έστρεψαν το βλέμμα τους προς τα εκεί που ακούστηκε το χλιμίντρισμα. Έσπρωξαν με δύναμη εκείνους που τους έκλειναν το δρόμο και πήγαν να ανεβούν πάνω στα άλογα. Ο μουσικός που τα πλησίασε πρώτος, προσπάθησε να τα εμποδίσει. Η γιαγιά εξοργίστηκε. Χωρίς κανένα δισταγμό, πήρε μια κούπα με κρασί που βρήκε μπροστά της και του την πέταξε στο κεφάλι. Τον πέτυχε με την πρώτη.

-Τι κάνεις, τρελάθηκες; της φώναξε κρατώντας το κεφάλι του.

            -Εγώ ή εσείς; του απάντησε. Πρόσεξε γιατί θα θυμηθώ κι άλλα που έκανα στα νιάτα μου. Άκουσες; Ποιον είδατε για εχθρό και ορμήσατε; Πού πήγε η ντροπή σας;

Η φωνή της και το βλέμμα της ανάβλυζαν δύναμη, ελάχιστοι την είχαν ξαναδεί έτσι. Την ιστορία της όμως την ήξεραν οι περισσότεροι. Ήταν εκείνη που το μαχαίρι της σκότωσε τον τελευταίο Βίλορν στην τελική μάχη. Ο Τάρμπεν και η Άστριντ περίμεναν να δουν πού θα καταλήξει όλο αυτό κοιτάζοντας αγριεμένοι. Το βλέμμα της γιαγιάς στράφηκε προς το μέρος τους. Τους έκανε νόημα να ανεβούν στα άλογα και να φύγουν. Τα παιδιά υπάκουσαν. Αυτή τη φορά κανείς δεν τους έκλεισε το δρόμο. Ανέβηκαν στις σέλες και έτρεξαν δίπλα στην όχθη του Βίνταρ• το σπήλαιο τους περίμενε.

-Η ντροπή των Ούγκλε είστε, φώναξε στο πλήθος, όταν είδε την εγγονή της και τον Τάρμπεν να χάνονται στο τέρμα της ανηφόρας.

            -Γιατί, γερόντισσα; Γιατί; ρώτησε μια φωνή που κανείς δεν κατάλαβε από ποιο στόμα βγήκε.

            -Γιατί μόνο να κρύβεστε ξέρετε. Σας έδωσαν από μια μάσκα και αντί να τη φορέσετε, σας φόρεσε αυτή. Γιατί πέθαναν και μέσα από τους τάφους τους, ακόμη αφέντες σας είναι. Κι όταν είδατε κάποιους να μην είναι σκλάβοι φαντασμάτων, ορμήσατε να τους φάτε ζωντανούς. Δεν είστε άξιοι ούτε να τους κοιτάξετε, όχι να τους πείτε τι θα κάνουν.

Η οργή της τους τρυπούσε την ψυχή σαν λεπίδα, κανείς δεν τολμούσε να αρθρώσει λέξη. Όποιος ένιωθε το βλέμμα της να στρέφεται προς αυτόν, έσκυβε και δεν τολμούσε καν να την κοιτάξει. Κι όταν την είδαν να προσπαθεί να λύσει τα κορδόνια της μάσκας της, δάκρυσαν. Ένας έκανε δυο τρία βήματα προς το μέρος της με σκοπό να τη βοηθήσει, αλλά πάγωσε όταν τον αγριοκοίταξε.

-Να, πάρτε τη, χάρισμά σας, είπε πετώντας τη μάσκα της στη γη αηδιασμένη. Κι όποιοι θέλετε να μου βάλετε μυαλό, όπως στα μικρά, ξέρετε πού θα με βρείτε, είπε και αφού τους έριξε ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση, πήρε το μπαστούνι της και κίνησε για το σπίτι της. 



Το παραμύθι συμμετείχε στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Πεζογραφίας του ιστότοπου iTravelPoetry.
Στις φωτογραφίες βλέπουμε κάτι μαγικό που δεν περίμενα να βρω στο δρόμο μου. Το φωτογράφισα πριν λίγες μέρες και θα ήθελα να ήμουν ο γητευτής του παραμυθιού για να μπορώ να πλησιάσω κι άλλο, γιατί όλες οι φωτογραφίες που τράβηξα, το αδικούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου