Ξάπλωσε και έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, έξω από το παράθυρο. Το φεγγάρι πότε τον κοίταζε φωτεινό, πότε του κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα. Παλιά που ήταν μικρός και ζούσαν στην πόλη, η θέα έξω από το παράθυρό του ήταν θεόρατες πολυκατοικίες με μουντά χρώματα. Τον πρώτο καιρό μετά τη μετακόμιση, κάθε φορά που κοιμόταν, φρόντιζε να κλείσει την κουρτίνα για να μη βλέπει έξω. Ήταν τόσο θυμωμένος, που αρνιόταν πεισματικά να αναγνωρίσει τα καλά που έβλεπε στο χωριό. Του έλειπαν οι φίλοι που είχε κάνει στο νηπιαγωγείο και που νόμιζε ότι θα συναντήσει ξανά μετά το καλοκαίρι για να συνεχίσουν το παιχνίδι από εκεί που το άφησαν.
Του άρεσε η ζωή του στην πόλη. Ανακάλυπτε μέρα με τη μέρα έναν κόσμο που τον έκανε χαρούμενο. Όταν το νηπιαγωγείο έκλεισε για καλοκαίρι και οι γονείς του άρχισαν να πακετάρουν τα πράγματα που θα μετέφεραν στο χωριό, δεν του πέρασε από το μυαλό ότι ήταν κανονική μετακόμιση. Ο μεγάλος του αδερφός, ο Γιώργος, ίσως να ήξερε, αλλά ο ίδιος νόμιζε ότι θα επέστρεφαν στην πόλη μετά από λίγο καιρό. Εξάλλου, οι γονείς τους, παράλληλα με την προετοιμασία της μετακόμισης, προσπαθούσαν να συνεχίσουν τις δραστηριότητες των παιδιών τους και να τα βοηθήσουν να μην απομακρυνθούν απότομα από τις παρέες τους. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δε θα χάνονταν εντελώς, υπήρχαν τα τηλέφωνα, υπήρχε το σκάιπ και ίσως να έκαναν και κάποιες εκδρομές πού και πού.
Όμως το καλοκαίρι περνούσε σιγά σιγά. Και όταν ο Σεπτέμβρης πλησίαζε, άρχισε να ρωτά τους γονείς του όλο και πιο επίμονα πότε θα επέστρεφαν στην πόλη. Όταν η μητέρα του του εξήγησε ότι έπρεπε να μείνουν κι άλλο στο χωριό, μέχρι να ξεκουραστεί ο μπαμπάς, κατάλαβε ότι θα αργούσε να ξαναδεί τους φίλους του από κοντά. Τις πρώτες μέρες δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα. Δεν ήθελε να βλέπει κανέναν, εκτός από τον αδερφό του. Ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει τι θα πει υπερκόπωση. Ο πατέρας του δούλευε πολλές ώρες για να ζουν καλά και να μπορέσουν αργότερα να σπουδάσουν, αν ήθελαν. Όμως οι πολλές ευθύνες τον κούρασαν. Πολλά βράδια δυσκολευόταν να κοιμηθεί από την ένταση. Έπρεπε να βρει τρόπο να ρίξει τους ρυθμούς για να προστατέψει την υγεία του.
Στο χωριό η ζωή ήταν αλλιώς. Μπορεί να μην υπήρχαν τα ίδια ερεθίσματα για τα παιδιά, αλλά μέχρι να συνέλθει από την πίεση ο πατέρας τους, θα γνώριζαν και έναν άλλο τρόπο ζωής, που είχε και αυτός τα θετικά του. Η μητέρα τους ήταν δασκάλα και είχε αρχίσει από νωρίς να δρομολογεί τη μετάθεσή της στο σχολείο του χωριού. Ο πατέρας τους αφού ξεκουράστηκε για λίγες βδομάδες, άρχισε να πηγαίνει στα χωράφια μαζί με τα αδέρφια του. Τον θυμούνταν παλιά, πριν φύγει για την πόλη για σπουδές, να δουλεύει μαζί τους και να μην τον προλαβαίνουν. Τώρα η κούρασή του ήταν εμφανής. Ούτε για κόντρες είχε διάθεση, ούτε για καλαμπούρια. Του ήταν δύσκολο να παραμείνει συγκεντρωμένος για πολλή ώρα. Ξαφνιάστηκαν όταν κάποια στιγμή σταμάτησε τη δουλειά και κάθισε παράμερα για να καπνίσει. Δεν περίμεναν ποτέ ότι θα τον έβλεπαν με τσιγάρο στο χέρι.
Ο Γιώργος φαινόταν να περνάει καλύτερα από όλους. Από την πρώτη μέρα, άρχισε να γίνεται φίλος με τα ζωάκια του χωριού. Οι θείες του το διασκέδαζαν και τον επαιρναν μαζί τους στο κοτέτσι για να ταΐσουν τις κότες. Μετά από λίγες βδομάδες, τις τάιζε μόνος του και οι θείες του τον κοίταζαν, ενώ το διασκέδαζε. Το καλύτερό του ήταν να μιμείται τις φωνές των ζώων που συναντούσε. Πολλοί τον έβλεπαν να γαβγίζει στα αδέσποτα που κυκλοφορούσαν στο χωριό και αυτά αντί να γίνονται επιθετικά όπως με τον υπόλοιπο κόσμο, τον πλησίαζαν και έπαιζαν μαζί του.
Κάποιες μέρες ακολουθούσε το θείο του, όταν έβγαζε για βοσκή το κοπάδι με τα πρόβατα. Το τσοπανόσκυλο του είχε μεγάλη αδυναμία, χοροπηδούσε γύρω του όποτε τον έβλεπε και ο μικρός τού γάβγιζε. Ο θείος του τον χάζευε, δεν είχε δει άλλον άνθρωπο να έχει τέτοια οικειότητα με τον σκύλο του. Μια μέρα, δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε:
-Του μιλάς, ρε μούργο;
-Ναι, απάντησε ο Γιώργος μισογελώντας.
-Και τι σου απαντάει;
-Θέλει να τον ταΐζεις καλύτερα, λέει. Τις τελευταίες μέρες δεν ευχαριστήθηκε φαΐ.
Αλήθεια ήταν, σκέφτηκε ξαφνιασμένος ο θείος του. Τις τελευταίες μέρες είχε δοκιμάσει να τον ταΐσει κροκέτες αντί για ωμό κρέας. Όταν συνάντησε τους γονείς του, τους εξήγησε αυτό που υποψιαζόταν. Ότι ο γιος τους μπορούσε να επικοινωνεί με τα ζώα. Εκείνοι χαμογέλασαν, αλλά δε φάνηκαν να εκπλήσσονται. Θυμήθηκαν τότε που έπαιζε χαρούμενος με τα σκυλάκια από το διπλανό διαμέρισμα. Χαιρόταν κάθε φορά που τον έλεγαν να βάλει τροφή στα χρυσόψαρα του ενυδρείου. Όποτε έβλεπε ταινίες με ζωάκια για πρωταγωνιστές, δεν ξεκολλούσε από την τηλεόραση. Όταν πήγαν στο χωριό, ήταν σαν να βρέθηκε με ένα μαγικό τρόπο εκεί που ανήκει.
Δεν μπορούσαν να πουν όμως το ίδιο για τον μικρό, τον Λευτέρη. Του έλειπαν πολύ οι φίλοι του και τα παιχνίδια τους και το χωριό δεν είχε πολλά παιδιά στην ηλικία του. Προσπαθούσαν να τον κρατούν απασχολημένο με διάφορους τρόπους. Πήγαιναν συχνά βόλτες στο δάσος για να δει εικόνες που ήταν δύσκολο να δει στην πόλη. Έπαιζαν μαζί του ποδόσφαιρο στην αυλή κι ας ήξεραν ότι κάποιες φορές μπορεί να κλοτσούσε επίτηδες την μπάλα για να τη δει να σπάζει τις γλάστρες της θείας του. Καμιά φορά τον έπαιρναν μαζί στα χωράφια, όταν οι δουλειές που είχαν να κάνουν δεν ήταν δύσκολες. Αν όλα αυτά τα έβλεπε σαν ευκαιρία να ζήσει περιπέτειες που τα παιδιά της πόλης δεν μπορούν να ζήσουν, ίσως σταματούσε να στενοχωριέται και να θυμώνει.
Η στιγμή που άρχισαν να σκέφτονται ότι ίσως να έπρεπε να επιστρέψουν στην πόλη πιο γρήγορα από ό,τι περίμεναν ήρθε ένα πρωί του Νοέμβρη. Ήταν Σάββατο και βρίσκονταν σε έναν από τους ελαιώνες της οικογένειας. Ο μικρός Λευτέρης έβλεπε τους μεγάλους να είναι απασχολημένοι και βαριόταν. Δεν ήταν και ο αδερφός του εκεί, είχε μείνει στο σπίτι μαζί με μια θεία για να μαγειρέψουν για όλους τους άλλους. Τότε ένας από τους θείους του έσπασε ένα μεγάλο κλαδί και κατάφερε να το στερεώσει στη γη για να μοιάζει με μικρό δέντρο.
-Λευτέρη μου, θέλεις να με βοηθήσεις να μαζέψουμε μαζί; ρώτησε τον μικρό και του έδειξε το δεντράκι του, ελπίζοντας να δελεάσει τον ανιψιό του για να μιμηθεί τους μεγάλους που δούλευαν. Ο μικρός δεν έδωσε σημασία.
-Λευτέρη μου, μίλα στο θείο, του είπε ήρεμα η μητέρα του.
Ο μικρός έτρεξε θυμωμένος, κλότσησε το δεντράκι και μετά το μάζεψε από τη γη και προσπάθησε να το σπάσει σε κομμάτια. Όταν είδε ότι δεν τα κατάφερνε, άρχισε να κλαίει. Ο πατέρας του έτρεξε κοντά του, τον πήρε αγκαλιά και κάθισαν στη ρίζα ενός δέντρου. Όταν ηρέμησε, του έδωσε μια μικρή σοκολάτα που είχε στην τσέπη του μπουφάν του και έμεινε εκεί να του κάνει παρέα, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια συνέχισε να δουλεύει.
Γύρισαν στο σπίτι νωρίτερα από τις υπόλοιπες μέρες. Δε χρειαζόταν να εξαντλούνται. Εξάλλου σε μια δυο μέρες το πολύ θα ξεμπέρδευαν. Το βράδυ έπεσαν για ύπνο νωρίς. Ο μικρός όμως τους ετοίμαζε κι άλλη έκπληξη. Όταν είχαν κοιμηθεί όλοι, άνοιξε σιγά σιγά το παράθυρο και βγήκε από το δωμάτιό του, κρατώντας το αρκουδάκι του, τον Παφ. Ούτε ο αδερφός του δεν τον πήρε είδηση, κι ας κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο. Περπάτησε μέχρι το πεύκο που είχαν στην αυλή και κάθισε στη ρίζα του.
-Θέλεις κι εσύ να γυρίσουμε στην πόλη; ρώτησε τον Παφ. Θα γυρίσουμε, θα το δεις. Θα τους αφήσουμε όλους εδώ και θα πάμε.
Κράτησε το αρκουδάκι αγκαλιά. Κρίμα να μην μπορεί να του απαντήσει, το είχε ανάγκη τώρα που οι φίλοι του ήταν μακριά. Ο μικρός άρχισε να κλαίει σιωπηλά, δεν ήθελε να τον ακούσει κανένας, μόνο ο Παφ. Κάποια στιγμή ένιωσε ένα κλαδί του δέντρου στην πλάτη του, λες και είχε κατέβει από ψηλά και τον χάιδευε στην πλάτη για να μη στενοχωριέται.
Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω του. Γεμάτη λουλούδια ήταν η αυλή, άλλα μέσα στις γλάστρες, άλλα πάνω στη γη. Σκεφτόταν τη θεία του που τα φρόντιζε σαν να ήταν παιδιά της. Σκεφτόταν τις ζημιές που έκανε κάθε φορά που έπαιζε και τον έπιανε μια λύπη. Κανένας δεν τον μάλωνε, ό,τι και να έκανε. Όλοι προσπαθούσαν να τον κάνουν χαρούμενο. Και στο τέλος της ημέρας πάντα είχε κάποιον να τον αγκαλιάζει.
Κοίταξε ψηλά το φεγγάρι, και μετά το πεύκο από πάνω μέχρι κάτω. Κράτησε στο χέρι του την άκρη του κλαδιού που του χάιδεψε την πλάτη. Αγκάλιασε τον κορμό, όπως αγκάλιαζε τον πατέρα του, χωρίς να αφήσει στιγμή τον Παφ από τα χέρια του. Μερικά κλαδιά κατέβηκαν χαμηλότερα και τον τύλιξαν, σαν να τον αγκάλιαζαν κι αυτά. Ένιωσε να καταλαβαίνει το δέντρο, όπως ο αδερφός του καταλάβαινε τα ζωάκια του χωριού. «Κρίμα να μην έχουν φωνή τα δέντρα και τα λουλούδια», σκέφτηκε.
Άφησε τον κορμό του δέντρου και άρχισε να περπατάει. Βγήκε από την αυλή και κοίταζε γύρω του, δεν είχε ξαναδει το χωριό νύχτα. Δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί πολύ, είδε ένα σκυλί να πλησιάζει από μακριά. Φοβήθηκε κι άρχισε να τρέχει πίσω στην αυλή. Ποτέ του δεν κατάφερε να παίξει με τα ζώα όπως ο αδερφός του, που τα ηρεμούσε με ένα βλέμμα. Ο σκύλος όταν είδε τη σκιά του παιδιού να κινείται, τρόμαξε και έγινε επιθετικός. Έτρεξε προς τον μικρό που όρμησε στο πεύκο και το αγκάλιασε σαν να ζητούσε βοήθεια. Το γάβγισμα του σκύλου ακουγόταν όλο και πιο κοντά και ο μικρός κρύφτηκε πίσω από τον κορμό του πεύκου φοβισμένος.
Προς μεγάλη του έκπληξη, είδε κάποια κλαδιά του πεύκου να κινούνται προς το σκύλο και αυτός να δυσκολεύεται να πλησιάσει κι άλλο. Πώς μπορούσε να συμβεί αυτό; Κοίταξε προσεκτικά τα πόδια του σκύλου που φαίνονταν να έχουν μπλεχτεί στα λουλούδια που υπήρχαν στην περιοχή γύρω από το δέντρο. Τι γινόταν; Έδειχνε το δέντρο στα λουλούδια πώς να κρατήσουν το σκύλο μακριά; Τους έκανε νοήματα; Είχαν δική τους γλώσσα; Πώς; Στο τέλος, ο σκύλος ξέφυγε από τα λουλούδια που είχαν τυλιχτεί γύρω από τα πόδια του και κινήθηκε προς το παιδί και το δέντρο. Τότε το πιο μακρύ κλαδί του πεύκου έσπασε και έπεσε ακριβώς μπροστά στο σκυλί, κλείνοντάς του το δρόμο. Το σκυλί τρόμαξε και έφυγε κλαίγοντας, ενώ οι κραυγές του ξύπνησαν και την υπόλοιπη οικογένεια.
Όταν οι γονείς του βγήκαν έντρομοι στην αυλή, ο μικρός έτρεξε και τους αγκάλιασε. Δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτό που είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα. Ήξερε ότι ο αδερφός του μπορούσε να συνεννοηθεί με τα ζώα, όλο το χωριό το έβλεπε. Τα δέντρα όμως; Τα λουλούδια; Τι συνέβαινε με αυτά; Αφού δεν είχαν φωνή, πώς κατάφερναν να καταλάβουν το ένα τ΄άλλο; Μήπως μιλούσαν μεταξύ τους χωρίς να τα ακούνε οι άνθρωποι; Ήταν δυνατό να συμβεί; Η μητέρα του τον πήρε αγκαλιά και πήγαν στο σπίτι. Την ώρα που τον έβαλε στο κρεβάτι του και τον σκέπαζε, ο μικρός κατάφερε να βάλει σε τάξη αυτά που σκεφτόταν και τη ρώτησε:
-Μαμά, μιλάνε τα δέντρα;
-Δε... Δεν ξέρω, απάντησε κοιτάζοντάς τον ξαφνιασμένη. Ίσως και να μιλάνε, ποιος ξέρει.
Ήταν εκείνη η μαγική στιγμή που αποφάσισε ότι θέλει να μάθει περισσότερα για τα λουλούδια και τα δέντρα. Ήθελε να τα καταλαβαίνει όπως καταλάβαινε ο αδερφός του τα ζωάκια που τον πλησίαζαν. Δεν ήξερε ακόμη πώς θα το κατάφερνε αυτό, αλλά ήταν σίγουρος ότι όταν θα μεγάλωνε, θα έβρισκε τον τρόπο. Όλα τα θυμόταν από εκείνη τη νύχτα, όλα. Και όποτε τα σκεφτόταν, χαμογελούσε και γαλήνευε.
Έπεσε για ύπνο, ξέροντας ότι την επόμενη μέρα ίσως ξεκινούσε μια νέα διαδρομή στη ζωή του. Δεν είχε καμία αγωνία• ό,τι και να γινόταν, για το καλό του θα ήταν. Κοιμήθηκε πιο ήρεμα από ποτέ. Κι όταν λίγο πριν το μεσημέρι, τον ξύπνησε η φωνή της μητέρας του, ο Λευτέρης άνοιξε τον υπολογιστή, μπήκε στη σελίδα του υπουργείου, πληκτρολόγησε τον κωδικό του και τα αρχικά των ονομαστικών του στοιχείων και είδε τα αποτελέσματα.
-Λοιπόν; ρώτησαν οι δικοί του.
-Γεωπονική Αθηνών, τους απάντησε και τους αγκάλιασε έναν έναν.
Το διήγημα αυτό ήταν η συμμετοχή μου στον 10ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2021 που διοργάνωσε η UNESCO. Συμμετείχε στην κατηγορία "Παιδικό Παραμύθι".
Η φωτογραφία προέρχεται από τη σελίδα του Facebook Nek in Athens.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου