Κι όμως, κανένα δεν έμενε απαράλλαχτο στο πέρασμα του χρόνου. Δεντράκια μικρογραφίες των γιγάντων φύτρωναν πάνω στα κλαδιά και έμοιαζαν με παρέες παιδιών που έπαιρναν δύναμη και ζωή από το σώμα του γονιού τους. Και δεν ήταν τα μόνα πλάσματα που ζούσαν εκεί πάνω• καφεκόκκινοι σκίουροι φώλιαζαν μέσα στις κουφάλες των γιγάντων και τρέφονταν με καρπούς που τους έδιναν τα δεντράκια που φύτρωναν πάνω στα μεγάλα κλαδιά. Κι όπως τα δέντρα ήταν γενναιόδωρα μαζί τους, έτσι και οι σκίουροι ήταν γενναιόδωροι με τους ανθρώπους. Κάθε φθινόπωρο, κάποια παιδιά κατάφερναν να σκαρφαλώσουν στα χαμηλότερα κλαδιά. Εκεί μιλούσαν με τους σκίουρους, έπαιζαν μαζί τους κι εκείνοι γέμιζαν τα καλαθάκια των παιδιών με καρπούς, που θα τους έπαιρναν οι μεγάλοι και θα έφτιαχναν το νέκταρ του φθινοπώρου. Αυτό θα έπιναν για να τους κρατάει ζεστούς, όταν θα άρχιζαν τα κρύα του χειμώνα.
Ο Ντεγουέιν και η Έτνε κοίταζαν το γιο τους και την κόρη τους να σκαρφαλώνουν στα δέντρα μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά και έλαμπαν από ευτυχία. Χρόνια προσπαθούσαν να κάνουν ένα παιδί. Όταν απέκτησαν τα δίδυμα, ένιωσαν ότι ανταμοίφθηκαν για την υπομονή τους. Έτσι, όταν τα έβλεπαν να μεγαλώνουν, αλλά να μην ψηλώνουν το ίδιο γρήγορα με τα άλλα παιδιά, προσπάθησαν να μη λυπούνται. Μόνο μια φορά που ο Ντεγουέιν είδε την Έτνε κλαμένη, την αγκάλιασε και της είπε:
-Για καλό είναι, θα δεις. Ένα θέλαμε, δυο ήρθαν. Υπομονή κάναμε, αυτό θα κάνουμε και τώρα. Κι ας μείνουν για πάντα παιδιά.
Ώσπου ένα φθινόπωρο τα είδαν να σκαρφαλώνουν κι αυτά και να φτάνουν σε πολύ ψηλά κλαδιά. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν. Όταν τα μικρά κατέβηκαν από τα δέντρα, το καθένα είχε στον ώμο του ένα σκίουρο. Μέχρι τότε, κανένας σκίουρος δεν είχε ακολουθήσει άνθρωπο.
-Αρκετά μεγάλα για να σκαρφαλώσουν, αρκετά μικρά για να μιλήσουν με τους σκίουρους, είπε ο Ντεγουέιν, μια και κανένας μεγάλος δεν κατάφερε να μιλήσει μαζί τους, ακόμη κι αν είχε μιλήσει σαν παιδί.
- Μεγάλωσαν νωρίς κι ας μην το βλέπαμε, απάντησε η Έτνε. Λες να ξεχάσουν και τη γλώσσα των σκίουρων νωρίς;
-Κανείς δεν την ξεχνά, της απάντησε. Οι σκίουροι διαλέγουν σε ποιον θα μιλήσουν. Τους φοβούνται τους μεγάλους. Κοίτα τα μικρά μας. Κοίτα τα. Τι να φοβηθούν από αυτά; Θα τη μιλάν για χρόνια. Και θα ανεβαίνουν ψηλά. Και πού ξέρεις, ίσως δείξουν και σε άλλα παιδιά το δρόμο.
Η ιστορία συμμετείχε στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Μικροϊστοριών του Literature.gr με θέμα "Φθινοπωρινές Ακροβασίες". Οι όροι του διαγωνισμού είναι εδώ.
Τη φωτογραφία την ανακάλυψα στη σελίδα For the Love, for the Death and the Poetry. Υπάρχει επίσης αρχειοθετημένη εδώ, μαζί με ένα thread 133 σχολίων

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου