Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

Οι αυτοεξόριστοι

 

            -Πώς είναι το κεφάλι σου; ρώτησε η Κάλικο τη δίδυμη αδερφή της, Μέλε. Πονάει ακόμη;
            -Πονάει, αλλά όχι όπως χθες. Και ο πυρετός φαίνεται να πέφτει, απάντησε η Μέλε εξαντλημένη.

             Η Κάλικο βγήκε από την καλύβα, πήγε στη διπλανή πηγή, έβρεξε ένα κομμάτι πανί και γύρισε στην αδερφή της. 

            -Θα περάσει, της είπε, καθώς της έβαζε στο μέτωπο το βρεγμένο πανί. Δε θα τους κάνουμε τη χάρη να πεθάνουμε.
             -Για ποιους μιλάς;
             -Για όλους! φώναξε οργισμένη η Κάλικο. Για αυτούς που μας έστειλαν εδώ να πεθάνουμε. Και για τους ηλίθιους που δεν... τους εμπόδισαν!
             -Μη φωνάζεις, σε παρακαλώ, είπε κλαίγοντας η Μέλε και έπιασε το κεφάλι της. . Μη φωνάζεις, δεν μπορώ άλλο! 
             -Με συγχωρείς, της είπε και την αγκάλιασε, μετανιώνοντας αμέσως για το άκαιρο ξέσπασμά της. Ξάπλωσε να ηρεμήσεις. Εγώ θα είμαι έξω, δε θα πάω μακριά. Αν με χρειαστείς, θα με φωνάξεις, εντάξει;

             Η Μέλε έγνεψε καταφατικά και η Κάλικο βγήκε και άρχισε να περπατάει. Ένιωθε κι εκείνη ζεστό το μέτωπό της, αλλά ο πονοκέφαλος είχε υποχωρήσει. Κάθισε στη ρίζα ενός φοίνικα και έστρεψε το βλέμμα προς τη θάλασσα, όπου κοίταζε τον ηλιο να δύει. Σχεδόν μια βδομάδα απομονωμένες στο Νησί του Βράχου. «Ποιου βράχου;» αναρωτήθηκε. «Δέντρα, θάμνοι, καλύβες για την απομόνωση. Βράχοι πουθενά. Ποιος ηλίθιος διάλεξε όνομα;»
             Σκεφτόταν τους αρρώστους που είχαν περάσει από τις καλύβες. Άλλοι έμεναν μερικές μέρες και κάθε φορά επέστρεφαν στο σπίτι τους υγιείς. Άλλοι αρρώσταιναν βαριά και δε γύριζαν ποτέ. Και λίγοι τυχεροί έχαναν ελάχιστο χρόνο από τη ζωή τους στις καλύβες της απομόνωσης. Ζούσαν περισσότερο από τους υπόλοιπους, αρρώσταιναν σπάνια ή καθόλου και κάποιες φορές, έπαιρναν το ρίσκο να φροντίσουν τους απομονωμένους.
             Και κάπως έτσι περνούσε η ζωή τους. Ανάμεσα στο Νησί του Βράχου και τα γύρω νησιά. Το Νησί του Χρυσού Ποταμού, το Νησί των Γιγάντιων Πεταλούδων, το Νησί των Τριφυλλιών, το Νησί των Σπηλαίων, το Νησί των Λευκών Πιθήκων και τόσα άλλα, διασκορπισμένα γύρω από το νησί με το 
παράταιρο όνομα. Νησιά πανέμορφα, μαγικά, το καθένα με τον δικό του τρόπο, αλλά ταυτόχρονα, καταδικασμένα όλα να φιλοξενούν τη δυστυχία μιας φυλής ανθρώπων που περνούσαν τη σύντομη ζωή τους περιμένοντας στωικά το θάνατο, στον οποίο παραδίνονταν αμαχητί.

             Η Κάλικο σηκώθηκε για να επιστρέψει στην καλύβα. Σκεφτόταν τα μικρά παιδιά που δε γύρισαν ποτέ από το Νησί του Βράχου. Πολλά ήταν μικρότερα από εκείνη και την αδερφή της, ούτε δεκατεσσάρων ετών δηλαδή. Δε θα άφηνε να συμβεί αυτό. Θα έφευγαν από εκεί με κάθε τρόπο. Μπήκε στην καλύβα και έβαλε το χέρι της στο μέτωπο της Μέλε. Ζεστή ήταν, αλλά όχι όπως τις πρώτες μέρες. «Μάλλον τη γλίτωσε», σκέφτηκε ανακουφισμένη.
             Έβγαλε τα παπούτσια της και ξαναβγήκε. Ήθελε να νιώσει ότι αγγίζει τη γη, ευκαιρία ήταν τώρα που δεν την έβλεπε κανείς για να τη μαλώσει. Πλησίασε ξανά το φοίνικα. «Από πότε έχω να φάω καρύδα;» αναρωτήθηκε κι άρχισε να σκαρφαλώνει. Αφού πέταξε στη γη δυο καρύδες, κατέβηκε και άρχισε να τις ψάχνει. Μόλις τις είδε και κινήθηκε προς αυτές, ένιωσε να πατάει μια πέτρα πιο ζεστή από τις υπόλοιπες γύρω της. Δεν την ενόχλησε, δεν την έκαιγε, ίσα ίσα που την ανακούφιζε. Ένιωσε το σώμα της να ξεφορτώνει όλη την εξάντληση των προηγούμενων ημερών και να τη σκορπίζει μέσα στη γη.

            Ξαφνικά, άρχισε να φυσάει αέρας και να σηκώνει κύμα. «Τι είναι αυτό πάλι;», σκέφτηκε. Δεν της φαινόταν τυχαίο. Όσο υποχωρούσε η θερμή δύναμη της πέτρας, τόσο ο αέρας δυνάμωνε, ώσπου τα κύματα έφεραν στην ακτή μια βάρκα. «Να είναι ο άνθρωπος που μας φέρνει τροφή;», σκέφτηκε. «Αυτός έρχεται κάθε δυο μέρες. Χθες ήρθε. Και πάντα έρχεται πρωί, πριν ξυπνήσουμε». Πλησίασε να δει, κανείς μέσα στη βάρκα. Το επόμενο κύμα έφτασε πολύ ψηλά και την τρόμαξε. Δεν έφτασε όμως στην παραλία· ο άνεμος του έδωσε μορφή και μια υδάτινη πύλη σχηματίστηκε πάνω στη θάλασσα. Ένας γέροντας με γαλάζιο μανδύα πρόβαλλε μέσα από αυτή.
             -Αύριο η πόρτα θα είναι ανοιχτή για εσάς.
             -Ποιος είσαι; ρώτησε ταραγμένη η Κάλικο.
             -Η βάρκα θα σας περιμένει εδώ. Κι εμείς θα σας περιμένουμε στην άλλη πλευρά της πύλης.
             -Ποιοι είστε εσείς; ξαναρώτησε, καθώς έβλεπε τον γέροντα να φεύγει και την πύλη να ξαναγίνεται κύμα και να χάνεται. Ποιος είσαι; Ποιος είσαι; συνέχισε να φωνάζει και έκανε βουτιά μέσα στη θάλασσα, χτυπώντας με τα 
χέρια της τα νερά εκεί που είχε εμφανιστεί η υδάτινη πύλη.

             Αφού ξέσπασε την οργή της, βγήκε από τη θάλασσα, πήρε τις καρύδες και την πέτρα και γύρισε στην καλύβα. Έβγαλε από πάνω της τα μουσκεμένα ρούχα. Ξάπλωσε, κοιτάζοντας το φεγγάρι έξω από το παράθυρο. Τον είχε ξαναδεί. Πού όμως; Ο θυμός θόλωνε τη μνήμη της, έπρεπε να ηρεμήσει. Εύκολο ήταν; Όχι, αλλά έπρεπε. Έκλεισε τα μάτια της, πήρε βαθιές ανάσες και άφησε το μυαλό της να ταξιδέψει στο παρελθόν. Δέκα χρόνια πριν πρέπει να ήταν. Τότε που περπατούσε δίπλα στη θάλασσα ξυπόλητη, είδε τον γαλαζοντυμένο γέροντα να την καλεί. Μπήκε στη θάλασσα να τον ακολουθήσει, αλλά η μητέρα της πρόλαβε και την τράβηξε έξω. Από τότε τη μάλωνε, όποτε την έβλεπε ξυπόλητη. Η Κάλικο δεν την εμπιστεύτηκε ποτέ ξανά. Ούτε εκείνη ούτε κανέναν άλλον. Μιλούσε για αυτά που έβλεπε και κανείς δεν την πίστευε. Μα δεν έβλεπαν; Ναι, ίσως και να μην έβλεπαν τελικά.

             Την άλλη μέρα προς το απόγευμα, η Μέλε ξύπνησε. Φαινόταν κάπως καλύτερα. Η Κάλικο είχε ξυπνήσει νωρίτερα. Άνοιξε τις δυο καρύδες με το μαχαίρι της και έδωσε τη μια στην αδερφή της για να πιει το γάλα. Όσο την κοίταζε, σκεφτόταν τον γέροντα. Έπρεπε να τον βρει και να του μιλήσει. Ήταν τόσο διαφορετικός από τους ανθρώπους που είχε συνηθίσει να βλέπει! Έδειχνε ήρεμος, γαλήνιος, είχε μια ζεστασιά που έλειπε από τον κόσμο της. Λίγοι είχαν την όψη του. Μόνο εκείνοι οι τυχεροί που δεν τους άγγιζε αρρώστια. Εκείνοι που ο θάνατος δεν βιαζόταν να τους πάρει και τους άφηνε να χορτάσουν ζωή. Να ήταν κι αυτός από τους τυχερούς; Ή μήπως ήξερε κάτι που του έδινε δύναμη και τον έκανε ξεχωριστό;

             -Μετά το φαγητό θα πάμε στη θάλασσα, είπε η Κάλικο στη Μέλε. Βρήκα τρόπο να γίνουμε εντελώς καλά, της είπε όσο πιο αποφασιστικά μπορούσε. Ευχόταν από μέσα της να μην αρχίσει η Μέλε τις ερωτήσεις, θα της ήταν πολύ δύσκολο να της αφηγηθεί αυτό που έζησε και να την πείσει ότι δεν το φαντάστηκε. Ευτυχώς, η Μέλε είχε αφεθεί στη φροντίδα της αδερφής της και ένιωθε ασφαλής μαζί της. Θα την ακολουθούσε, ό,τι και να της έλεγε, μετά από τόσες μέρες απομόνωσης. Δε ρώτησε τίποτα, ακόμη κι όταν την είδε να παίρνει μαζί της όλα τους τα πράγματα την ώρα που έφευγαν από την καλύβα για να πάνε προς τη θάλασσα. Ήξερε ότι δε θα επέστρεφαν εκεί.
             -Βγάλε τα παπούτσια σου και πιάσε την πέτρα, είπε η Κάλικο. Η αδερφή της την άκουσε. Κράτησε την πέτρα και την παρακολουθούσε να 
αλλάζει χρώματα. Έβλεπε την γκρίζα όψη της να γίνεται κόκκινη περνώντας από όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις και μετά, να επανέρχεται στο γκρίζο.
             -Νιώθεις καλύτερα; τη ρώτησε η Κάλικο μετά από λίγη ώρα.
             -Όχι, καμία διαφορά. Μα γιατί αλλάζει χρώμα;
             Η Κάλικο μπερδεύτηκε. Τι γινόταν λάθος; Έβγαλε κι εκείνη τα παπούτσια της και άπλωσε τα χέρια της να πάρει την πέτρα. Μόλις όμως την άγγιξε, τα χέρια της έμειναν εκεί. Οι εναλλαγές των χρωμάτων γίνονταν με μεγάλη ταχύτητα. Για λίγη ώρα ένιωθε ρεύματα θερμότητας να τη διαπερνούν, σαν να ήταν εκείνη ο αγωγός που μεσολαβούσε ανάμεσα στο σώμα της αδερφής της και τη γη. Στο τέλος, τα δυο κορίτσια έπεσαν στο έδαφος εξαντλημένες. Κι ενώ η Μέλε χαμογελούσε ανακουφισμένη, η Κάλικο προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν διαφορετικό αυτή τη φορά. Η απορία της θα λυνόταν αρκετά αργότερα, αφού ο άνεμος δυνάμωσε πάλι και σήκωσε κύματα, μέχρι να ξαναδούν στην επιφάνεια της θάλασσας την υδάτινη πύλη.

             -Σήκω! φώναξε η Κάλικο. Τράβηξε την αδερφή της στη βάρκα και μπήκαν μέσα. Τα κύματα τις παρέσυραν στην άλλη πλευρά της πύλης. Η Μέλε ήταν χωμένη στην αγκαλιά της αδερφής της. Για μερικές στιγμές έκλεισαν τα μάτια τους από το φόβο. Όταν τα ξανάνοιξαν, ήταν ξαπλωμένες σε μια άλλη ακτή και η βάρκα τους είχε ξεβραστεί λίγα βήματα πιο πέρα.
             -Πού είναι η πέτρα μου; Πού είναι; φώναζε η Κάλικο, ψάχνοντάς την ανάμεσα στις άλλες γκρίζες πέτρες της ακτής.
             -Εδώ είναι, άκουσε μια φωνή να της λέει και όπως σήκωσε το βλέμμα της, είδε έναν γαλαζοντυμένο άντρα να απλώνει το χέρι του και να της δίνει την πέτρα. Αυτήν την πέτρα δεν ψάχνεις;
             Η Κάλικο την άγγιξε και την είδε να αλλάζει χρώματα. Ναι, αυτή ήταν. Αλλά πώς το ήξερε; Πώς την ξεχώρισε ανάμεσα στις άλλες πέτρες; Και γιατί φορούσε γαλάζια αυτός; Και οι άλλοι που πήγαν να φροντίσουν τη Μέλε; Κι αυτοί στα γαλάζια ήταν ντυμένοι. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί που τους περίμεναν;
             -Μία μία οι απορίες, μικρή μου Κάλικο. Δε θα μείνει κάποια χωρίς απάντηση, της είπε ο άντρας με φωνή γεμάτη κατανόηση. Εδώ δε θα φοβάσαι να πεις αυτά που σκέφτεσαι. Εδώ βλέπουμε όλοι αυτά που βλέπεις και ακούμε αυτά που ακούς. Μερικές φορές, ακούμε και αυτά που σκέφτεσαι. Αλλά αυτό μόνο όταν οι σκέψεις σου έχουν κυριευτεί από θυμό. Πάμε; τη ρώτησε και της έδειξε κάτι καλύβες.
             -Ο γέροντας σε ποια καλύβα μένει; ρώτησε η Κάλικο.
             -Σε καμία, της απάντησε ο άντρας κάνοντας νόημα και στους άλλους να τον ακολουθήσουν.

             Η Κάλικο σιώπησε. Δεν την περίμενε αυτή την απάντηση, δεν ήξερε τι να ρωτήσει. «Ας είναι», σκέφτηκε. «Υποσχέθηκε να μου λύσει όλες τις απορίες, ας δούμε αν ξέρει ποιες είναι». Έφτασαν μπροστά σε μια από τις καλύβες. Η Κάλικο και η Μέλε ακολούθησαν μέσα στην καλύβα τον άντρα που, από τον τρόπο που τον κοιτούσαν και του μιλούσαν οι υπόλοιποι, φαινόταν να είναι κάτι σαν αρχηγός τους. Κάθισαν στις καρέκλες που τους έδειξε και περίμεναν. Ένας από αυτούς που φρόντισαν τη Μέλε τούς έφερε να πιουν ζεστό γάλα και να φάνε ψωμί με μέλι.
             -Χορτάσατε; τις ρώτησε ο άντρας, όταν τελείωσαν. Αν θέλετε, να πω να σας φέρουν κι άλλο.
             -Νομίζω πως είναι ώρα να λύσουμε κάτι απορίες, είπε αυστηρά η Κάλικο. Μάλλον ξέρεις καλύτερα από εμάς ποιες είναι, ας μην καθυστερούμε.
             -Ο γέροντας Ακιλιάνο που σας κάλεσε εδώ δε ζει πια. Έζησε πριν αιώνες στο Νησί του Βράχου, μαζί με άλλους θεραπευτές.
             -Θεραπευτές; ρώτησε η Κάλικο. Τι είναι θεραπευτές;
             -Θεραπευτές ήταν εκείνοι που πολεμούσαν τις αρρώστιες των ανθρώπων. Έβρισκαν τι δε λειτουργούσε καλά στο σώμα και φρόντιζαν να το διορθώσουν. Έτσι,οι άνθρωποι ζούσαν πολλά χρόνια, υπέφεραν λιγότερο και χάρη στους θεραπευτές, ο θάνατος τούς έβρισκε όταν έφταναν σε βαθιά γηρατειά. Σπάνια κάποιος πέθαινε νέος, έπρεπε να είναι πολύ άτυχος.
             -Πότε έζησαν; Παλιά; Εμείς γιατί δεν έχουμε θεραπευτές;
             -Παλιά, πολλές γενιές πριν γεννηθείτε οι δυο σας. Ήταν άνθρωποι που γεννιούνταν με σοφία μέσα τους, είχαν την ικανότητα να φροντίζουν τους άλλους και αυτό φαινόταν από μικρή ηλικία. Ήταν στοργικοί και ήρεμοι. Κι ενώ γεννιούνταν με το χάρισμα να θεραπεύουν, ήταν επιλογή του καθενός τι θα έκανε με αυτό. Άλλοι επέλεγαν να αφοσιωθούν εξ ολοκλήρου στη θεραπεία των ανθρώπων, άλλοι προτιμούσαν να ασχοληθούν με κάτι άλλο. Οι περισσότεροι προτιμούσαν να είναι θεραπευτές, αλλά ταυτόχρονα να ασχολούνται και με άλλα πράγματα. Αν κάποιος είχε συγγενείς που να ασχολούνται με τη γεωργία ή τη μεταλλουργία ή κάτι άλλο, καλλιεργούσε το χάρισμά του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να βοηθά και την οικογένεια. 
Αυτό ήταν το πιο συνηθισμένο, αφού κάθε είδους βοήθεια και φροντίδα είναι μέσα στη φύση του θεραπευτή.
             Ο Βράχος της Σοφίας, ο βράχος που έδωσε το όνομα στο νησί που βρεθήκατε, έδινε δύναμη στους θεραπευτές να γίνονται όλο και καλύτεροι. Όποτε κάποιος αρρώσταινε, τον μετέφεραν στο νησί, άγγιζε το βράχο και ο θεραπευτής «διάβαζε» τις αλλαγές στην όψη του βράχου και καταλάβαινε το πρόβλημα. Μετά, άγγιζαν και οι δυο μαζί το βράχο και ο θεραπευτής έδιωχνε την αρρώστια μακριά από το σώμα του ανθρώπου.
             -Ό,τι συνέβη με την πέτρα δηλαδή. Εγώ γιατί το κατάφερα μόνη μου; είπε η Κάλικο, μαντεύοντας την απάντηση που θα λάμβανε.
             -Γιατί ο θεραπευτής δε χρειάζεται βοήθεια. Τουλάχιστον όχι σε αυτό. Είσαι η πρώτη θεραπεύτρια που γεννιέται στα νησιά μετά από αιώνες. Ξέρεις, για πολλές γενιές, οι άνθρωποι αρρώσταιναν σπάνια, σχεδόν είχαν ξεχάσει πώς είναι να υποφέρουν από βαριές αρρώστιες. Νόμισαν πως έτσι είναι το φυσιολογικό, το αυτονόητο και ξεχνούσαν πόση ανάγκη έχουν τους θεραπευτές. Άρχισαν να τους υποτιμούν, να αγνοούν τις συμβουλές τους.
             Ο πρόγονός μου, ο γέροντας Ακιλιάνο, ήταν ο πρώτος που αποφάσισε να φύγει και να ζήσει αυτοεξόριστος. Έσπασε ένα κομμάτι από τον Βράχο της Σοφίας για να μπορεί να θεραπεύει τον εαυτό του και ήρθε εδώ. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν, αφού έκαναν λίγη υπομονή ακόμη. Πήραν και το βράχο μαζί, αφήνοντας πίσω τα θραύσματα που σκόρπισε ο Ακιλιάνο, όταν έσπασε το κομμάτι του. Και στο νησί έμεινε μόνο το όνομα. Και να ’μαστε εμείς εδώ, οι απόγονοι των πρώτων αυτοεξόριστων, θεραπευτές κι εμείς, ξεκομμένοι από την πατρίδα που υπηρέτησαν οι πρόγονοί μας.
             Εσύ, Κάλικο, είσαι η ευκαιρία να γίνουν όλα όπως παλιά. Μόνο αν το θέλεις, όμως. Όπως σου είπα, ο θεραπευτής υπηρετεί τους άλλους μόνο αν το θελήσει ο ίδιος. Κι εσύ, Μέλε, μπορείς να βοηθήσεις σε αυτό. Αν η αδερφή σου το θελήσει, την περιμένει δύσκολος δρόμος. Σε χρειάζεται δίπλα της για να διώχνεις το θυμό που την πνίγει εδώ και χρόνια.
             Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν για λίγες στιγμές σαν να το σκέφτονταν μαζί.
             -Πώς είναι το όνομά σου; ρώτησε η Κάλικο τον γαλαζοντυμένο.
             -Κενίκα με φωνάζουν, της απάντησε.
             -Λοιπόν, Κενίκα, μια από αυτές τις μέρες πρέπει να πάμε στο Βράχο της Σοφίας, είπε χαμογελώντας. Μέλε, θα έρθεις μαζί μας;



Το διήγημα αυτό ήταν η συμμετοχή μου στον 9ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2020 που διοργάνωσε η UNESCO και απέσπασε Έπαινο στην κατηγορία "Παιδικό - Νεανικό Διήγημα".
Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάπου στην Αργυρούπολη τον Μάιο του 2020.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου