Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Η ταβέρνα του Εμίλιο

Οδηγούσε αρκετή ώρα. Μέχρι να φτάσει στην «Ταβέρνα του Εμίλιο», ο ήλιος θα βασίλευε. Ποτέ δε βαριόταν εκεί. Όποτε περνούσε από το χωριό, πάντα έκανε μια στάση. Την είχε ανακαλύψει, όταν σπούδαζε αρχαιολογία στο...
πανεπιστήμιο της διπλανής πόλης, τότε που είχε αρχίσει να κάνει εκδρομές με την παρέα της. Στην αρχή τους έπεισε να πηγαίνουν εκεί, αλλά μετά η παρέα δεν ακολουθούσε. Της έλεγαν ότι ήθελαν να δουν κι άλλα μέρη. Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι δεν τους άρεσε, τους φαινόταν σκοτεινή και θλιμμένη.
«Εντάξει», σκέφτηκε τότε, «παρέα είμαστε, όχι σιαμαία. Ας κάνω και κάποια πράγματα μόνη μου». Και κάπως έτσι, άρχισε να κάνει εκδρομές χωρίς την παρέα. Ανακάλυψε ότι ήταν βολικό αυτό το μοτίβο. Μόνη της έκανε όλα αυτά που ήθελε, μαζί τους έκανε πράγματα που ίσως να μην έκανε μόνη της.
Παράλληλα με τις εκδρομές, προχωρούσαν και οι σπουδές της, τις οποίες απολάμβανε όσο και τις εκδρομές. Δε δυσκολευόταν να φανταστεί τον εαυτό της αρχαιολόγο μετά την αποφοίτηση. Της άρεσε να ψάχνει, να ανακαλύπτει, να λύνει γρίφους. Από μικρό παιδί θυμόταν την Πυθία να είναι η αγαπημένη της φιγούρα. Της άρεσε που τα λόγια της ήταν θολά και δυσνόητα για τους πολλούς. Συχνά άκουγε να λένε ότι τα λόγια της δεν ήταν χρησμοί, αλλά ανοησίες που έλεγε, όταν παραληρούσε. Εκνευριζόταν με αυτούς τους ανθρώπους. Ήταν δυνατόν να απαξιώνουν ό,τι δεν καταλάβαιναν; «Ας ζόριζαν το μυαλό τους να καταλάβουν ποιο είναι το νόημα, όλα στο πιάτο τα θέλουν;», σκεφτόταν, όποτε θύμωνε.
Κάποια στιγμή, έφτασε μπροστά στην ταβέρνα. Πάρκαρε, μπήκε στο μαγαζί και κάθισε σε ένα τραπέζι. «Καλησπέρα, κυρία Ιρένε», είπε ο σερβιτόρος αφήνοντας τον κατάλογο στο τραπέζι. «Η μουσική μόλις άρχισε. Να ξαναέρθω σε λίγο;». Δε χρειάστηκε, η Ιρένε παράγγειλε αμέσως και συγκεντρώθηκε στα τραγούδια που έπαιζαν οι μουσικοί.
Σε λίγο ο σερβιτόρος έφερε το φαγητό της. Την ώρα που άρχισε να τρώει, κάθισε δίπλα στους μουσικούς ο Εμίλιο. «Θα ξαναπαίξει βιολί», ψιθύρισε κάποιος από το τραπέζι πίσω της. «Μετά από δεκαπέντε χρόνια, θα ξαναπαίξει». Ο Εμίλιο άρχισε και οι μουσικοί ακολούθησαν σιγοντάροντας. Η Ιρένε πρώτη φορά άκουγε αυτή τη μελωδία. Γλυκά θλιμμένη. Σε αυτές τις λέξεις κατέληξε, αφού σκέφτηκε για λίγο ποιες θα ήταν οι πιο ταιριαστές για αυτό το σκοπό, που έμοιαζε με μοιρολόι, αλλά ίσως και να μην ήταν.
-Τι συνέβη πριν από δεκαπέντε χρόνια; ρώτησε το σερβιτόρο την ώρα που της έφερνε μια κανάτα με νερό.
-Τι εννοείτε; ρώτησε προσπαθώντας να παραμείνει ψύχραιμος.
-Κάποιος πίσω μου είπε, ότι ο Εμίλιο θα παίξει ξανά μετά από δεκαπέντε χρόνια. Γιατί σταμάτησε τότε;
-Μάλλον δεν ακούσατε καλά. Εξάλλου πίσω σας δεν κάθεται κανείς, της είπε και απομακρύνθηκε βιαστικά.
-Μάλλον, του απάντησε για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση.
Κοίταξε πίσω της. Το τραπέζι ήταν όντως άδειο. Προφανώς, αυτοί που κάθονταν, είχαν φύγει. Όταν μπήκε, το μοναδικό άδειο τραπέζι ήταν αυτό, στο οποίο καθόταν. Και τα λόγια τα άκουσε πεντακάθαρα, δεκαπέντε χρόνια. Δεν υπήρχε κανένας θόρυβος να την μπερδέψει εκείνη την ώρα, νεκρική σιγή έπεσε, όταν είδαν τον Εμίλιο να κάθεται δίπλα στους μουσικούς. Και όταν άρχισε η μουσική και έριξε μια ματιά γύρω της, είδε κάποιους να έχουν δακρύσει. Κάτι είχε συμβεί τότε και μάλλον θα δυσκολευόταν να μάθει τι ακριβώς.
Τις επόμενες μέρες προσπαθούσε να είναι συγκεντρωμένη στη δουλειά της. Οι ανασκαφές στις οποίες συμμετείχε προχωρούσαν και το μυαλό της έπρεπε να είναι εκεί. Όμως το ένστικτό της έλεγε να μην ξεχάσει εκείνο το βράδυ. Το ένστικτό της που τόσο θαύμαζε ο καθηγητής Μαρτίνεζ. «Μην το χαραμίσεις, δεν πρέπει», της έλεγε. «Πολλοί τα παρατάνε, δεν τελειώνουν καν τις σπουδές τους. Άλλοι αλλάζουν δρόμο και καταλήγουν καθηγητές στο γυμνάσιο του χωριού τους. Εσύ μην το κάνεις».
Πόσο δίκιο είχε… Έβλεπε ένα ένα τα άτομα της παρέας της να επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις του. Αποφάσισε να ψάξει την ιστορία της περιοχής γύρω από την ταβέρνα του Εμίλιο. Ίσως έβρισκε κάτι που να μπορούσε να συνδέσει με το περιστατικό στην ταβέρνα. Ίντερνετ, βιβλιοθήκες, αρχεία των εφημερίδων της περιοχής. Τίποτα, το μόνο που κατάφερε ήταν να διαβάζει γενικότητες για την ιστορία της περιοχής∙ πολέμους, γιορτές, ταφικά έθιμα, ό,τι ήξερε ήδη. Και οι ντόπιοι να μη δείχνουν καμία διάθεση να μιλήσουν.
Βλέποντας τις προσπάθειές της να καταλήγουν σε αδιέξοδο, αποφάσισε να σταματήσει την έρευνα για λίγο και να εστιάσει στις ανασκαφές. Ούτως ή άλλως αυτό ήταν η προτεραιότητά της εκείνο τον διάστημα. Στην ταβέρνα πήγαινε πού και πού, αλλά χωρίς να δείχνει σε κανέναν, ότι την απασχολούσε ακόμη εκείνο το βράδυ. Κάθε φορά, όμως, φρόντιζε να είναι νωρίς εκεί για να ακούσει τον Εμίλιο να παίζει. Πίστευε, ότι θα καταλάβαινε κάτι περισσότερο για αυτόν και τη ζωή του, αν κάθε φορά που πήγαινε παρατηρούσε πώς άλλαζε το πρόσωπό του κάθε φορά που έπαιζε ή πώς οι αυτοσχεδιασμοί του «πείραζαν» τη μελωδία.
Ώσπου ένα Σαββατόβραδο έγινε κάτι που δεν το περίμενε. Την παραγγελία που έκανε δεν την έφερε ο σερβιτόρος, αλλά ο ίδιος ο Εμίλιο. Ξαφνιάστηκε, δεν τον είχε ξαναδεί να σερβίρει κάποιο τραπέζι. Όλα αυτά τα χρόνια, που πήγαινε στην ταβέρνα, τον έβλεπε να παρατηρεί τα πάντα, να δίνει οδηγίες στους σερβιτόρους, αλλά να κρατάει αποστάσεις από τον κόσμο.
-Μου επιτρέπεις να καθίσω; τη ρώτησε, αφού άφησε τα φαγητά και το κρασί στο τραπέζι.
-Ε ναι, φυσικά, του απάντησε με κάποιο δισταγμό. Μόνο που δεν έχω παραγγείλει κρασί. Μήπως προορίζεται για κάποιο άλλο τραπέζι;
-Όχι, για εδώ είναι, της είπε και γέμισε τα ποτήρια τους.
-Είναι κάποια γιορτή σήμερα; τον ρώτησε, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν το πρώτο βράδυ που τον είδε να παίζει μαζί με τους μουσικούς και τη συζήτηση που είχε με τον σερβιτόρο. Ίσως αυτός του είχε αναφέρει την κουβέντα τους.
-Αν χρειάζεσαι κάτι άλλο, πες μου, της είπε και το βλέμμα της έγινε αρκετά πιο αμήχανο. Ξέρεις, χρόνια τώρα, στην ταβέρνα μου έρχονται κυρίως οι συγχωριανοί μου. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο από την πόλη να μας προτιμά τόσο… επίμονα.
-Ίσως θα ήταν καλή ιδέα να τη διαφημίσετε. Παρατήρησα ότι στο ίντερνετ δεν υπάρχει καμία αναφορά για την ταβέρνα σας, είπε καθώς αραίωνε το κρασί της με νερό.
-Το σκέφτομαι, αλλά για το μέλλον. Προς το παρόν μου είναι αρκετή η υποστήριξη από τους συντοπίτες μου. Είναι σχεδόν… οικογενειακά εδώ, αυτοί που είναι να έρθουν, έρχονται.
«Αυτοί που είναι να έρθουν, έρχονται», σκέφτηκε η Ιρένε και για κάποιο λόγο ένιωσε ότι ήταν και εκείνη μέσα στη λίστα με τους ανθρώπους που «ήταν να έρθουν και έρχονταν».
-Ωραίο το κρασί, του είπε. Αλλά δεν μπορώ να το πιω χωρίς να το νερώσω. Θα νυστάξω και είναι κρίμα να χάσω τη μουσική σας.
-Σου αρέσει; ρώτησε με συγκρατημένη χαρά.
-Ναι. Δεν ξέρω πολλά από μουσική. Θέλω να πω, δεν έχω κάνει σπουδές, μόνο ακούω. Ξέρετε, από την πρώτη φορά που άκουσα τη μελωδία σας μέχρι σήμερα, κάτι έχει αλλάξει. Η μελωδία ίδια είναι, αλλά από μέρα σε μέρα σαν να αδειάζει από το πένθος που κουβαλάει, σαν κάτι να γίνεται καλύτερο, πιο φωτεινό.
Πώς είναι να ακούς τα λόγια μιας ξένης και ξαφνικά να αλλάζει κάτι μέσα στο μυαλό σου και να νιώθεις σαν στο σπίτι σου; Σαν να μπήκες σε έναν κόσμο, όπου ανήκεις, όπου θα έπρεπε να βρίσκεσαι εξαρχής. Κάπως έτσι ένιωσε ο Εμίλιο μετά από αυτήν την κουβέντα της.
-Χαίρομαι που είσαι εδώ, είπε στην Ιρένε σχεδόν αυτόματα, χωρίς να σκεφτεί. Θα ήθελε να ξέρει αν χαιρόταν κι εκείνη το ίδιο, αλλά συγκρατήθηκε και δε μίλησε περισσότερο. Προτίμησε να πάει προς τους μουσικούς και να παίξει μαζί τους. Εξάλλου είχε έρθει η ώρα για το τραγούδι του.
Η Ιρένε δε μίλησε, μόνο κοίταζε. «Τι στην ευχή συμβαίνει απόψε;», σκεφτόταν. «Τι θα συμβεί ακόμη;» αναρωτήθηκε. Και το ένστικτό της; Αν υπήρχε κίνδυνος, δε θα την έκανε να το νιώσει; Όχι, δε φοβόταν, δεν ήθελε να φύγει. Το αντίθετο, ήθελε να βρει λόγο να μείνει όσο περισσότερο μπορούσε.
Ο Εμίλιο άφησε το βιολί του και ξαναπήγε στο τραπέζι της,
-Μπορώ να έχω μια μερίδα ακόμη; τον ρώτησε.
-Είσαι σίγουρη; Είναι αργά και το φαγητό είναι βαρύ.
-Σίγουρη είμαι, δεν έχω φάει νοστιμότερο φαγητό.
-Και κρασί; της είπε χαμογελώντας.
-Μόνο αν υπάρχει μέρος να μείνω, του είπε. Δε νομίζω πως θα μπορέσω να οδηγήσω, αν πιω λίγο ακόμη.
-Κάτι θα βρεθεί, της είπε και πήγε στην κουζίνα να φέρει ό,τι του ζήτησε.
Στο μεταξύ, ο κόσμος έφευγε και η ταβέρνα άδειαζε σιγά σιγά. Η Ιρένε σκεφτόταν τον πρώτο καιρό, που ερχόταν με παρέα. «Άλλο τότε, άλλο τώρα», σκέφτηκε, «έπρεπε να συνεχίσω μόνη μου». Για πρώτη φορά έπιασε τον εαυτό της να χαίρεται για αυτό. Ο Εμίλιο ξαναήρθε και ήταν μόνοι οι δυο τους.
-Τι θέλεις; Τι σκέφτεσαι; τη ρώτησε, όταν κατάλαβε ότι έψαχνε τρόπο να του πει κάτι.
-Τη μουσική σου θέλω, του απάντησε μισοζαλισμένη. Παράσταση πριβέ.
-Ό,τι θέλει η νεράιδα μου, είπε και έπιασε το βιολί του. Δεν υπήρχε τίποτα το σκοτεινό αυτή τη φορά, η μουσική του ήταν φωτεινή, καθάρια, σαν να είχε φτάσει στον προορισμό της.
Το σπίτι του Εμίλιο ήταν στο πίσω μέρος της ταβέρνας. Ξεκίνησαν να πάνε προς τα εκεί, αλλά η Ιρένε ζαλιζόταν. Το κρασί ήταν δυνατό, ακόμη και αραιωμένο. Ο Εμίλιο την έβλεπε να τραγουδάει, ενώ προσπαθούσε να μη χάσει την ισορροπία της και χαμογελούσε. Τη βοήθησε να πάει μέχρι το δωμάτιό του και τις έδωσε πιτζάμες. Η Ιρένε προσπάθησε να τον αγκαλιάσει.
-Όχι απόψε, νεράιδα, της είπε καθώς την κρατούσε αγκαλιά και η μικρή σταμάτησε το τραγούδι. Θέλω να κοιμηθείς. Εγώ θα είμαι δίπλα να σε προσέχω. Την επόμενη φορά που θα έρθεις, δε θα πιούμε κρασί. Θα ξαναέρθεις, έτσι δεν είναι, νεράιδα μου;
-Ναι, ψιθύρισε η Ιρένε.
Ο Εμίλιο την άφησε να αλλάξει και να κοιμηθεί. Και η νεράιδα του κράτησε το λόγο της και ξαναήρθε. Πολλές φορές. Ο Εμίλιο δεν της ξαναέδωσε κρασί. Ήθελε τη νεράιδα του ξεμέθυστη. Και η Ιρένε κάθε φορά ευγνωμονούσε την τύχη της και το ένστικτό της που την είχαν οδηγήσει σε αυτό το μέρος.
Ένα πρωινό, ξύπνησε και βρήκε δίπλα της ένα σημείωμα. Ο Εμίλιο είχε πάει στην πόλη να φέρει προμήθειες για την ταβέρνα. Πρώτη φορά την άφηνε μόνη της στο σπίτι του. Κοίταξε έξω από το σπίτι, ψυχή δεν υπήρχε. «Χμμ, μήπως ήρθε η ώρα να ρίξω μια ματιά εδώ μέσα;», σκέφτηκε και άρχισε να ψάχνει ένα ένα τα δωμάτια του σπιτιού. Ήταν σωστό αυτό που έκανε; Δεν ήταν σίγουρη. Ίσως ο καθηγητής Μαρτίνεζ να μην ήταν τόσο περήφανος για αυτήν, αν το μάθαινε. «Τα όρια των ανθρώπων πρέπει να τα σεβόμαστε», της έλεγε. Όμως, η Ιρένε δεν ήθελε να σταματήσει. «Τόσες φορές έχω έρθει, τίποτα δε μου έχει πει για τη ζωή του», σκεφτόταν για να δικαιολογήσει μέσα της την «έρευνα».
Την προσοχή της τράβηξε μια βιβλιοθήκη στο υπόγειο. Πέρασε με το βλέμμα της τους τίτλους στις ράχες των βιβλίων, φωτίζοντάς τις με το κινητό της. Τοπικές ιστορίες, θρύλοι, νεράιδες, μάντισσες, χρησμοί, μυστήρια. Τράβηξε ένα βιβλίο με χοντρό εξώφυλλο χωρίς τίτλο στη ράχη του και το άνοιξε. «Τετράδιο είναι τελικά», μουρμούρισε και άρχισε να διαβάζει από μέσα της.
Αυτός που το είχε γράψει, έλεγε για κάποια Ζωή. Θα την αρραβωνιαζόταν, αλλά οι δικοί της δεν τον ήθελαν. Οι άνθρωποι με τους ανθρώπους και τα ξωτικά με τα ξωτικά, έλεγαν. Προχωρούσε τις σελίδες όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κατάλαβε ότι η Ζωή ήταν άνθρωπος και ο αφηγητής ξωτικό. Μετά από μερικές παραγράφους εμφανίστηκε και μια γιαγιά στην ιστορία. Ήταν η γιαγιά του αφηγητή, η σοφή των ξωτικών, η μάντισσα που με τους χρησμούς της συμβούλευε τους νεότερους.
«Θα πονέσεις πολύ, Εμίλιο. Τη ζωή σου θα τη χάσεις. Ο πόνος θα γίνει αφέντης σου για χρόνια. Μέχρι να γυρίσει η ζωή ξανά και να σου φέρει ειρήνη μέσα σου», ήταν τα λόγια της μάντισσας προς τον εγγονό της. Το τετράδιο έπεσε από τα χέρια της. Ο Εμίλιο ήταν ξωτικό και αυτό ήταν το ημερολόγιό του. Θυμήθηκε ένα βιβλίο που διάβαζε μικρή. Είχε πολλές ιστορίες με ξωτικά και νεράιδες. Η μητέρα της έλεγε ότι ήταν παραμύθια, αλλά έμοιαζαν τόσο αληθινές, τόσο γνώριμες! Θυμάται τον πατέρα της να μαλώνει τη μητέρα της, που της είχε δώσει αυτό το βιβλίο κι εκείνη να απαντά ότι η μικρή έχει δικαίωμα να ξέρει. Ίσως έπρεπε να το ξαναβρεί αυτό το βιβλίο. Να το διαβάσει για να ξαναμπεί στον κόσμο των ξωτικών. Ίσως έτσι γνώριζε καλύτερα τον Εμίλιο.
«Το διάβασες;» άκουσε τη φωνή του πίσω της. Η Ιρένε τρόμαξε. Ήταν τόσο απορροφημένη, που δεν θα τον είχε αντιληφθεί, αν δεν της μιλούσε. Ο Εμίλιο το κατάλαβε. Προσπάθησε να την πλησιάσει, αλλά εκείνη τραβήχτηκε. Δεν ήθελε να τη βρει να ψάχνει πίσω από την πλάτη του. Και το υπόγειο ήταν σκοτεινό, χωρίς διέξοδο. Προσπάθησε να θυμηθεί πώς αντιδρούν τα ξωτικά στην προδοσία, αλλά η φωνή του διέκοψε τη σκέψη της. «Με φοβάσαι, νεράιδα μου; Μετά από τόσα βράδια μαζί μου με φοβάσαι; Γιατί;» τη ρώτησε και σχεδόν δάκρυσε. «Δεν κατάλαβες ότι ήθελα να το βρεις και να το διαβάσεις;»
Η Ιρένε προσπάθησε να καταλάβει τις προθέσεις του από τον τόνο της φωνή του, αλλά δεν μπορούσε. Εκείνος δεν τολμούσε να την πλησιάσει, ένιωθε το φόβο της. Και το σκοτάδι του υπογείου δεν τους βοηθούσε. Σε ένα από τα ράφια του τοίχου υπήρχε ένα φανάρι. Ο Εμίλιο το άναψε, το άφησε στο κέντρο του δωματίου και κάθισε στο πάτωμα.
-Πριν δεκαπέντε χρόνια έχασα τη Ζωή μου, μου τη σκότωσαν. Την ημέρα του αρραβώνα μας. Ήξερα ότι δε με ήθελαν οι δικοί της, τους φόβιζε που είμαι ξωτικό. Τον φόβο τους τον καταλάβαινα. Τα μίσος τους όμως δεν το κατάλαβα ποτέ. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί σκότωσαν τη Ζωή και όχι εμένα. Όλα τα ξωτικά πονέσαμε για τη Ζωή, αυτοί όχι;
Η γιαγιά μου, η Έλενα, μας άφησε λίγο καιρό μετά. Με τα τελευταία της λόγια, προσπάθησε να μου απαλύνει τον πόνο. Δεν μπόρεσε, ήταν πολύ νωρίς για μένα. Ήξερα όμως, πως τα λόγια της θα έβγαιναν αληθινά. Το ήξερα κάθε νύχτα που έκλεινα την ταβέρνα και γύριζα στο σπίτι για να κλάψω μόνος μου.
Στην ταβέρνα σπάνια έρχονταν άνθρωποι. Και οι πιο πολλοί από αυτούς δεν έρχονταν δεύτερη φορά. Μόνο η Ιρένε μου συνέχιζε να έρχεται, η νεράιδα μου. Και τώρα η νεράιδα μου με φοβάται, είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Δεν τα κατάφερε, τα μάτια του είχαν γίνει κατακόκκινα.
-Ιρένε είναι το όνομα της μιας μου γιαγιάς. Την άλλη τη λένε Ζωή. Εγώ είμαι και τα δύο, του είπε και τον πλησίασε.
Ο Εμίλιο δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο. Είχε κάνει μεγάλο κόπο να βάλει τις σκέψεις του και τα λόγια του σε σειρά. Τι νόημα είχε εξάλλου; Όλα γραμμένα εκεί μέσα ήταν, με κάθε λεπτομέρεια. Όλα στα χέρια της τα κρατούσε.
Η Ιρένε τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Σκέφτηκε το βιβλίο που διάβαζε μικρή, τα λόγια της μητέρας της. Σκέφτηκε και τον Εμίλιο που την έλεγε νεράιδα. Ήταν σίγουρα παραμύθια αυτά που διάβαζε τότε; Ή ήταν ένα ακόμη ημερολόγιο κάποιου ξωτικού; Αν ζούσε η γιαγιά Έλενα, όλο και κάποιο χρησμό θα είχε να δώσει. Δεν πειράζει, ήταν ο εγγονός εκεί, μαζί της, να την κρατάει αγκαλιά και να τη λέει νεράιδα. Ίσως να έπρεπε να τον γνωρίσει καλύτερα, για να γνωρίσει και τον εαυτό της. Έτσι, απλά και όμορφα, χωρίς χρησμούς και γρίφους.











Το παραμυθάκι αυτό συμμετείχε σε ένα διαγωνισμό διηγήματος φανταστικής λογοτεχνίας. Η φωτογραφία είναι μια από αυτές που τράβηξα το Δεκέμβριο του 2015 κατά το ταξίδι μου στο Hamar (Νότια Νορβηγία).

2 σχόλια:

  1. ΕΙΝΑΙ ΜΑΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΛΙΓΩΝ ΚΑΙ ΣΠΑΝΙΩΝ!!!!ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΓΕΜΑΤΗ ΕΙΚΟΝΕΣ Κ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πωπω, υπέροχο ήταν. Και σα γνώριμο, λες όλοι να έχουμε μια τέτοια ιστορία στο σόι; Πολύ καλό! Μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή