Περικύκλωσαν το κάστρο, περιμένοντας τον ήλιο που θα ανέτειλε μετά από λίγο. Ήταν πενήντα, μπορούσαν εύκολα να κρυφτούν στη βλάστηση γύρω από αυτό. Δε χρειαζόταν να...
βλέπουν ο ένας τον άλλον. Επικοινωνούσαν αλλιώς. Είχε φροντίσει για αυτό ο σιδηρουργός τους, ο Ελφέρριον. Τους είχε φτιάξει κοσμήματα-δράκους και τους φορούσαν στα αυτιά τους. Αυτό ήταν το παραδοσιακό τους κόσμημα. Μόνο που αυτά που έφτιαξε ο Ελφέρριον τους βοηθούσαν να ακούει ο καθένας τις σκέψεις των άλλων. Έτσι, μπορούσαν να συνεννοούνται χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, μόνο με τη σκέψη.
Κανείς δεν τον ρώτησε ποτέ λεπτομέρειες για τα όπλα που τους έδινε και τον τρόπο που φτιάχνονταν. Ο Ελφέρριον ήταν ξωτικό και τη γνώση των ξωτικών τη σέβονταν και την εμπιστεύονταν. Μόνο η κόρη του, η Κενόκα θα μάθαινε ό,τι ήξερε ο πατέρας της, όταν θα ερχόταν η ώρα να δουλέψει μαζί του. Κανείς άλλος. Αυτά τα ειρηνικά όπλα, που έκαναν τη διαφορά, όταν δυο στρατοί συγκρούονταν με τόξα και σπαθιά, ήταν αυτά που κάποιες φορές τους βοηθούσαν να αποφεύγουν αιματοχυσίες και να αφήνουν τη βία και το θάνατο σαν τελευταίες επιλογές.
«Για να είναι τόσο μεγάλο το κάστρο, θα πρέπει να ζουν γίγαντες εκεί μέσα», σκέφτηκε ο Έγκιλ, κοιτώντας το κάστρο με δέος.
«Πάψε!» απάντησε με τη σκέψη του ο Σεριάνο, ρίχνοντάς του ένα οργισμένο βλέμμα. «Και γίγαντες να είναι, δε βγαίνουν ποτέ από εκεί. Είναι δειλοί γίγαντες. Για αυτό ζωντανεύουν τα αγάλματα και τα στέλνουν να μας επιτεθούν νύχτα. Νύχτα, μέσα στο σκοτάδι! Μέχρι και τα αγάλματά τους δειλά είναι!»
Οι υπόλοιποι «άκουγαν» τη συζήτηση χωρίς να επεμβαίνουν. Ο Ελφέρριον τους είχε καθησυχάσει, ήξεραν ότι την ημέρα τα φτερωτά αγάλματα ήταν ακίνδυνα. Τους είχε πει ακόμη, ότι μόλις θα τα έβγαζαν από τη μέση, ο δρόμος για να μπουν στο κάστρο δε θα είχε εμπόδια. Αποφάσισαν ότι η ιδανική ώρα για να πλησιάσουν το κάστρο αποφεύγοντας να κινδυνέψουν θα ήταν λίγο πριν την ανατολή. Τα αγάλματα θα είχαν ελάχιστα περιθώρια για να γίνουν απειλητικά και οι ένοικοι του κάστρου πιθανότατα θα κοιμούνταν.
Είχαν, όμως, αγωνία. Τα αγάλματα είχαν επιτεθεί δυο φορές στο χωριό τους. Έκλεψαν πολλά ζώα από τα κοπάδια τους. Κάποιοι προσπάθησαν να αντισταθούν, αλλά ήταν μάταιο. Τα χτυπήματα που δέχονταν ήταν φονικά. Τα σώματά τους εκσφενδονίζονταν σε μεγάλες αποστάσεις• κανένας δεν μπορούσε να επιβιώσει μετά από τέτοια πτώση. Οι περισσότεροι είχαν αιφνιδιαστεί. Έβλεπαν μέσα στη νύχτα γιγάντια κοράκια να χτυπούν ανθρώπους και να αρπάζουν ζώα• έμοιαζαν να είναι φτιαγμένα από ατσάλι. Μετά από δυο επιθέσεις, οι περισσότεροι στο χωριό είχαν δεχτεί τη μοίρα τους και περίμεναν το επόμενο χτύπημα.
Κάποιοι όμως, αρνούνταν να καταθέσουν τα όπλα. Και πρώτος από όλους ο Σεριάνο. Είχαν ξανασυναντήσει δυσκολίες στο δρόμο τους και πάντα τις ξεπερνούσαν. Ο Ελφέρριον ήταν δίπλα τους από τότε που εγκατέλειψαν το βασίλειο του Καϊσίντε. Το ξωτικό του δάσους τους ακολούθησε μαζί με την κόρη του, αφήνοντας πίσω του τα άλλα ξωτικά. Και κάθε φορά που είχαν προβλήματα, έβρισκε τον τρόπο να τους οδηγήσει στη λύση τους. Γιατί να μην έβρισκαν λύση και τώρα; Ο Σεριάνο πήγε στο σιδηρουργείο και βρήκε τον Ελφέρριον.
-Τι θα κάνουμε; ρώτησε ανήσυχος.
Ο Ελφέρριον παρέμεινε ήρεμος. Τον πήγε στο μέσα δωμάτιο και του έδειξε τα κοσμήματα-δράκους. Είχε φτιάξει πενήντα ζευγάρια. Ο Σεριάνο τον κοίταζε απορημένος. Άμυνα έπρεπε να οργανώσουν, σε τι θα χρησίμευαν αυτά; Δε μίλησε όμως.
-Θέλω να μαζευτείτε πενήντα άτομα, του είπε το ξωτικό, μαντεύοντας την απορία του. Πρέπει να συναντηθούμε εδώ σε τρεις μέρες.
Ο Σεριάνο δε ρώτησε κάτι περισσότερο. Η σιγουριά του Ελφέρριον δεν του άφηνε περιθώρια. Επικοινώνησε με όλους εκείνους που εμπιστευόταν. Κάποιοι ανταποκρίθηκαν όπως περίμενε. Κάποιοι άλλοι δείλιασαν, αφού ο εχθρός αυτή τη φορά φαινόταν ανίκητος. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που αποφάσισαν να ακολουθήσουν, χωρίς να το περιμένει από αυτούς. Σε τρεις μέρες, είχαν μαζευτεί στο σιδηρουργείο οι πενήντα πολεμιστές και πολεμίστριες που ζήτησε ο Ελφέρριον. Η κόρη του, η Κενόκα, τους μοίρασε τους μεταλλικούς δράκους.
-Βάλτε τους στα αυτιά σας. Ξέρετε πώς, τους είπε η μικρή. Εκείνοι υπάκουσαν. Αμέσως ένας μυστικός κόσμος ανοίχτηκε μπροστά τους. Κανενός οι σκέψεις δεν ήταν πλέον κρυφές. Όλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους με έκπληξη και προσπαθούσαν να παγώσουν τη σκέψη τους.
-Βγάλτε τα αμέσως, είπε κοφτά ο Ελφέρριον. Θα τα φορέσετε ξανά, όταν ανεβείτε στο κάστρο του Γκρίζου Βουνού. Θα έχετε όπλα μαζί σας. Ό,τι όπλο σκεφτείτε ότι μπορεί να σας χρειαστεί, θα το πάρετε. Και η φωτιά θα σας ανοίξει το δρόμο για να μπείτε στο κάστρο, όταν ξημερώσει.
Σιωπή ακολούθησε. Ο Σεριάνο κατάλαβε πως είχαν ό,τι πληροφορίες χρειάζονταν για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν στην αποστολή τους. Θα πήγαιναν να δουν την περιοχή πριν βγει ο ήλιος και εκεί θα έβρισκαν τρόπο να εξουδετερώσουν την απειλή. Ταυτόχρονα κοίταζε το βλέμμα της Μπρόνα. Προς μεγάλη του έκπληξη την είδε να τον ακολουθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Είχε μεγαλώσει πια, της άρεσαν τα σπαθιά και τα τόξα και είχε εκπαιδευτεί σε αυτά. Άραγε είχε ακούσει τις σκέψεις του, την ώρα που είχε τους δράκους δίπλα στα αυτιά της; Το βλέμμα της προς αυτόν πάντως δεν είχε αλλάξει. Το μυστικό του ήταν μάλλον ασφαλές. Αντί όμως να ανακουφιστεί με αυτό, έπιασε τον εαυτό του να τη σκέφτεται πιο έντονα. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν οι δράκοι είχαν προλάβει να της ψιθυρίσουν τις σκέψεις του. Όχι μόνο εκείνων των στιγμών, αλλά και των τελευταίων μηνών.
Μετά από λίγη ώρα ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει και να φωτίζει το κάστρο και τα αγάλματα που ήταν τοποθετημένα πάνω σε πέτρινα βάθρα περιμετρικά του κτίσματος. «Είναι ξύλινα! Την ημέρα είναι ξύλινα!», ήταν η πρώτη σκέψη του Έγκιλ. Ο Σεριάνο τού χαμογέλασε. «Εμπρός! Ανάψτε φωτιές!», σκέφτηκε. «Ο στρατός των κορακιών θα εξαφανιστεί!» Οι δράκοι μετέφεραν τις σκέψεις του στους συμπολεμιστές του και εκείνοι απλώθηκαν γύρω από το κάστρο και άναψαν φωτιές σε όλους τους ξύλινους εχθρούς τους. «Δε θα ζωντανέψετε ποτέ ξανά. Το ατσάλι σας δε θα χτυπήσει άλλον άνθρωπο, τελειώσατε», σκεφτόταν χαμογελαστός ο Σεριάνο.
Στο μεταξύ, όσο τα αγάλματα καίγονταν, η Μπρόνα έδωσε εντολή σε δυο από τους πολεμιστές να κόψουν ένα δέντρο για να το χρησιμοποιήσουν σαν πολιορκητικό κριό, όσο η ίδια μαζί με κάποιες συμπολεμίστριές της θα έβαζε φωτιά στην κεντρική πύλη. «Φαίνεται να έχει μεγάλο πάχος, θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο να τη σπάσουμε», σκέφτηκε η Μπρόνα και κοίταζε πότε τους συμπολεμιστές της, πότε την πύλη που καιγόταν. Μετά από λίγο, κάποιοι έσπευσαν να βοηθήσουν με τον κομμένο κορμό. Πέντε άτομα από τη δεξιά και πέντε από την αριστερή πλευρά του κορμού τον κρατούσαν και κατάφεραν απανωτά χτυπήματα στην πύλη, η οποία είχε ήδη μισοκαεί. Αυτό ήταν, ο δρόμος είχε ανοίξει. «Εμπρός! Μπαίνουμε στο κάστρο!», ακούστηκε η σκέψη της Μπρόνα.
Ο αφέντης του κάστρου, ο Τρεμέιν άκουσε το θόρυβο και ξύπνησε. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Η πρώτη του σκέψη ήταν να βγει στο παράθυρό του και να κοιτάξει από ψηλά για να δει τι συνέβαινε έξω από το κάστρο. Τα κοράκια καίγονταν ακόμη. Απομακρύνθηκε από το παράθυρο πανικόβλητος.
-Ξυπνήστε! φώναξε. Ο Καϊσίντε θα μας κρεμάσει! Ξυπνήστε!
Ήταν όμως αργά για να αμυνθούν. Ήταν λιγότεροι και απροετοίμαστοι εντελώς για μια τέτοια εισβολή. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα του δωματίου του, αλλά δεν πρόλαβε να βγει. Ο Σεριάνο έσπασε την πόρτα και η Μπρόνα με ένα χτύπημα έριξε τον Τρεμέιν στο πάτωμα.
-Να κι ο τελευταίος γίγαντας, είπε ειρωνικά και τον σημάδεψε με το σπαθί της. Ωραίο το φτωχικό σας. Δε σας πέφτει όμως λίγο μεγάλο; τον ρώτησε, ενώ η άκρη του σπαθιού τού χάιδευε το μάγουλο. Αυτός ασυναίσθητα προσπάθησε να απομακρυνθεί. Η Μπρόνα τον αγριοκοίταξε και πίεσε το σπαθί πάνω στη σάρκα του. Μια λοξή κόκκινη γραμμή εμφανίστηκε λίγο κάτω από το μάτι του κι από αυτή ξεκίνησαν να κυλάνε προς τα κάτω σταγόνες αίμα και να λερώνουν το μάγουλό του. Τον ενοχλούσαν, αλλά έμεινε ακίνητος. Δε θα ριψοκινδύνευε να την εξαγριώσει κι άλλο.
-Γύρνα, του είπε κοφτά και συνέχισε να τον κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο, ενώ ο Σεριάνο της έδωσε το σχοινί για να τον δέσει. Ο Τρεμέιν γύρισε. Αφού τους είχαν πιάσει όλους, τι νόημα είχε να αντισταθεί;
-Ξέρεις, εγώ ήμουν αρκετά μικρή όταν φύγαμε και δεν καταλάβαινα πολλά, του είπε, ενώ τον έδενε. Αλλά ούτε τώρα καταλαβαίνω. Τι πρόβλημα έχει ο Καϊσίντε μαζί μας; Το θρόνο τον πήρε, βασιλιάς έγινε, οι περισσότεροι τον δέχτηκαν. Γιατί θυμώνει; Επειδή μια χούφτα τρελοί έφυγαν από το βασίλειό του; Τι τον νοιάζει;
Ο Τρεμέιν δεν απαντούσε. Αλλά και την Μπρόνα δεν την ένοιαζε να πάρει απαντήσεις. Ήξερε πόσο φιλόδοξος ήταν ο Καϊσίντε. Το έμαθε μεγαλώνοντας. Δεν τον ένοιαζε μόνο ο θρόνος. Ήθελε να κατακτήσει γειτονικά βασίλεια για να μεγαλώσει το δικό του. Εκείνοι που εγκατέλειψαν το βασίλειο, το έκαναν για να μη βοηθήσουν το βασιλιά τους να καταστρέψει τις ειρηνικές σχέσεις που είχαν με τους γειτονές τους. Κι από τότε ο Καϊσίντε αποφάσισε να τους κάνει τη ζωή δύσκολη με κάθε τρόπο. Για αυτόν ήταν προδότες και η φυγή τους ασυγχώρητη. Ο Ελφέρριον τους ακολούθησε και επειδή τους βοήθησε πολλές φορές να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που τους προκαλούσε ο Καϊσίντε, του πρότειναν να γίνει βασιλιάς τους. Όμως, εκείνος δε δέχτηκε.
-Να μάθετε να συνεργάζεστε, τους είπε, και δε θα έχετε ανάγκη κανέναν βασιλιά. Ο ένας τον άλλον χρειάζεστε. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Κι εγώ θα είμαι μαζί σας και θα κάνω αυτό που μου αναλογεί.
-Σήκω, είπε η Μπρόνα στον Τρεμέιν τραβώντας τον και εκείνος σηκώθηκε από το πάτωμα. Βγήκαν από το δωμάτιο και ο Σεριάνο ακολούθησε. Τον παρέδωσαν δεμένο στον Έγκιλ.
-Πήγαινέ τον έξω, να κάνει παρέα στους άλλους... γίγαντες, είπε μισογελώντας η Μπρόνα και άρχισε να ψάχνει ένα ένα τα δωμάτια του κάστρου μαζί με το Σεριάνο. Ακόμη κι αν δεν τους είχε ξεφύγει κάποιος από τους υποτακτικούς του Καϊσίντε, μπορεί να ανακάλυπταν κάτι που θα τους προστάτευε, κάτι που θα φανέρωνε τι άλλα σχέδια είχε ο Καϊσίντε.
«Τίποτα» σκέφτηκαν, αφού πέρασαν από όλα τα δωμάτια και κατευθύνθηκαν προς την κεντρική πύλη. «Μάλλον ο Καϊσίντε δεν έδωσε παραπάνω πληροφορίες στους υποτακτικούς του». Κάποια στιγμή ο Σεριάνο ήταν αδύνατο να παγώσει τη σκέψη του. «Είμαι τόσο περήφανος για σένα», σκέφτηκε και ταυτόχρονα μίλησε, μήπως κατάφερνε να ακουστούν τα λόγια του πιο δυνατά.
-Καλά τα κατάφερες για πρώτη φορά, της είπε.
Η Μπρόνα τον άκουσε να μπερδεύεται ανάμεσα στις σκέψεις και στα λόγια του και χαμογέλασε. «Κι εγώ είμαι περήφανη για σένα», σκέφτηκε χωρίς να μιλήσει και τον κοίταξε για να δει την αμηχανία του.
Δεν πρόλαβε. Ένα βέλος διαπέρασε τον δεξιό του ώμο και ο Σεριάνο έπεσε στο πάτωμα. Κάποιος τους είχε ξεφύγει. Η Μπρόνα τον είδε να τρέχει. Τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώνη της και τον σημάδεψε στο δεξί πόδι. Μόλις κατάφερε να τον τραυματίσει, άρχισε να τον κυνηγά. «Ο Σεριάνο χτυπήθηκε. Πώς ξέφυγε αυτός; Όλα τα δωμάτια τα ψάξαμε. Εκτός αν κάποια επικοινωνούν μεταξύ τους». Οι σκέψεις της ήταν ψύχραιμες και ξεκάθαρες. Έτσι έπρεπε να τις μεταφέρουν οι δράκοι στους υπόλοιπους, για να έρθουν μέσα στο κάστρο.
Και όντως έτσι έγινε. Όλοι κατάλαβαν ότι η Μπρόνα τους έδινε οδηγίες για να ξέρουν πώς θα κινηθούν. Κάποιοι προσπάθησαν να τη βρουν και να τη βοηθήσουν. Κάποιοι άλλοι έτρεξαν να βρουν το Σεριάνο. Και οι υπόλοιποι έμειναν έξω από το κάστρο για να προσέχουν τους αιχμαλώτους. Ο Σεριάνο ευτυχώς δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Αυτός που τον τραυμάτισε όμως δεν ήταν τόσο τυχερός. Όταν τον βρήκαν, ήταν ήδη νεκρός στα χέρια της Μπρόνα. Όταν του κάρφωσε το μαχαίρι στο πόδι, είχε σκοπό μόνο να τον καθυστερήσει για να τον πιάσει πιο εύκολα. Εκείνος όμως την είδε να τον πλησιάζει, τράβηξε το μαχαίρι και προσπάθησε να της επιτεθεί. Τη θυμόταν μικρή, όταν ζούσε ακόμη στο βασίλειο του Καϊσίντε. Δεν είχε φανταστεί πόσα είχαν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Και αυτό ήταν το λάθος του.
«Πάρτε τον έξω. Ο Σεριάνο είναι καλά;» σκέφτηκε ανήσυχη. Ο Έγκιλ την καθησύχασε. Πήραν τον νεκρό και τον μετέφεραν έξω από το κάστρο. Το κάρο με τα άλογα, που υπήρχε στο στάβλο του κάστρου, χωρούσε τους επτά αιχμαλώτους και τον νεκρό. Είχε έρθει η ώρα της επιστροφής, θα γύριζαν στο βασίλειο του Καϊσίντε και θα απολογούνταν για την απρόσμενη τροπή που πήραν τελικά τα πράγματα, ελπίζοντας στη μακροθυμία του βασιλιά τους.
-Λοιπόν, είπε αυστηρά ο Έγκιλ στους αιχμαλώτους, εσείς μπορεί να μην προλάβατε να φάτε ούτε πρωινό, αλλά τα άλογα τα ταΐσαμε, όπως είδατε. Σε λίγες μέρες θα φτάσετε εκεί που πρέπει και θα δώσετε και τους χαιρετισμούς μας σε αυτόν που σας έστειλε. Θα είναι λίγο δύσκολες μέρες, μια και θα τις περάσετε δεμένοι, αλλά δεν ανησυχώ για εσάς. Θα βρείτε τρόπο να φτάσετε ζωντανοί και να κάνετε μια σωστή κηδεία στον πεθαμένο φίλο σας, είπε και χτύπησε τα άλογα με το καμουτσίκι.
Στο μεταξύ, μέσα στο κάστρο, ο Σεριάνο ξεκουραζόταν. Του είχαν βγάλει το βέλος από τον ώμο και είχαν καταφέρει να σταματήσουν την αιμορραγία και να τον μεταφέρουν σε ένα ήσυχο δωμάτιο. Όταν η Μπρόνα σιγουρεύτηκε ότι όλοι ήταν ασφαλείς μέσα και έξω από το κάστρο, έβγαλε τους δράκους από τα αυτιά της και τα αυτιά του Σεριάνο. Οι συμπολεμιστές τους κατάλαβαν ότι έπρεπε να φύγουν από το δωμάτιο. Είχαν ακούσει τις σκέψεις που έκαναν αυτοί οι δυο τις τελευταίες ώρες. Μερικοί τις ήξεραν και πριν τους δράκους του Ελφέρριον.
-Ελάτε, πάμε στο δάσος για κυνήγι. Μετά από τόσο σαματά, πείνασα, είπε κάποιος στους υπόλοιπους.
Ο Σεριάνο και η Μπρόνα χαμογέλασαν. Μόλις έμειναν μόνοι τους, άρχισαν να γελάνε και να κοιτάζουν μία ο ένας τον άλλον, μία τους δράκους του ξωτικού.
-Σαν πολύ κοντοί δεν ήταν για γίγαντες όλοι αυτοί; μουρμούρισε εξαντλημένος ο Σεριάνο.
Η Μπρόνα γέλασε με την αμηχανία του.
-Θα μου πεις τι σκέφτεσαι ή να ρωτήσω τους δράκους του Ελφέρριον; τον ρώτησε χαμογελώντας.
Το παραμυθάκι αυτό είναι η βελτιωμένη μορφή της συμμετοχής μου σε ένα διαγωνισμό του sff.gr . Οι κανονισμοί του διαγωνισμού είναι εδώ. Η φωτογραφία προέρχεται από το Faerie Magazine
ΠΗΓΗ
βλέπουν ο ένας τον άλλον. Επικοινωνούσαν αλλιώς. Είχε φροντίσει για αυτό ο σιδηρουργός τους, ο Ελφέρριον. Τους είχε φτιάξει κοσμήματα-δράκους και τους φορούσαν στα αυτιά τους. Αυτό ήταν το παραδοσιακό τους κόσμημα. Μόνο που αυτά που έφτιαξε ο Ελφέρριον τους βοηθούσαν να ακούει ο καθένας τις σκέψεις των άλλων. Έτσι, μπορούσαν να συνεννοούνται χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, μόνο με τη σκέψη.
Κανείς δεν τον ρώτησε ποτέ λεπτομέρειες για τα όπλα που τους έδινε και τον τρόπο που φτιάχνονταν. Ο Ελφέρριον ήταν ξωτικό και τη γνώση των ξωτικών τη σέβονταν και την εμπιστεύονταν. Μόνο η κόρη του, η Κενόκα θα μάθαινε ό,τι ήξερε ο πατέρας της, όταν θα ερχόταν η ώρα να δουλέψει μαζί του. Κανείς άλλος. Αυτά τα ειρηνικά όπλα, που έκαναν τη διαφορά, όταν δυο στρατοί συγκρούονταν με τόξα και σπαθιά, ήταν αυτά που κάποιες φορές τους βοηθούσαν να αποφεύγουν αιματοχυσίες και να αφήνουν τη βία και το θάνατο σαν τελευταίες επιλογές.
«Για να είναι τόσο μεγάλο το κάστρο, θα πρέπει να ζουν γίγαντες εκεί μέσα», σκέφτηκε ο Έγκιλ, κοιτώντας το κάστρο με δέος.
«Πάψε!» απάντησε με τη σκέψη του ο Σεριάνο, ρίχνοντάς του ένα οργισμένο βλέμμα. «Και γίγαντες να είναι, δε βγαίνουν ποτέ από εκεί. Είναι δειλοί γίγαντες. Για αυτό ζωντανεύουν τα αγάλματα και τα στέλνουν να μας επιτεθούν νύχτα. Νύχτα, μέσα στο σκοτάδι! Μέχρι και τα αγάλματά τους δειλά είναι!»
Οι υπόλοιποι «άκουγαν» τη συζήτηση χωρίς να επεμβαίνουν. Ο Ελφέρριον τους είχε καθησυχάσει, ήξεραν ότι την ημέρα τα φτερωτά αγάλματα ήταν ακίνδυνα. Τους είχε πει ακόμη, ότι μόλις θα τα έβγαζαν από τη μέση, ο δρόμος για να μπουν στο κάστρο δε θα είχε εμπόδια. Αποφάσισαν ότι η ιδανική ώρα για να πλησιάσουν το κάστρο αποφεύγοντας να κινδυνέψουν θα ήταν λίγο πριν την ανατολή. Τα αγάλματα θα είχαν ελάχιστα περιθώρια για να γίνουν απειλητικά και οι ένοικοι του κάστρου πιθανότατα θα κοιμούνταν.
Είχαν, όμως, αγωνία. Τα αγάλματα είχαν επιτεθεί δυο φορές στο χωριό τους. Έκλεψαν πολλά ζώα από τα κοπάδια τους. Κάποιοι προσπάθησαν να αντισταθούν, αλλά ήταν μάταιο. Τα χτυπήματα που δέχονταν ήταν φονικά. Τα σώματά τους εκσφενδονίζονταν σε μεγάλες αποστάσεις• κανένας δεν μπορούσε να επιβιώσει μετά από τέτοια πτώση. Οι περισσότεροι είχαν αιφνιδιαστεί. Έβλεπαν μέσα στη νύχτα γιγάντια κοράκια να χτυπούν ανθρώπους και να αρπάζουν ζώα• έμοιαζαν να είναι φτιαγμένα από ατσάλι. Μετά από δυο επιθέσεις, οι περισσότεροι στο χωριό είχαν δεχτεί τη μοίρα τους και περίμεναν το επόμενο χτύπημα.
Κάποιοι όμως, αρνούνταν να καταθέσουν τα όπλα. Και πρώτος από όλους ο Σεριάνο. Είχαν ξανασυναντήσει δυσκολίες στο δρόμο τους και πάντα τις ξεπερνούσαν. Ο Ελφέρριον ήταν δίπλα τους από τότε που εγκατέλειψαν το βασίλειο του Καϊσίντε. Το ξωτικό του δάσους τους ακολούθησε μαζί με την κόρη του, αφήνοντας πίσω του τα άλλα ξωτικά. Και κάθε φορά που είχαν προβλήματα, έβρισκε τον τρόπο να τους οδηγήσει στη λύση τους. Γιατί να μην έβρισκαν λύση και τώρα; Ο Σεριάνο πήγε στο σιδηρουργείο και βρήκε τον Ελφέρριον.
-Τι θα κάνουμε; ρώτησε ανήσυχος.
Ο Ελφέρριον παρέμεινε ήρεμος. Τον πήγε στο μέσα δωμάτιο και του έδειξε τα κοσμήματα-δράκους. Είχε φτιάξει πενήντα ζευγάρια. Ο Σεριάνο τον κοίταζε απορημένος. Άμυνα έπρεπε να οργανώσουν, σε τι θα χρησίμευαν αυτά; Δε μίλησε όμως.
-Θέλω να μαζευτείτε πενήντα άτομα, του είπε το ξωτικό, μαντεύοντας την απορία του. Πρέπει να συναντηθούμε εδώ σε τρεις μέρες.
Ο Σεριάνο δε ρώτησε κάτι περισσότερο. Η σιγουριά του Ελφέρριον δεν του άφηνε περιθώρια. Επικοινώνησε με όλους εκείνους που εμπιστευόταν. Κάποιοι ανταποκρίθηκαν όπως περίμενε. Κάποιοι άλλοι δείλιασαν, αφού ο εχθρός αυτή τη φορά φαινόταν ανίκητος. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που αποφάσισαν να ακολουθήσουν, χωρίς να το περιμένει από αυτούς. Σε τρεις μέρες, είχαν μαζευτεί στο σιδηρουργείο οι πενήντα πολεμιστές και πολεμίστριες που ζήτησε ο Ελφέρριον. Η κόρη του, η Κενόκα, τους μοίρασε τους μεταλλικούς δράκους.
-Βάλτε τους στα αυτιά σας. Ξέρετε πώς, τους είπε η μικρή. Εκείνοι υπάκουσαν. Αμέσως ένας μυστικός κόσμος ανοίχτηκε μπροστά τους. Κανενός οι σκέψεις δεν ήταν πλέον κρυφές. Όλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους με έκπληξη και προσπαθούσαν να παγώσουν τη σκέψη τους.
-Βγάλτε τα αμέσως, είπε κοφτά ο Ελφέρριον. Θα τα φορέσετε ξανά, όταν ανεβείτε στο κάστρο του Γκρίζου Βουνού. Θα έχετε όπλα μαζί σας. Ό,τι όπλο σκεφτείτε ότι μπορεί να σας χρειαστεί, θα το πάρετε. Και η φωτιά θα σας ανοίξει το δρόμο για να μπείτε στο κάστρο, όταν ξημερώσει.
Σιωπή ακολούθησε. Ο Σεριάνο κατάλαβε πως είχαν ό,τι πληροφορίες χρειάζονταν για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν στην αποστολή τους. Θα πήγαιναν να δουν την περιοχή πριν βγει ο ήλιος και εκεί θα έβρισκαν τρόπο να εξουδετερώσουν την απειλή. Ταυτόχρονα κοίταζε το βλέμμα της Μπρόνα. Προς μεγάλη του έκπληξη την είδε να τον ακολουθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Είχε μεγαλώσει πια, της άρεσαν τα σπαθιά και τα τόξα και είχε εκπαιδευτεί σε αυτά. Άραγε είχε ακούσει τις σκέψεις του, την ώρα που είχε τους δράκους δίπλα στα αυτιά της; Το βλέμμα της προς αυτόν πάντως δεν είχε αλλάξει. Το μυστικό του ήταν μάλλον ασφαλές. Αντί όμως να ανακουφιστεί με αυτό, έπιασε τον εαυτό του να τη σκέφτεται πιο έντονα. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν οι δράκοι είχαν προλάβει να της ψιθυρίσουν τις σκέψεις του. Όχι μόνο εκείνων των στιγμών, αλλά και των τελευταίων μηνών.
Μετά από λίγη ώρα ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει και να φωτίζει το κάστρο και τα αγάλματα που ήταν τοποθετημένα πάνω σε πέτρινα βάθρα περιμετρικά του κτίσματος. «Είναι ξύλινα! Την ημέρα είναι ξύλινα!», ήταν η πρώτη σκέψη του Έγκιλ. Ο Σεριάνο τού χαμογέλασε. «Εμπρός! Ανάψτε φωτιές!», σκέφτηκε. «Ο στρατός των κορακιών θα εξαφανιστεί!» Οι δράκοι μετέφεραν τις σκέψεις του στους συμπολεμιστές του και εκείνοι απλώθηκαν γύρω από το κάστρο και άναψαν φωτιές σε όλους τους ξύλινους εχθρούς τους. «Δε θα ζωντανέψετε ποτέ ξανά. Το ατσάλι σας δε θα χτυπήσει άλλον άνθρωπο, τελειώσατε», σκεφτόταν χαμογελαστός ο Σεριάνο.
Στο μεταξύ, όσο τα αγάλματα καίγονταν, η Μπρόνα έδωσε εντολή σε δυο από τους πολεμιστές να κόψουν ένα δέντρο για να το χρησιμοποιήσουν σαν πολιορκητικό κριό, όσο η ίδια μαζί με κάποιες συμπολεμίστριές της θα έβαζε φωτιά στην κεντρική πύλη. «Φαίνεται να έχει μεγάλο πάχος, θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο να τη σπάσουμε», σκέφτηκε η Μπρόνα και κοίταζε πότε τους συμπολεμιστές της, πότε την πύλη που καιγόταν. Μετά από λίγο, κάποιοι έσπευσαν να βοηθήσουν με τον κομμένο κορμό. Πέντε άτομα από τη δεξιά και πέντε από την αριστερή πλευρά του κορμού τον κρατούσαν και κατάφεραν απανωτά χτυπήματα στην πύλη, η οποία είχε ήδη μισοκαεί. Αυτό ήταν, ο δρόμος είχε ανοίξει. «Εμπρός! Μπαίνουμε στο κάστρο!», ακούστηκε η σκέψη της Μπρόνα.
Ο αφέντης του κάστρου, ο Τρεμέιν άκουσε το θόρυβο και ξύπνησε. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Η πρώτη του σκέψη ήταν να βγει στο παράθυρό του και να κοιτάξει από ψηλά για να δει τι συνέβαινε έξω από το κάστρο. Τα κοράκια καίγονταν ακόμη. Απομακρύνθηκε από το παράθυρο πανικόβλητος.
-Ξυπνήστε! φώναξε. Ο Καϊσίντε θα μας κρεμάσει! Ξυπνήστε!
Ήταν όμως αργά για να αμυνθούν. Ήταν λιγότεροι και απροετοίμαστοι εντελώς για μια τέτοια εισβολή. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα του δωματίου του, αλλά δεν πρόλαβε να βγει. Ο Σεριάνο έσπασε την πόρτα και η Μπρόνα με ένα χτύπημα έριξε τον Τρεμέιν στο πάτωμα.
-Να κι ο τελευταίος γίγαντας, είπε ειρωνικά και τον σημάδεψε με το σπαθί της. Ωραίο το φτωχικό σας. Δε σας πέφτει όμως λίγο μεγάλο; τον ρώτησε, ενώ η άκρη του σπαθιού τού χάιδευε το μάγουλο. Αυτός ασυναίσθητα προσπάθησε να απομακρυνθεί. Η Μπρόνα τον αγριοκοίταξε και πίεσε το σπαθί πάνω στη σάρκα του. Μια λοξή κόκκινη γραμμή εμφανίστηκε λίγο κάτω από το μάτι του κι από αυτή ξεκίνησαν να κυλάνε προς τα κάτω σταγόνες αίμα και να λερώνουν το μάγουλό του. Τον ενοχλούσαν, αλλά έμεινε ακίνητος. Δε θα ριψοκινδύνευε να την εξαγριώσει κι άλλο.
-Γύρνα, του είπε κοφτά και συνέχισε να τον κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο, ενώ ο Σεριάνο της έδωσε το σχοινί για να τον δέσει. Ο Τρεμέιν γύρισε. Αφού τους είχαν πιάσει όλους, τι νόημα είχε να αντισταθεί;
-Ξέρεις, εγώ ήμουν αρκετά μικρή όταν φύγαμε και δεν καταλάβαινα πολλά, του είπε, ενώ τον έδενε. Αλλά ούτε τώρα καταλαβαίνω. Τι πρόβλημα έχει ο Καϊσίντε μαζί μας; Το θρόνο τον πήρε, βασιλιάς έγινε, οι περισσότεροι τον δέχτηκαν. Γιατί θυμώνει; Επειδή μια χούφτα τρελοί έφυγαν από το βασίλειό του; Τι τον νοιάζει;
Ο Τρεμέιν δεν απαντούσε. Αλλά και την Μπρόνα δεν την ένοιαζε να πάρει απαντήσεις. Ήξερε πόσο φιλόδοξος ήταν ο Καϊσίντε. Το έμαθε μεγαλώνοντας. Δεν τον ένοιαζε μόνο ο θρόνος. Ήθελε να κατακτήσει γειτονικά βασίλεια για να μεγαλώσει το δικό του. Εκείνοι που εγκατέλειψαν το βασίλειο, το έκαναν για να μη βοηθήσουν το βασιλιά τους να καταστρέψει τις ειρηνικές σχέσεις που είχαν με τους γειτονές τους. Κι από τότε ο Καϊσίντε αποφάσισε να τους κάνει τη ζωή δύσκολη με κάθε τρόπο. Για αυτόν ήταν προδότες και η φυγή τους ασυγχώρητη. Ο Ελφέρριον τους ακολούθησε και επειδή τους βοήθησε πολλές φορές να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που τους προκαλούσε ο Καϊσίντε, του πρότειναν να γίνει βασιλιάς τους. Όμως, εκείνος δε δέχτηκε.
-Να μάθετε να συνεργάζεστε, τους είπε, και δε θα έχετε ανάγκη κανέναν βασιλιά. Ο ένας τον άλλον χρειάζεστε. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Κι εγώ θα είμαι μαζί σας και θα κάνω αυτό που μου αναλογεί.
-Σήκω, είπε η Μπρόνα στον Τρεμέιν τραβώντας τον και εκείνος σηκώθηκε από το πάτωμα. Βγήκαν από το δωμάτιο και ο Σεριάνο ακολούθησε. Τον παρέδωσαν δεμένο στον Έγκιλ.
-Πήγαινέ τον έξω, να κάνει παρέα στους άλλους... γίγαντες, είπε μισογελώντας η Μπρόνα και άρχισε να ψάχνει ένα ένα τα δωμάτια του κάστρου μαζί με το Σεριάνο. Ακόμη κι αν δεν τους είχε ξεφύγει κάποιος από τους υποτακτικούς του Καϊσίντε, μπορεί να ανακάλυπταν κάτι που θα τους προστάτευε, κάτι που θα φανέρωνε τι άλλα σχέδια είχε ο Καϊσίντε.
«Τίποτα» σκέφτηκαν, αφού πέρασαν από όλα τα δωμάτια και κατευθύνθηκαν προς την κεντρική πύλη. «Μάλλον ο Καϊσίντε δεν έδωσε παραπάνω πληροφορίες στους υποτακτικούς του». Κάποια στιγμή ο Σεριάνο ήταν αδύνατο να παγώσει τη σκέψη του. «Είμαι τόσο περήφανος για σένα», σκέφτηκε και ταυτόχρονα μίλησε, μήπως κατάφερνε να ακουστούν τα λόγια του πιο δυνατά.
-Καλά τα κατάφερες για πρώτη φορά, της είπε.
Η Μπρόνα τον άκουσε να μπερδεύεται ανάμεσα στις σκέψεις και στα λόγια του και χαμογέλασε. «Κι εγώ είμαι περήφανη για σένα», σκέφτηκε χωρίς να μιλήσει και τον κοίταξε για να δει την αμηχανία του.
Δεν πρόλαβε. Ένα βέλος διαπέρασε τον δεξιό του ώμο και ο Σεριάνο έπεσε στο πάτωμα. Κάποιος τους είχε ξεφύγει. Η Μπρόνα τον είδε να τρέχει. Τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώνη της και τον σημάδεψε στο δεξί πόδι. Μόλις κατάφερε να τον τραυματίσει, άρχισε να τον κυνηγά. «Ο Σεριάνο χτυπήθηκε. Πώς ξέφυγε αυτός; Όλα τα δωμάτια τα ψάξαμε. Εκτός αν κάποια επικοινωνούν μεταξύ τους». Οι σκέψεις της ήταν ψύχραιμες και ξεκάθαρες. Έτσι έπρεπε να τις μεταφέρουν οι δράκοι στους υπόλοιπους, για να έρθουν μέσα στο κάστρο.
Και όντως έτσι έγινε. Όλοι κατάλαβαν ότι η Μπρόνα τους έδινε οδηγίες για να ξέρουν πώς θα κινηθούν. Κάποιοι προσπάθησαν να τη βρουν και να τη βοηθήσουν. Κάποιοι άλλοι έτρεξαν να βρουν το Σεριάνο. Και οι υπόλοιποι έμειναν έξω από το κάστρο για να προσέχουν τους αιχμαλώτους. Ο Σεριάνο ευτυχώς δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Αυτός που τον τραυμάτισε όμως δεν ήταν τόσο τυχερός. Όταν τον βρήκαν, ήταν ήδη νεκρός στα χέρια της Μπρόνα. Όταν του κάρφωσε το μαχαίρι στο πόδι, είχε σκοπό μόνο να τον καθυστερήσει για να τον πιάσει πιο εύκολα. Εκείνος όμως την είδε να τον πλησιάζει, τράβηξε το μαχαίρι και προσπάθησε να της επιτεθεί. Τη θυμόταν μικρή, όταν ζούσε ακόμη στο βασίλειο του Καϊσίντε. Δεν είχε φανταστεί πόσα είχαν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Και αυτό ήταν το λάθος του.
«Πάρτε τον έξω. Ο Σεριάνο είναι καλά;» σκέφτηκε ανήσυχη. Ο Έγκιλ την καθησύχασε. Πήραν τον νεκρό και τον μετέφεραν έξω από το κάστρο. Το κάρο με τα άλογα, που υπήρχε στο στάβλο του κάστρου, χωρούσε τους επτά αιχμαλώτους και τον νεκρό. Είχε έρθει η ώρα της επιστροφής, θα γύριζαν στο βασίλειο του Καϊσίντε και θα απολογούνταν για την απρόσμενη τροπή που πήραν τελικά τα πράγματα, ελπίζοντας στη μακροθυμία του βασιλιά τους.
-Λοιπόν, είπε αυστηρά ο Έγκιλ στους αιχμαλώτους, εσείς μπορεί να μην προλάβατε να φάτε ούτε πρωινό, αλλά τα άλογα τα ταΐσαμε, όπως είδατε. Σε λίγες μέρες θα φτάσετε εκεί που πρέπει και θα δώσετε και τους χαιρετισμούς μας σε αυτόν που σας έστειλε. Θα είναι λίγο δύσκολες μέρες, μια και θα τις περάσετε δεμένοι, αλλά δεν ανησυχώ για εσάς. Θα βρείτε τρόπο να φτάσετε ζωντανοί και να κάνετε μια σωστή κηδεία στον πεθαμένο φίλο σας, είπε και χτύπησε τα άλογα με το καμουτσίκι.
Στο μεταξύ, μέσα στο κάστρο, ο Σεριάνο ξεκουραζόταν. Του είχαν βγάλει το βέλος από τον ώμο και είχαν καταφέρει να σταματήσουν την αιμορραγία και να τον μεταφέρουν σε ένα ήσυχο δωμάτιο. Όταν η Μπρόνα σιγουρεύτηκε ότι όλοι ήταν ασφαλείς μέσα και έξω από το κάστρο, έβγαλε τους δράκους από τα αυτιά της και τα αυτιά του Σεριάνο. Οι συμπολεμιστές τους κατάλαβαν ότι έπρεπε να φύγουν από το δωμάτιο. Είχαν ακούσει τις σκέψεις που έκαναν αυτοί οι δυο τις τελευταίες ώρες. Μερικοί τις ήξεραν και πριν τους δράκους του Ελφέρριον.
-Ελάτε, πάμε στο δάσος για κυνήγι. Μετά από τόσο σαματά, πείνασα, είπε κάποιος στους υπόλοιπους.
Ο Σεριάνο και η Μπρόνα χαμογέλασαν. Μόλις έμειναν μόνοι τους, άρχισαν να γελάνε και να κοιτάζουν μία ο ένας τον άλλον, μία τους δράκους του ξωτικού.
-Σαν πολύ κοντοί δεν ήταν για γίγαντες όλοι αυτοί; μουρμούρισε εξαντλημένος ο Σεριάνο.
Η Μπρόνα γέλασε με την αμηχανία του.
-Θα μου πεις τι σκέφτεσαι ή να ρωτήσω τους δράκους του Ελφέρριον; τον ρώτησε χαμογελώντας.
Το παραμυθάκι αυτό είναι η βελτιωμένη μορφή της συμμετοχής μου σε ένα διαγωνισμό του sff.gr . Οι κανονισμοί του διαγωνισμού είναι εδώ. Η φωτογραφία προέρχεται από το Faerie Magazine
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου