Η Ρούμπια και ο Μόρκαντ περπατούσαν όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Όλοι κοιμούνταν τέτοια ώρα. Δύσκολα θα ξενυχτούσε κάποιος, όταν την...
επόμενη μέρα τα παιδιά θα έπρεπε να ξυπνήσουν νωρίς για το σχολείο και οι μεγάλοι για τις δουλειές τους. Έπρεπε, όμως, να είναι προσεκτικοί. Αν τους έπαιρνε είδηση λάθος άνθρωπος να περνούν τον ποταμό και να πηγαίνουν προς το δάσος, μπορεί να τους παρακολουθούσε και αυτό να έφτανε στα αυτιά του Ζέρεφορ.
-Πώς με έπεισες να τρέχουμε νυχτιάτικα χωρίς να μου εξηγήσεις το λόγο, ούτε που κατάλαβα, μουρμούρισε ο Μόρκαντ στη Ρούμπια, που προπορευόταν. Ελπίζω να ξεμπερδέψουμε γρήγορα, γιατί θα νυστάζουμε στο σχολείο αύριο.
Η Ρούμπια γύρισε, του έριξε μια γρήγορη ματιά και του έκανε νόημα να συνεχίσει να την ακολουθεί. Λίγη ώρα μετά, πέρασαν τη γέφυρα του ποταμού και άρχισαν να περπατούν μέσα στο δάσος. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν τους είχε ακολουθήσει κανείς, κάθισαν στις ρίζες ενός δέντρου.
-Χθες προσπαθούσαμε να κοιμίσουμε το μικρό μου αδερφό, είπε η Ρούμπια. Του είπαμε όλα τα παραμύθια που ξέραμε, αλλά δεν κοιμόταν. Τα είχε ακούσει όλα και τα είχε βαρεθεί. Ήρθε τότε ο παππούς και του είπε ένα που δεν το ήξερε. Όχι μόνο ο μικρός δηλαδή, ούτε εγώ το είχα ξανακούσει.
-Πες μου ότι με έφερες εδώ για να μου πεις ένα παραμύθι, τη διέκοψε ο Μόρκαντ και γούρλωσε τα μάτια.
-Ναι. Μόνο που δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι είναι όντως παραμύθι.
-Τι εννοείς;
-Η ιστορία μιλούσε για ένα βασίλειο, που το υπέταξε ένας κακός βασιλιάς με το στρατό του. Μετά τη νίκη του, έβγαλε νόμο και απαγόρεψε τη μουσική. Δεν έπρεπε κανένας να ακουστεί να τραγουδά ή να παίζει κάποιο μουσικό όργανο, ήταν χαμένος χρόνος. Έπρεπε όλοι να δουλεύουν στα χωράφια και το ορυχείο για να γίνει το βασίλειο πλούσιο και ισχυρό. Σου θυμίζει κάτι;
-Μια φορά είχα κατέβει στο υπόγειο και είχα βρει κάτι φτιαγμένο από δέρμα ζώου, είπε ο Μόρκαντ, προσπαθώντας να δείξει το σχήμα με τα χέρια του. Είχε και κάτι σωλήνες. Φύσηξα από περιέργεια. Η μάνα μου άκουσε τον ήχο που έβγαλε και κατέβηκε έντρομη. Μου το άρπαξε από τα χέρια και μου είπε να το ξεχάσω και να μην ξανακατέβω στο υπόγειο. Φοβήθηκα λίγο, ήμουν μικρός τότε.
-Όλοι έχουμε κάτι να θυμόμαστε, είπε η Ρούμπια και σκεφτόταν το χαστούκι που είχε φάει από τον πατέρα της, όταν την είχε βρει να παίζει με την άρπα στο υπόγειο. Αφού το παραμύθι τελείωσε, η γιαγιά τράβηξε τον παππού σε ένα δωμάτιο, τσακώθηκαν και μετά, βγήκε κλαίγοντας. Τη ρώτησα τι συμβαίνει, αλλά μόνο με αγκάλιασε και έκλαιγε. «Να προσέχεις», μου είπε. «Να προσέχεις τα λόγια σου και σε ποιον μιλάς». Δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Κατακόκκινα ήταν τα μάτια της. Όπως του πατέρα μου, την ημέρα που…
Η Ρούμπια σταμάτησε. Την είχε πονέσει το χαστούκι τότε, αλλά μεγαλώνοντας θυμόταν όλο και πιο έντονα τα μάτια του πατέρα της. Μάλλον αυτός είχε πονέσει περισσότερο εκείνη την ημέρα.
-Εδώ τι ήρθαμε να κάνουμε; ρώτησε ο Μόρκαντ μετά από λίγες στιγμές αμηχανίας. Για να μη μας ακούσει κανείς;
-Και για αυτό. Στο τέλος της ιστορίας άκουσα τον παππού να λέει για κάτι μονόκερους. Είχαν το βασίλειό τους πάνω στα σύννεφα. Έφυγαν όταν ο βασιλιάς απαγόρεψε τη μουσική. Δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς τη χαρά που τους έδινε.
Όμως κάθε φορά που έχει πανσέληνο, ο σοφός αρχηγός τους έρχεται στο δάσος και στέκεται στο πιο φωτεινό σημείο του. Περιμένει να έρθει κάποιος από το βασίλειο να του πει πόση ανάγκη τους έχουν οι άνθρωποι και πόσο θέλουν να τους έχουν ξανά πάνω στα σύννεφα για να ακούν τη μουσική τους.
-Αν η ιστορία είναι αληθινή, τότε…
-Τότε πρέπει να βρούμε το πιο φωτεινό σημείο. Απόψε είναι η πανσέληνος. Σήκω, είπε η Ρούμπια και άρχισαν το ψάξιμο.
Δεν τους πήρε πολλή ώρα μέχρι να διασχίσουν την πυκνή βλάστηση και να βρουν το σημείο εκείνο που οι ακτίνες του φεγγαριού φώτιζαν παραπάνω από το υπόλοιπο δάσος. Κρυμμένοι πίσω από κάτι δέντρα, είδαν κάτι να κινείται προς το φως. Ήταν ο μονόκερως που περίμεναν. Το παραμύθι του παππού έλεγε την αλήθεια. Η Ρούμπια σταμάτησε να κρύβεται και άρχισε να πλησιάζει αργά αργά του πλάσμα του παραμυθιού.
-Τι πας να κ…, προσπάθησε να φωνάξει ο Μόρκαντ. Ο μονόκερως τον άκουσε και έστρεψε το βλέμμα του προς την πλευρά τους. Δεν φαινόταν εχθρικός. Ο Μόρκαντ ακολούθησε τη Ρούμπια. Ο φόβος τους εγκατέλειπε σιγά σιγά.
-Σας περίμενα. Καιρό τώρα, ακούστηκε να λέει η βαθιά και ήρεμη φωνή του. Όχι, δεν μπορεί να ήταν εχθρός τους αυτό το πλάσμα. Αποκλείεται να ήθελε το κακό τους, το ένιωθαν.
-Αλήθεια είναι; ψιθύρισε ο Μόρκαντ. Και κανείς δε μας είχε πει τίποτα μέχρι χθες. Γιατί;
-Μη θυμώνεις, είπε ο σοφός μονόκερως. Κανείς δεν ήθελε να μπει στη φυλακή και να μην ξαναδεί τους δικούς του ανθρώπους. Ήταν ήδη αρκετά δυστυχισμένοι. Ειδικά όσοι θυμούνταν την παλιά Νοτούπολη.
-Νοτούπολη; ρώτησαν σχεδόν με μια φωνή ο Μόρκαντ και η Ρούμπια.
-Δεν είχατε γεννηθεί τότε, πού να ξέρετε. Τώρα όμως…
-Πρέπει να γυρίσετε. Πρέπει να μας βοηθήσετε να γίνουμε όπως παλιά. Εμείς δεν ξέρουμε. Ούτε τι να κάνουμε, ούτε πώς να αρχίσουμε, του είπε η Ρούμπια με αγωνία.
-Θα σας βοηθήσει ο Εοντάν.
-Ο δάσκαλός μας; ρώτησε ο Μόρκαντ ξαφνιασμένος.
-Θα του μιλήσετε αύριο, όταν θα είστε μόνοι σας. Τώρα θα πάτε να ξεκουραστείτε. Και στην επόμενη πανσέληνο, θα ξαναέρθετε και θα τον φέρετε μαζί.
Δεν τον ρώτησαν τίποτε άλλο. Δεν υπήρχε κάτι να ρωτήσουν. Τους είπε ό,τι έπρεπε να ξέρουν και πέταξε μακριά. Γύρισαν στα σπίτια τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Έπρεπε να προλάβουν να κοιμηθούν. Τώρα δεν είχαν μόνο το σχολείο να νοιαστούν. Ανέλαβαν μια αποστολή, που θα άλλαζε τη ζωή όλων.
Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησαν αρκετά κουρασμένοι. Στο μάθημα ήταν αδύνατο να συγκεντρωθούν, συμμετείχαν ελάχιστα. Ο Εοντάν το πρόσεξε. Τους ζήτησε να μείνουν στο τέλος του μαθήματος να μιλήσουν.
-Τι είναι η Νοτούπολη; ρώτησε η Ρούμπια βιαστική. Ο Εοντάν αιφνιδιάστηκε, για λίγες στιγμές δε μίλησε. Ήθελε πρώτα να μάθει τι ήξεραν οι δυο τους και από πού το έμαθαν. Αλλά δεν ήταν σίγουρος πώς να αρχίσει την κουβέντα.
-Θέλετε να μου εξηγήσετε πρώτα πού είχατε το μυαλό σας την ώρα του μαθήματος; τους ρώτησε προσπαθώντας να κερδίσει λίγο χρόνο.
-Στη χθεσινή πανσέληνο, είπε η Ρούμπια, αφού έβλεπε ότι ο Μόρκαντ δίσταζε να μιλήσει. Και στο δάσος.
Ο Εοντάν προσπάθησε ξανά να κρύψει την έκπληξή του.
-Ήσαστε στο δάσος χθες τη νύχτα; ρώτησε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε. Τα παιδιά έγνεψαν ναι. Ο Μόρκαντ εξακολουθούσε να μη μιλάει. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμη ότι όλα αυτά, που είχαν γίνει την προηγούμενη νύχτα, τα είχε όντως ζήσει. Ήθελε να τα ακούσει από τη Ρούμπια να τα αφηγείται.
-Πήγαμε εκεί που έφεγγε περισσότερο. Μετά, ήρθε ένας μονόκερως. Μας είπε ότι μας περίμενε καιρό. Μας συμβούλεψε να μιλήσουμε σε εσάς. Πρέπει να μας βοηθήσετε να γίνουν τα πράγματα όπως πρώτα ∙ και στην επόμενη πανσέληνο, θα ξαναπάμε στο δάσος να τον συναντήσουμε. Κύριε, τι είναι η Νοτούπολη; Πώς γίνεται να μην παίζει κανένας μουσική; Γιατί όλοι φοβούνται;
-Θα μάθετε σύντομα. Μόνο πριν από όλα, θέλω να μου πείτε κάτι. Ποιος σας είπε να πάτε στο δάσος μέσα στη νύχτα;
-Κανένας, βιάστηκε να απαντήσει η Ρούμπια. Μόνο που προχθές, ο παππούς μου είπε ένα παραμύθι στον αδερφό μου για να κοιμηθεί κι εγώ κρυφάκουγα. Έλεγε για ένα δάσος και για κάτι μονόκερους που έφυγαν. Μετά, η γιαγιά μάλωσε με τον παππού και έκλαιγε. Ποιος άνθρωπος κλαίει για μια ιστορία, αν είναι ψεύτικη; Κύριε, μην πείτε σε κανέναν ότι σας το είπα. Πρώτη φορά είδα τη γιαγιά μου έτσι.
-Μην ανησυχείς, Ρούμπια. Νοτούπολη είναι το μέρος που ζούμε. Έτσι λεγόταν πριν την κατακτήσει ο Ζέρεφορ ο Μέγας, ο παππούς του βασιλιά Ζέρεφορ, είπε ο Εοντάν και άρχισε να χαμογελάει με νοσταλγία. Ίσως ήρθε η ώρα να γεμίσει ο κόσμος μουσική και να ξαναρχίσουμε να λέμε το παλιό όνομα χωρίς να φοβόμαστε. Απόψε θα έρθετε στο σπίτι μου. Θα περιμένετε να σκοτεινιάσει, θα σιγουρευτείτε ότι όλοι κοιμούνται και μετά θα ξεκινήσετε. Πρέπει να γνωρίσετε κάποιους ανθρώπους που θέλουν τα ίδια πράγματα με εσάς. Αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται κάποιον αρχηγό, είπε και κοίταξε σκεφτικός τους δυο δεκαεξάχρονους μαθητές του. Μέχρι την επόμενη πανσέληνο, ο σοφός μονόκερως θα είναι ο περήφανος για εσάς και για αυτά που θα έχετε καταφέρει. Πηγαίνετε τώρα. Θα τα πούμε αργότερα.
Ο Μόρκαντ και η Ρούμπια ξεκίνησαν για τα σπίτια τους. Λίγο πριν αποχωριστούν, ο Μόρκαντ κοντοστάθηκε. Σκέφτηκε τη βαθιά και ήρεμη φωνή του μονόκερου.
-Η φωνή του μονόκερου δεν έμοιαζε με τη φωνή του δάσκαλού μας;
-Χμ, ναι, τώρα που το λες, είπε η Ρούμπια. Μάλλον όλοι οι μεγάλοι και σοφοί έχουν φωνές που μοιάζουν. Μπορεί να γίνουμε κι εμείς έτσι όταν μεγαλώσουμε, είπε γελώντας και τραγούδησε σιγά μερικές βαθιές νότες.
Το βράδυ έπεσαν για ύπνο μαζί με τις οικογένειές τους. Μετά από αρκετή ώρα, σηκώθηκαν όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν και συναντήθηκαν στο σπίτι του Εοντάν. Χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Παραξενεύτηκαν, όταν τον είδαν μόνο του.
-Είστε σίγουροι ότι δε σας ακολούθησε κανείς;
-Ναι, είπε ο Μόρκαντ. Όλοι κοιμούνταν και στο δρόμο ήταν όλα σκοτεινά και ήσυχα. Προσέχαμε.
Ο Εοντάν κοίταξε προσεκτικά έξω από την πόρτα, μην τυχόν και τα παιδιά δεν είχαν αντιληφθεί κάτι. Σκοτάδι και ησυχία γύρω. Ξαναμπήκε στο σπίτι, κλείδωσε την πόρτα και πήγαν στο μέσα δωμάτιο. Τα παιδιά μετακίνησαν το τραπέζι που τους έδειξε ο δάσκαλος και τραβώντας την κουρελού από το πάτωμα, είδαν μια καταπακτή. Ο Εοντάν την άνοιξε και τους είπε να κατέβουν. Τα παιδιά δίστασαν λίγο, αλλά κοιτάζοντας κάτω, είδαν ότι είχε φως και άκουγαν κάτι ψιθύρους.
-Άντε, γιατί αργείς; Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από το βάθος.
-Ερχόμαστε, της απάντησε ο Εοντάν.
Τα παιδιά κατέβηκαν πρώτα και είδαν γύρω στα δεκαπέντε ζευγάρια μάτια να τα κοιτάζουν. Έβλεπαν τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται σε ένα υπόγειο κρατώντας στα χέρια τους μουσικά όργανα και να κρύβονται, λες και κρατούσαν όπλα, που θα φόβιζαν και τον πιο τρομερό εχθρό. Η Νοτούπολη δεν είχε χαθεί. Ήταν εκεί, μπροστά τους και περίμενε την ευκαιρία να ξαναβγεί στο φως.
-Είσαι τρελός; Φώναξε μια από τις γυναίκες στον Εοντάν. Τι έφερες τα πιτσιρίκια εδώ; Θα μπλέξουμε.
-Δεν είναι πιτσιρίκια, είναι δεκάξι χρονών. Και θα πρέπει να συνηθίσετε την παρουσία τους εδώ, γιατί…
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα ανήσυχη, βλέποντάς τον να διστάζει.
-Γιατί έφτασε ο καιρός να νικήσουμε τον Ζέρεφορ. Και η Ρούμπια με τον Μόρκαντ θα είναι οι αρχηγοί μας.
-Τι λες;;; φώναξε η γυναίκα, ενώ οι άλλοι είχαν χάσει τα λόγια τους.
-Χθες, που είχε πανσέληνο, συναντήθηκαν στο δάσος με το σοφό μονόκερω. Ξέρουν. Ξέρουν τι συνέβη στη Νοτούπολη, πριν ακόμη γεννηθούν. Ξέρουν για το νόμο του Ζέρεφορ του Μεγάλου. Και ό,τι δεν ξέρουν, θα το μάθουν γρήγορα. Μέχρι την επόμενη πανσέληνο, που θα ξαναπάνε στο δάσος μαζί με κάποιους από εμάς, θα τους διδάξουμε όσα περισσότερα μπορούμε. Και όταν δούμε το μονόκερω, θα μας πει τι πρέπει να κάνουμε ακόμη για να επιστρέψουν και οι άλλοι μονόκεροι εδώ, στα δικά μας σύννεφα.
Όλοι τον άκουγαν με ανησυχία και δέος. Παιδιά ήταν ο Μόρκαντ και η Ρούμπια. Αλλά αφού τα εμπιστεύτηκε ο σοφός μονόκερως, σίγουρα κάτι παραπάνω ήξερε.
-Θέλει κάποιος να μάθει γκάιντα; ρώτησε ένας από τους άντρες κοιτώντας τα παιδιά;
-Εγώ, είπε ο Μόρκαντ. Είχαμε μία στο υπόγειο. Ίσως να την έχουμε ακόμη, αλλά οι δικοί μου δε με αφήνουν να κατέβω εκεί. Φοβούνται.
-Μη θυμώνεις με τους δικούς σου, είπε ο ίδιος άντρας. Για κανέναν δεν είναι εύκολο να βλέπει ανθρώπους να μπαίνουν στη φυλακή. Και μετά, να φοβάται μη συμβεί το ίδιο και στους δικούς του, συνέχισε, ενώ τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα.
-Έχεις ξαναδεί nyckelharpa; είπε κάποιος άλλος στη Ρούμπια.
Η μικρή περιεργάστηκε το μουσικό όργανο. Το όνομά του της θύμιζε την άρπα, που είχαν στο υπόγειο, αλλά ήταν διαφορετικό.
-Θα μου μάθεις; ρώτησε.
Και το μάθημα άρχισε. Κάθε βράδυ μαζεύονταν στο υπόγειο του Εοντάν και μετά φρόντιζαν να γυρίζουν στα σπίτια τους πριν ξημερώσει. Και οι βδομάδες περνούσαν, χωρίς να ενοχλήσει κανένας τη μυστική ομάδα και το σχέδιό της. Οι αρχηγοί είχαν πάρει πολύ σοβαρά την αποστολή τους. Είχαν να κάνουν με μεγαλύτερούς τους και έπρεπε να φέρονται κι αυτοί σαν μεγάλοι. Έκαναν, λοιπόν, ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να αποδείξουν ότι άξιζαν την εμπιστοσύνη της ομάδας.
Ένας κύκλος μαθημάτων τελείωσε δυο μέρες πριν την πανσέληνο. Έτσι κατάφεραν να έχουν ένα μικρό περιθώριο για να ξεκουραστούν πριν τη συνάντηση με το σοφό μονόκερω. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι από τους δυο αρχηγούς και την πρόοδό τους. Αφού το συζήτησαν και είπε ο καθένας τη γνώμη του, κατέληξαν ότι στη συνάντηση θα έστελναν τον Μόρκαντ, τη Ρούμπια, τον Εοντάν και την ανιψιά του, την Έινα, την κοπέλα εκείνη που αρχικά ήταν η πιο δύσπιστη από όλους.
Η Έινα με το πέρασμα του χρόνου δεν ήταν δύσπιστη πια. Είδε ότι η Ρούμπια και ο Μόρκαντ άξιζαν την εμπιστοσύνη της. Και για να γίνει αυτό αμοιβαίο, τους εξήγησε ότι πολλά χρόνια πριν, η γυναίκα του Εοντάν – και θεία της – φυλακίστηκε από τον Ζέρεφορ, επειδή παράκουσε στο γνωστό παράλογο νόμο. Από τότε κανείς δεν την είχε δει. Η Έινα δεν ήθελε να πάει κάτι στραβά και να φυλακιστεί και ο θείος της ή οποιοσδήποτε άλλος. Τα παιδιά κατάλαβαν ότι είχαν να αντιμετωπίσουν προβλήματα, που είχαν ξεκινήσει πολύ πριν γεννηθούν. Οι αντιδράσεις της ομάδας δεν τους φαίνονταν παράλογες πια. Εξάλλου, τώρα ανήκαν κι εκείνα στην ομάδα και δούλευαν όλοι για τον ίδιο σκοπό. Αυτό είχε σημασία, κι ας τους έλεγε ο Εοντάν ότι ήταν οι αρχηγοί.
Η νύχτα της πανσελήνου έφτασε. Αφού όλη η πόλη είχε ησυχάσει, οι τέσσερις που είχε επιλέξει η ομάδα, πήγαν στο δάσος. Ο μονόκερως τους περίμενε στο ίδιο σημείο.
-Δεν ήρθαμε μόνο οι τρεις μας, έσπευσε να δικαιολογήσει η Ρούμπια την παρουσία της Έινα.
-Το ήξερα ότι θα ερχόταν. Από μικρή είχε αδυναμία στο θείο της. Και έγινε μεγαλύτερη μετά τη φυλάκιση της θείας της, απάντησε με κατανόηση ο μονόκερως.
-Είμαστε δεκαοκτώ άτομα όλοι μαζί, είπε ο Μόρκαντ.
-Αρκετοί είστε. Μπορείτε, όμως, και καλύτερα. Θέλω ο καθένας από εσάς να φέρει στην ομάδα έναν ακόμη άνθρωπο. Κάποιον ή κάποιαν που να εμπιστεύεται πολύ, που να νιώθει ασφαλής μαζί του, ακόμη κι αν πάνε μαζί στον πόλεμο. Σκεφτείτε και θα έχετε τις απαντήσεις σας. Στον επόμενο μήνα προλαβαίνετε να τους εκπαιδεύσετε και να σας βοηθήσουν. Στην επόμενη πανσέληνο η Νοτούπολη θα γίνει όπως πρώτα. Εσείς θα βγείτε στον κεντρικό δρόμο και θα παίξετε αυτά που ετοιμάζετε τόσον καιρό. Η υπόλοιπη πόλη θα σας ακολουθήσει, μετά από τόσα χρόνια το έχει μεγάλη ανάγκη. Κι εμείς, είπε εννοώντας τους μονόκερους, θα σας βλέπουμε από ψηλά και θα σας προσέχουμε.
Όλοι τους έμειναν σκεφτικοί. Καιρό τώρα προσπαθούσαν και κατάφεραν να χτίσουν βήμα βήμα την εμπιστοσύνη μέσα στην ομάδα και να κρατήσουν μυστικές τις συναντήσεις τους. Και τώρα έπρεπε να φέρουν καινούριο κόσμο στην ομάδα; Τους φαινόταν δύσκολο και ριψοκίνδυνο, αλλά δεν έπρεπε να αγνοήσουν τα λόγια του μονόκερου. Τόσα χρόνια τα περίμεναν.
Η Ρούμπια σκέφτηκε τον παππού της. Ήταν ο μόνος που έδειχνε να πνίγεται από αυτό που ζούσε. Ήθελε να μιλήσει, να κάνει κάτι για να αλλάξουν τα πράγματα. Και οι υπόλοιποι γύρω της υπέφεραν, αλλά είχαν μάθει να ζουν με τον πόνο. Όταν το πήρε απόφαση και του μίλησε, το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Το ήξερα ότι αυτή η μέρα είναι κοντά. Η Νοτούπολη θα γίνει όπως πρώτα. Κι εγώ θα το δω αυτό πριν κλείσω τα μάτια μου», είπε και η Ρούμπια τον αγκάλιασε.
Ο Μόρκαντ σκέφτηκε έναν έναν τους ανθρώπους γύρω του. Ποιον θα μπορούσε να εμπιστευτεί παραπάνω από τους υπόλοιπους; «Ο Λεόν», μονολόγησε. Ένας συνομίληκος ξάδερφός του ήταν ο Λεόν. Κλεισμένος στο δωμάτιό του και τον κόσμο του, προτιμούσε την παρέα των βιβλίων του από τη συντροφιά των ανθρώπων. Έψαχνε τρόπους να δραπετεύει από αυτά που ζούσαν όλοι και κόσμους άλλους, χαρούμενους και φωτεινούς. Ο Μόρκαντ του μίλησε, του είπε ότι τον χρειάζονται, του είπε όλη την ιστορία, δεν έκρυψε τίποτα. Ο Λεόν χαμογέλασε. Ήταν η στιγμή που τα βιβλία και οι προφητείες τους ζωντάνευαν μπροστά στα μάτια του. «Πότε αρχίζουμε;», ρώτησε με την ηρεμία του αποφασισμένου στο βλέμμα του.
Στην επόμενη συνάντηση, διπλάσιοι ήταν μαζεμένοι στο σπίτι του Εοντάν. Όλοι είχαν καταφέρει να βρουν τον άνθρωπο της εμπιστοσύνης τους, για τον οποίο είχε μιλήσει ο μονόκερως. Υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι δυνατοί γύρω τους, άνθρωποι που ήθελαν να αναποδογυρίσουν τον κόσμο που τους έπνιγε, αν κάποιος τους έδινε λίγη δύναμη να το αποφασίσουν. Αμέσως άρχισαν μαθήματα και οι καινούριοι. Οι παλιότεροι είχαν διώξει τους φόβους και τις υποψίες τους. Άλλωστε, πολλοί από τους νεοφώτιστους της ομάδας έδειχναν εξοικειωμένοι με τα μουσικά όργανα. Ο νόμος του Ζέρεφορ μόνο παντοδύναμος δεν ήταν τελικά. Μπορεί να ανάγκασε τους ανθρώπους να παραδώσουν τα όργανα στο βασιλιά και να τα δουν να καίγονται στο κέντρο της πόλης, αλλά δεν τους εμπόδισε να φτιάξουν κρυφά άλλα, καινούρια και να τα φυλάξουν σε αποθήκες και υπόγεια.
Μια νύχτα πριν την πανσέληνο, όλοι ξεκουράστηκαν. Χρειάζονταν δυνάμεις για τη συνέχεια της αποστολής τους. Το πρωί πήγαν κανονικά όλοι στις δουλειές τους. Ο Εοντάν είχε το νου του στη Ρούμπια, τον Μόρκαντ και τον Λεόν. Ήρεμους τους έβλεπε σε όλο το μάθημα. Δε συμμετείχαν και τόσο, αλλά άλλο ήταν το σημαντικό για τις επόμενες ώρες.
Το βράδυ, αφού αποκοιμήθηκε όλη η πόλη, η ομάδα συγκεντρώθηκε στο σπίτι του Εοντάν και ξεκίνησε για το δάσος. Πήγαν στο πιο φωτεινό σημείο και περίμεναν. Ο σοφός μονόκερως δεν άργησε να φανεί. Τον είδαν να πετά, να κατεβαίνει από τα σύννεφα και να πατά στη γη μπροστά τους. «Σας περιμένουν. Είναι ψηλά στα σύννεφα και περιμένουν να σας ακούσουν για να αρχίσουν να χορεύουν. Είστε έτοιμοι;», ρώτησε την ομάδα. «Ναι, είμαστε», απάντησαν σχεδόν με μια φωνή, παίρνοντας θάρρος από τα λόγια του.
Άρχισαν σιγά σιγά να παίζουν τον αρχαίο του χορό Cloud-Dance και ο μονόκερως ξαναπέταξε στα σύννεφα. Καθώς βάδιζαν στο μεγάλο δρόμο που πήγαινε από το δάσος προς την πόλη, η ένταση της μουσικής δυνάμωνε. Οι μονόκεροι ψηλα στον ουρανό άρχισαν να ακούν τη μελωδία, που ερχόταν από τη γη και να χορεύουν το Χορό των Συννέφων. Η ομάδα έφτασε στην πόλη και συνέχισε να προχωρά ανάμεσα στα σπίτια. Ο κόσμος σιγά σιγά ξυπνούσε για να δει τι συμβαίνει.
«Βρέχει!», φώναξε ξαφνικά ένας από την ομάδα. Ο χορός των μονόκερων εκεί ψηλά το είχε κάνει το θαύμα του. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να ρίχνουν μια πολύχρωμη βροχή, που όσο ξημέρωνε, τόσο δυνάμωνε. Οι σταγόνες της έμοιαζαν με νερό, αλλά ήταν νότες. Νότες που θα έπεφταν μέχρι να σκεπάσουν τα πάντα. Έπρεπε να γίνουν όλα όπως παλιά, τότε που όλοι ήταν χαρούμενοι και κανείς δεν είχε λόγο να φοβάται. «Συνεχίστε!», φώναζε ο Εοντάν, «μη σταματάτε να παίζετε». Και η ομάδα συνέχιζε να προχωρά, με τη Ρούμπια και τον Μόρκαντ να οδηγούν όλους τους υπόλοιπους.
Στο μεταξύ, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα σπίτια τους. Δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, τους είχε λείψει τόσο αυτό που συνέβαινε έξω από τις πόρτες τους! Μερικοί, οι πιο θαρραλέοι, δε δίσταζαν να βγουν στο δρόμο κρατώντας μουσικά όργανα και να ακολουθήσουν τη Ρούμπια και τον Μόρκαντ. Όχι, δεν ήταν δυνατόν να μείνουν αμέτοχοι σε κάτι τέτοιο.
Η φασαρία έφτασε στο παλάτι του Ζέρεφορ. Φασαρία; Ναι, φασαρία. Για το βασιλιά, το Cloud-Dance δεν ήταν παρά μια περιττή φασαρία, ένα ανόητο χάσιμο χρόνου. Για αυτό και έστειλε αμέσως το στρατό να επιβάλλει την τάξη. Το πλήθος έβλεπε το στρατό να πλησιάζει, αλλά δε δείλιασε. Όσοι έπαιζαν μουσική, συνέχισαν να παίζουν ακόμη πιο δυνατά. Οι υπόλοιποι, που δεν έπαιζαν, άρχισαν να τραγουδούν. Και οι μονόκεροι συνέχισαν να χορεύουν πάνω στα σύννεφα.
Οι στρατιώτες συνέχισαν να πλησιάζουν, αλλά μέχρι να φτάσουν στο πλήθος, οι ασπίδες και τα σπαθιά είχαν γίνει πολύ βαριά στα χέρια τους. Πώς θα μπορούσαν να πολεμήσουν αυτό που έβλεπαν; Πώς; Αφού και οι ίδιοι είχαν κουραστεί από αυτό που ζούσαν ως τότε. Και τώρα που είχαν την ευκαιρία να το αφήσουν πίσω τους, θα την έχαναν;
Ο στρατός και το πλήθος στάθηκαν ακίνητοι για κάμποση ώρα, κοιτάζονταν και έβλεπαν τις νότες να πέφτουν γύρω τους. Ώσπου η βροχή σταμάτησε και αντί για ουράνιο τόξο, εμφανίστηκε ένα πολύχρωμο πεντάγραμμο. Και όσο οι μονόκεροι συνέχιζαν να χορεύουν, οι νότες που γέμιζαν τις γραμμές και τα διαστήματα, έφτιαξαν στο ουρανό τη μελωδία του Cloud-Dance. Ο Εοντάν τότε πλησίασε τον αρχηγό του στρατού με ήρεμο και αποφασιστικό βλέμμα.
-Τι θα κάνεις; ρώτησε. Θα μας κλείσεις όλους στη φυλακή; Θα διατάξεις να μας σκοτώσουν όλους; Τι;
Ο αρχηγός χωρίς να απαντήσει καν, πέταξε τα όπλα του στη γη και του έδωσε το χέρι. Ένας ένας οι στρατιώτες πέταξαν κι αυτοί τα όπλα τους. Ο Ζέρεφορ, που δεν είχε μπει καν στον κόπο να τους ακολουθήσει, τους κοίταζε από το παλάτι πανικόβλητος. Όχι, δεν περίμενε να ηττηθεί έτσι. Ήταν πλέον μόνος του, ξένος στο ίδιο του το βασίλειο. Μόνος εναντίον όλων, να ανακαλύπτει με τον πιο σκληρό τρόπο, ότι ο θρόνος του ήταν άχρηστος, χωρίς ανθρώπους να τον στηρίζουν. Ανέβηκε στο πρώτο άλογο που βρήκε μπροστά του και έφυγε μακριά. Κανένας δεν τον ακολούθησε, κανένας δεν τον αναζήτησε. Ούτε να τον εκδικηθούν δε σκέφτηκαν, κι ας ήταν αυτό ο μεγαλύτερός του φόβος.
Η Νοτούπολη έγινε όπως πρώτα και οι άνθρωποί της δεν ξαναφοβήθηκαν. Αποφάσισαν να είναι πάντα χαρούμενοι, όπως εκείνοι ήξεραν και δε θα ξανάφηναν κανέναν να τους το χαλάσει αυτό. Και τα χρόνια πέρασαν και γεννήθηκαν άλλοι άνθρωποι. Και κάθε γενιά δίδασκε στους νεότερους τη μουσική και τη χαρά. Το βασίλειο του Ζέρεφορ ήταν παρελθόν και οι μονόκεροι έμειναν στα σύννεφα της Νοτούπολης για να την προστατεύουν. Και όταν μετά από πολύ καιρό, η γη της Νοτούπολης δεν μπορούσε να ζήσει τους ανθρώπους της, αυτοί σκόρπισαν σε άλλες χώρες και κράτησαν τη γνώση και την ψυχή τους ζωντανή από γενιά σε γενιά, ενώ οι μονόκεροι τους ακολουθούσαν.
Και όταν μετά από πολλά χρόνια, αρκετοί από τους ανθρώπους της Νοτούπολης συναντήθηκαν στην ίδια πόλη, αποφάσισαν να βάλουν τη μουσική στη ζωή τους, όπως οι πρόγονοί τους που πολέμησαν τον Ζέρεφορ με αυτήν. Και έφτιαξαν την Fantasy Choir, μια χορωδία που θα θυμίζει στους ίδιους και σε όλο τον κόσμο τη μυστική ομάδα της Ρούμπια, του Μόρκαντ, του Λεόν, της Έινα και του Εοντάν. Μια χούφτα τρελών που με όπλο τις παρτιτούρες τους, πιστεύουν πως θα αλλάξουν τον κόσμο. Μια χούφτα ανθρώπων, που κάθε φορά που τραγουδούν, θα κοιτούν ψηλά στον ουρανό και θα βλέπουν μονόκερους να χορεύουν στον αρχαίο ρυθμό του Cloud-Dance και να προστατεύουν όσους πιστεύουν στο θαύμα της μουσικής.
Για τη Fantasy Choir
Μπορείτε να βρείτε την αγγλική εκδοχή εδώ
επόμενη μέρα τα παιδιά θα έπρεπε να ξυπνήσουν νωρίς για το σχολείο και οι μεγάλοι για τις δουλειές τους. Έπρεπε, όμως, να είναι προσεκτικοί. Αν τους έπαιρνε είδηση λάθος άνθρωπος να περνούν τον ποταμό και να πηγαίνουν προς το δάσος, μπορεί να τους παρακολουθούσε και αυτό να έφτανε στα αυτιά του Ζέρεφορ.
-Πώς με έπεισες να τρέχουμε νυχτιάτικα χωρίς να μου εξηγήσεις το λόγο, ούτε που κατάλαβα, μουρμούρισε ο Μόρκαντ στη Ρούμπια, που προπορευόταν. Ελπίζω να ξεμπερδέψουμε γρήγορα, γιατί θα νυστάζουμε στο σχολείο αύριο.
Η Ρούμπια γύρισε, του έριξε μια γρήγορη ματιά και του έκανε νόημα να συνεχίσει να την ακολουθεί. Λίγη ώρα μετά, πέρασαν τη γέφυρα του ποταμού και άρχισαν να περπατούν μέσα στο δάσος. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν τους είχε ακολουθήσει κανείς, κάθισαν στις ρίζες ενός δέντρου.
-Χθες προσπαθούσαμε να κοιμίσουμε το μικρό μου αδερφό, είπε η Ρούμπια. Του είπαμε όλα τα παραμύθια που ξέραμε, αλλά δεν κοιμόταν. Τα είχε ακούσει όλα και τα είχε βαρεθεί. Ήρθε τότε ο παππούς και του είπε ένα που δεν το ήξερε. Όχι μόνο ο μικρός δηλαδή, ούτε εγώ το είχα ξανακούσει.
-Πες μου ότι με έφερες εδώ για να μου πεις ένα παραμύθι, τη διέκοψε ο Μόρκαντ και γούρλωσε τα μάτια.
-Ναι. Μόνο που δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι είναι όντως παραμύθι.
-Τι εννοείς;
-Η ιστορία μιλούσε για ένα βασίλειο, που το υπέταξε ένας κακός βασιλιάς με το στρατό του. Μετά τη νίκη του, έβγαλε νόμο και απαγόρεψε τη μουσική. Δεν έπρεπε κανένας να ακουστεί να τραγουδά ή να παίζει κάποιο μουσικό όργανο, ήταν χαμένος χρόνος. Έπρεπε όλοι να δουλεύουν στα χωράφια και το ορυχείο για να γίνει το βασίλειο πλούσιο και ισχυρό. Σου θυμίζει κάτι;
-Μια φορά είχα κατέβει στο υπόγειο και είχα βρει κάτι φτιαγμένο από δέρμα ζώου, είπε ο Μόρκαντ, προσπαθώντας να δείξει το σχήμα με τα χέρια του. Είχε και κάτι σωλήνες. Φύσηξα από περιέργεια. Η μάνα μου άκουσε τον ήχο που έβγαλε και κατέβηκε έντρομη. Μου το άρπαξε από τα χέρια και μου είπε να το ξεχάσω και να μην ξανακατέβω στο υπόγειο. Φοβήθηκα λίγο, ήμουν μικρός τότε.
-Όλοι έχουμε κάτι να θυμόμαστε, είπε η Ρούμπια και σκεφτόταν το χαστούκι που είχε φάει από τον πατέρα της, όταν την είχε βρει να παίζει με την άρπα στο υπόγειο. Αφού το παραμύθι τελείωσε, η γιαγιά τράβηξε τον παππού σε ένα δωμάτιο, τσακώθηκαν και μετά, βγήκε κλαίγοντας. Τη ρώτησα τι συμβαίνει, αλλά μόνο με αγκάλιασε και έκλαιγε. «Να προσέχεις», μου είπε. «Να προσέχεις τα λόγια σου και σε ποιον μιλάς». Δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Κατακόκκινα ήταν τα μάτια της. Όπως του πατέρα μου, την ημέρα που…
Η Ρούμπια σταμάτησε. Την είχε πονέσει το χαστούκι τότε, αλλά μεγαλώνοντας θυμόταν όλο και πιο έντονα τα μάτια του πατέρα της. Μάλλον αυτός είχε πονέσει περισσότερο εκείνη την ημέρα.
-Εδώ τι ήρθαμε να κάνουμε; ρώτησε ο Μόρκαντ μετά από λίγες στιγμές αμηχανίας. Για να μη μας ακούσει κανείς;
-Και για αυτό. Στο τέλος της ιστορίας άκουσα τον παππού να λέει για κάτι μονόκερους. Είχαν το βασίλειό τους πάνω στα σύννεφα. Έφυγαν όταν ο βασιλιάς απαγόρεψε τη μουσική. Δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς τη χαρά που τους έδινε.
Όμως κάθε φορά που έχει πανσέληνο, ο σοφός αρχηγός τους έρχεται στο δάσος και στέκεται στο πιο φωτεινό σημείο του. Περιμένει να έρθει κάποιος από το βασίλειο να του πει πόση ανάγκη τους έχουν οι άνθρωποι και πόσο θέλουν να τους έχουν ξανά πάνω στα σύννεφα για να ακούν τη μουσική τους.
-Αν η ιστορία είναι αληθινή, τότε…
-Τότε πρέπει να βρούμε το πιο φωτεινό σημείο. Απόψε είναι η πανσέληνος. Σήκω, είπε η Ρούμπια και άρχισαν το ψάξιμο.
Δεν τους πήρε πολλή ώρα μέχρι να διασχίσουν την πυκνή βλάστηση και να βρουν το σημείο εκείνο που οι ακτίνες του φεγγαριού φώτιζαν παραπάνω από το υπόλοιπο δάσος. Κρυμμένοι πίσω από κάτι δέντρα, είδαν κάτι να κινείται προς το φως. Ήταν ο μονόκερως που περίμεναν. Το παραμύθι του παππού έλεγε την αλήθεια. Η Ρούμπια σταμάτησε να κρύβεται και άρχισε να πλησιάζει αργά αργά του πλάσμα του παραμυθιού.
-Τι πας να κ…, προσπάθησε να φωνάξει ο Μόρκαντ. Ο μονόκερως τον άκουσε και έστρεψε το βλέμμα του προς την πλευρά τους. Δεν φαινόταν εχθρικός. Ο Μόρκαντ ακολούθησε τη Ρούμπια. Ο φόβος τους εγκατέλειπε σιγά σιγά.
-Σας περίμενα. Καιρό τώρα, ακούστηκε να λέει η βαθιά και ήρεμη φωνή του. Όχι, δεν μπορεί να ήταν εχθρός τους αυτό το πλάσμα. Αποκλείεται να ήθελε το κακό τους, το ένιωθαν.
-Αλήθεια είναι; ψιθύρισε ο Μόρκαντ. Και κανείς δε μας είχε πει τίποτα μέχρι χθες. Γιατί;
-Μη θυμώνεις, είπε ο σοφός μονόκερως. Κανείς δεν ήθελε να μπει στη φυλακή και να μην ξαναδεί τους δικούς του ανθρώπους. Ήταν ήδη αρκετά δυστυχισμένοι. Ειδικά όσοι θυμούνταν την παλιά Νοτούπολη.
-Νοτούπολη; ρώτησαν σχεδόν με μια φωνή ο Μόρκαντ και η Ρούμπια.
-Δεν είχατε γεννηθεί τότε, πού να ξέρετε. Τώρα όμως…
-Πρέπει να γυρίσετε. Πρέπει να μας βοηθήσετε να γίνουμε όπως παλιά. Εμείς δεν ξέρουμε. Ούτε τι να κάνουμε, ούτε πώς να αρχίσουμε, του είπε η Ρούμπια με αγωνία.
-Θα σας βοηθήσει ο Εοντάν.
-Ο δάσκαλός μας; ρώτησε ο Μόρκαντ ξαφνιασμένος.
-Θα του μιλήσετε αύριο, όταν θα είστε μόνοι σας. Τώρα θα πάτε να ξεκουραστείτε. Και στην επόμενη πανσέληνο, θα ξαναέρθετε και θα τον φέρετε μαζί.
Δεν τον ρώτησαν τίποτε άλλο. Δεν υπήρχε κάτι να ρωτήσουν. Τους είπε ό,τι έπρεπε να ξέρουν και πέταξε μακριά. Γύρισαν στα σπίτια τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Έπρεπε να προλάβουν να κοιμηθούν. Τώρα δεν είχαν μόνο το σχολείο να νοιαστούν. Ανέλαβαν μια αποστολή, που θα άλλαζε τη ζωή όλων.
Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησαν αρκετά κουρασμένοι. Στο μάθημα ήταν αδύνατο να συγκεντρωθούν, συμμετείχαν ελάχιστα. Ο Εοντάν το πρόσεξε. Τους ζήτησε να μείνουν στο τέλος του μαθήματος να μιλήσουν.
-Τι είναι η Νοτούπολη; ρώτησε η Ρούμπια βιαστική. Ο Εοντάν αιφνιδιάστηκε, για λίγες στιγμές δε μίλησε. Ήθελε πρώτα να μάθει τι ήξεραν οι δυο τους και από πού το έμαθαν. Αλλά δεν ήταν σίγουρος πώς να αρχίσει την κουβέντα.
-Θέλετε να μου εξηγήσετε πρώτα πού είχατε το μυαλό σας την ώρα του μαθήματος; τους ρώτησε προσπαθώντας να κερδίσει λίγο χρόνο.
-Στη χθεσινή πανσέληνο, είπε η Ρούμπια, αφού έβλεπε ότι ο Μόρκαντ δίσταζε να μιλήσει. Και στο δάσος.
Ο Εοντάν προσπάθησε ξανά να κρύψει την έκπληξή του.
-Ήσαστε στο δάσος χθες τη νύχτα; ρώτησε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε. Τα παιδιά έγνεψαν ναι. Ο Μόρκαντ εξακολουθούσε να μη μιλάει. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμη ότι όλα αυτά, που είχαν γίνει την προηγούμενη νύχτα, τα είχε όντως ζήσει. Ήθελε να τα ακούσει από τη Ρούμπια να τα αφηγείται.
-Πήγαμε εκεί που έφεγγε περισσότερο. Μετά, ήρθε ένας μονόκερως. Μας είπε ότι μας περίμενε καιρό. Μας συμβούλεψε να μιλήσουμε σε εσάς. Πρέπει να μας βοηθήσετε να γίνουν τα πράγματα όπως πρώτα ∙ και στην επόμενη πανσέληνο, θα ξαναπάμε στο δάσος να τον συναντήσουμε. Κύριε, τι είναι η Νοτούπολη; Πώς γίνεται να μην παίζει κανένας μουσική; Γιατί όλοι φοβούνται;
-Θα μάθετε σύντομα. Μόνο πριν από όλα, θέλω να μου πείτε κάτι. Ποιος σας είπε να πάτε στο δάσος μέσα στη νύχτα;
-Κανένας, βιάστηκε να απαντήσει η Ρούμπια. Μόνο που προχθές, ο παππούς μου είπε ένα παραμύθι στον αδερφό μου για να κοιμηθεί κι εγώ κρυφάκουγα. Έλεγε για ένα δάσος και για κάτι μονόκερους που έφυγαν. Μετά, η γιαγιά μάλωσε με τον παππού και έκλαιγε. Ποιος άνθρωπος κλαίει για μια ιστορία, αν είναι ψεύτικη; Κύριε, μην πείτε σε κανέναν ότι σας το είπα. Πρώτη φορά είδα τη γιαγιά μου έτσι.
-Μην ανησυχείς, Ρούμπια. Νοτούπολη είναι το μέρος που ζούμε. Έτσι λεγόταν πριν την κατακτήσει ο Ζέρεφορ ο Μέγας, ο παππούς του βασιλιά Ζέρεφορ, είπε ο Εοντάν και άρχισε να χαμογελάει με νοσταλγία. Ίσως ήρθε η ώρα να γεμίσει ο κόσμος μουσική και να ξαναρχίσουμε να λέμε το παλιό όνομα χωρίς να φοβόμαστε. Απόψε θα έρθετε στο σπίτι μου. Θα περιμένετε να σκοτεινιάσει, θα σιγουρευτείτε ότι όλοι κοιμούνται και μετά θα ξεκινήσετε. Πρέπει να γνωρίσετε κάποιους ανθρώπους που θέλουν τα ίδια πράγματα με εσάς. Αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται κάποιον αρχηγό, είπε και κοίταξε σκεφτικός τους δυο δεκαεξάχρονους μαθητές του. Μέχρι την επόμενη πανσέληνο, ο σοφός μονόκερως θα είναι ο περήφανος για εσάς και για αυτά που θα έχετε καταφέρει. Πηγαίνετε τώρα. Θα τα πούμε αργότερα.
Ο Μόρκαντ και η Ρούμπια ξεκίνησαν για τα σπίτια τους. Λίγο πριν αποχωριστούν, ο Μόρκαντ κοντοστάθηκε. Σκέφτηκε τη βαθιά και ήρεμη φωνή του μονόκερου.
-Η φωνή του μονόκερου δεν έμοιαζε με τη φωνή του δάσκαλού μας;
-Χμ, ναι, τώρα που το λες, είπε η Ρούμπια. Μάλλον όλοι οι μεγάλοι και σοφοί έχουν φωνές που μοιάζουν. Μπορεί να γίνουμε κι εμείς έτσι όταν μεγαλώσουμε, είπε γελώντας και τραγούδησε σιγά μερικές βαθιές νότες.
Το βράδυ έπεσαν για ύπνο μαζί με τις οικογένειές τους. Μετά από αρκετή ώρα, σηκώθηκαν όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν και συναντήθηκαν στο σπίτι του Εοντάν. Χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Παραξενεύτηκαν, όταν τον είδαν μόνο του.
-Είστε σίγουροι ότι δε σας ακολούθησε κανείς;
-Ναι, είπε ο Μόρκαντ. Όλοι κοιμούνταν και στο δρόμο ήταν όλα σκοτεινά και ήσυχα. Προσέχαμε.
Ο Εοντάν κοίταξε προσεκτικά έξω από την πόρτα, μην τυχόν και τα παιδιά δεν είχαν αντιληφθεί κάτι. Σκοτάδι και ησυχία γύρω. Ξαναμπήκε στο σπίτι, κλείδωσε την πόρτα και πήγαν στο μέσα δωμάτιο. Τα παιδιά μετακίνησαν το τραπέζι που τους έδειξε ο δάσκαλος και τραβώντας την κουρελού από το πάτωμα, είδαν μια καταπακτή. Ο Εοντάν την άνοιξε και τους είπε να κατέβουν. Τα παιδιά δίστασαν λίγο, αλλά κοιτάζοντας κάτω, είδαν ότι είχε φως και άκουγαν κάτι ψιθύρους.
-Άντε, γιατί αργείς; Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από το βάθος.
-Ερχόμαστε, της απάντησε ο Εοντάν.
Τα παιδιά κατέβηκαν πρώτα και είδαν γύρω στα δεκαπέντε ζευγάρια μάτια να τα κοιτάζουν. Έβλεπαν τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται σε ένα υπόγειο κρατώντας στα χέρια τους μουσικά όργανα και να κρύβονται, λες και κρατούσαν όπλα, που θα φόβιζαν και τον πιο τρομερό εχθρό. Η Νοτούπολη δεν είχε χαθεί. Ήταν εκεί, μπροστά τους και περίμενε την ευκαιρία να ξαναβγεί στο φως.
-Είσαι τρελός; Φώναξε μια από τις γυναίκες στον Εοντάν. Τι έφερες τα πιτσιρίκια εδώ; Θα μπλέξουμε.
-Δεν είναι πιτσιρίκια, είναι δεκάξι χρονών. Και θα πρέπει να συνηθίσετε την παρουσία τους εδώ, γιατί…
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα ανήσυχη, βλέποντάς τον να διστάζει.
-Γιατί έφτασε ο καιρός να νικήσουμε τον Ζέρεφορ. Και η Ρούμπια με τον Μόρκαντ θα είναι οι αρχηγοί μας.
-Τι λες;;; φώναξε η γυναίκα, ενώ οι άλλοι είχαν χάσει τα λόγια τους.
-Χθες, που είχε πανσέληνο, συναντήθηκαν στο δάσος με το σοφό μονόκερω. Ξέρουν. Ξέρουν τι συνέβη στη Νοτούπολη, πριν ακόμη γεννηθούν. Ξέρουν για το νόμο του Ζέρεφορ του Μεγάλου. Και ό,τι δεν ξέρουν, θα το μάθουν γρήγορα. Μέχρι την επόμενη πανσέληνο, που θα ξαναπάνε στο δάσος μαζί με κάποιους από εμάς, θα τους διδάξουμε όσα περισσότερα μπορούμε. Και όταν δούμε το μονόκερω, θα μας πει τι πρέπει να κάνουμε ακόμη για να επιστρέψουν και οι άλλοι μονόκεροι εδώ, στα δικά μας σύννεφα.
Όλοι τον άκουγαν με ανησυχία και δέος. Παιδιά ήταν ο Μόρκαντ και η Ρούμπια. Αλλά αφού τα εμπιστεύτηκε ο σοφός μονόκερως, σίγουρα κάτι παραπάνω ήξερε.
-Θέλει κάποιος να μάθει γκάιντα; ρώτησε ένας από τους άντρες κοιτώντας τα παιδιά;
-Εγώ, είπε ο Μόρκαντ. Είχαμε μία στο υπόγειο. Ίσως να την έχουμε ακόμη, αλλά οι δικοί μου δε με αφήνουν να κατέβω εκεί. Φοβούνται.
-Μη θυμώνεις με τους δικούς σου, είπε ο ίδιος άντρας. Για κανέναν δεν είναι εύκολο να βλέπει ανθρώπους να μπαίνουν στη φυλακή. Και μετά, να φοβάται μη συμβεί το ίδιο και στους δικούς του, συνέχισε, ενώ τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα.
-Έχεις ξαναδεί nyckelharpa; είπε κάποιος άλλος στη Ρούμπια.
Η μικρή περιεργάστηκε το μουσικό όργανο. Το όνομά του της θύμιζε την άρπα, που είχαν στο υπόγειο, αλλά ήταν διαφορετικό.
-Θα μου μάθεις; ρώτησε.
Και το μάθημα άρχισε. Κάθε βράδυ μαζεύονταν στο υπόγειο του Εοντάν και μετά φρόντιζαν να γυρίζουν στα σπίτια τους πριν ξημερώσει. Και οι βδομάδες περνούσαν, χωρίς να ενοχλήσει κανένας τη μυστική ομάδα και το σχέδιό της. Οι αρχηγοί είχαν πάρει πολύ σοβαρά την αποστολή τους. Είχαν να κάνουν με μεγαλύτερούς τους και έπρεπε να φέρονται κι αυτοί σαν μεγάλοι. Έκαναν, λοιπόν, ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να αποδείξουν ότι άξιζαν την εμπιστοσύνη της ομάδας.
Ένας κύκλος μαθημάτων τελείωσε δυο μέρες πριν την πανσέληνο. Έτσι κατάφεραν να έχουν ένα μικρό περιθώριο για να ξεκουραστούν πριν τη συνάντηση με το σοφό μονόκερω. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι από τους δυο αρχηγούς και την πρόοδό τους. Αφού το συζήτησαν και είπε ο καθένας τη γνώμη του, κατέληξαν ότι στη συνάντηση θα έστελναν τον Μόρκαντ, τη Ρούμπια, τον Εοντάν και την ανιψιά του, την Έινα, την κοπέλα εκείνη που αρχικά ήταν η πιο δύσπιστη από όλους.
Η Έινα με το πέρασμα του χρόνου δεν ήταν δύσπιστη πια. Είδε ότι η Ρούμπια και ο Μόρκαντ άξιζαν την εμπιστοσύνη της. Και για να γίνει αυτό αμοιβαίο, τους εξήγησε ότι πολλά χρόνια πριν, η γυναίκα του Εοντάν – και θεία της – φυλακίστηκε από τον Ζέρεφορ, επειδή παράκουσε στο γνωστό παράλογο νόμο. Από τότε κανείς δεν την είχε δει. Η Έινα δεν ήθελε να πάει κάτι στραβά και να φυλακιστεί και ο θείος της ή οποιοσδήποτε άλλος. Τα παιδιά κατάλαβαν ότι είχαν να αντιμετωπίσουν προβλήματα, που είχαν ξεκινήσει πολύ πριν γεννηθούν. Οι αντιδράσεις της ομάδας δεν τους φαίνονταν παράλογες πια. Εξάλλου, τώρα ανήκαν κι εκείνα στην ομάδα και δούλευαν όλοι για τον ίδιο σκοπό. Αυτό είχε σημασία, κι ας τους έλεγε ο Εοντάν ότι ήταν οι αρχηγοί.
Η νύχτα της πανσελήνου έφτασε. Αφού όλη η πόλη είχε ησυχάσει, οι τέσσερις που είχε επιλέξει η ομάδα, πήγαν στο δάσος. Ο μονόκερως τους περίμενε στο ίδιο σημείο.
-Δεν ήρθαμε μόνο οι τρεις μας, έσπευσε να δικαιολογήσει η Ρούμπια την παρουσία της Έινα.
-Το ήξερα ότι θα ερχόταν. Από μικρή είχε αδυναμία στο θείο της. Και έγινε μεγαλύτερη μετά τη φυλάκιση της θείας της, απάντησε με κατανόηση ο μονόκερως.
-Είμαστε δεκαοκτώ άτομα όλοι μαζί, είπε ο Μόρκαντ.
-Αρκετοί είστε. Μπορείτε, όμως, και καλύτερα. Θέλω ο καθένας από εσάς να φέρει στην ομάδα έναν ακόμη άνθρωπο. Κάποιον ή κάποιαν που να εμπιστεύεται πολύ, που να νιώθει ασφαλής μαζί του, ακόμη κι αν πάνε μαζί στον πόλεμο. Σκεφτείτε και θα έχετε τις απαντήσεις σας. Στον επόμενο μήνα προλαβαίνετε να τους εκπαιδεύσετε και να σας βοηθήσουν. Στην επόμενη πανσέληνο η Νοτούπολη θα γίνει όπως πρώτα. Εσείς θα βγείτε στον κεντρικό δρόμο και θα παίξετε αυτά που ετοιμάζετε τόσον καιρό. Η υπόλοιπη πόλη θα σας ακολουθήσει, μετά από τόσα χρόνια το έχει μεγάλη ανάγκη. Κι εμείς, είπε εννοώντας τους μονόκερους, θα σας βλέπουμε από ψηλά και θα σας προσέχουμε.
Όλοι τους έμειναν σκεφτικοί. Καιρό τώρα προσπαθούσαν και κατάφεραν να χτίσουν βήμα βήμα την εμπιστοσύνη μέσα στην ομάδα και να κρατήσουν μυστικές τις συναντήσεις τους. Και τώρα έπρεπε να φέρουν καινούριο κόσμο στην ομάδα; Τους φαινόταν δύσκολο και ριψοκίνδυνο, αλλά δεν έπρεπε να αγνοήσουν τα λόγια του μονόκερου. Τόσα χρόνια τα περίμεναν.
Η Ρούμπια σκέφτηκε τον παππού της. Ήταν ο μόνος που έδειχνε να πνίγεται από αυτό που ζούσε. Ήθελε να μιλήσει, να κάνει κάτι για να αλλάξουν τα πράγματα. Και οι υπόλοιποι γύρω της υπέφεραν, αλλά είχαν μάθει να ζουν με τον πόνο. Όταν το πήρε απόφαση και του μίλησε, το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Το ήξερα ότι αυτή η μέρα είναι κοντά. Η Νοτούπολη θα γίνει όπως πρώτα. Κι εγώ θα το δω αυτό πριν κλείσω τα μάτια μου», είπε και η Ρούμπια τον αγκάλιασε.
Ο Μόρκαντ σκέφτηκε έναν έναν τους ανθρώπους γύρω του. Ποιον θα μπορούσε να εμπιστευτεί παραπάνω από τους υπόλοιπους; «Ο Λεόν», μονολόγησε. Ένας συνομίληκος ξάδερφός του ήταν ο Λεόν. Κλεισμένος στο δωμάτιό του και τον κόσμο του, προτιμούσε την παρέα των βιβλίων του από τη συντροφιά των ανθρώπων. Έψαχνε τρόπους να δραπετεύει από αυτά που ζούσαν όλοι και κόσμους άλλους, χαρούμενους και φωτεινούς. Ο Μόρκαντ του μίλησε, του είπε ότι τον χρειάζονται, του είπε όλη την ιστορία, δεν έκρυψε τίποτα. Ο Λεόν χαμογέλασε. Ήταν η στιγμή που τα βιβλία και οι προφητείες τους ζωντάνευαν μπροστά στα μάτια του. «Πότε αρχίζουμε;», ρώτησε με την ηρεμία του αποφασισμένου στο βλέμμα του.
Στην επόμενη συνάντηση, διπλάσιοι ήταν μαζεμένοι στο σπίτι του Εοντάν. Όλοι είχαν καταφέρει να βρουν τον άνθρωπο της εμπιστοσύνης τους, για τον οποίο είχε μιλήσει ο μονόκερως. Υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι δυνατοί γύρω τους, άνθρωποι που ήθελαν να αναποδογυρίσουν τον κόσμο που τους έπνιγε, αν κάποιος τους έδινε λίγη δύναμη να το αποφασίσουν. Αμέσως άρχισαν μαθήματα και οι καινούριοι. Οι παλιότεροι είχαν διώξει τους φόβους και τις υποψίες τους. Άλλωστε, πολλοί από τους νεοφώτιστους της ομάδας έδειχναν εξοικειωμένοι με τα μουσικά όργανα. Ο νόμος του Ζέρεφορ μόνο παντοδύναμος δεν ήταν τελικά. Μπορεί να ανάγκασε τους ανθρώπους να παραδώσουν τα όργανα στο βασιλιά και να τα δουν να καίγονται στο κέντρο της πόλης, αλλά δεν τους εμπόδισε να φτιάξουν κρυφά άλλα, καινούρια και να τα φυλάξουν σε αποθήκες και υπόγεια.
Μια νύχτα πριν την πανσέληνο, όλοι ξεκουράστηκαν. Χρειάζονταν δυνάμεις για τη συνέχεια της αποστολής τους. Το πρωί πήγαν κανονικά όλοι στις δουλειές τους. Ο Εοντάν είχε το νου του στη Ρούμπια, τον Μόρκαντ και τον Λεόν. Ήρεμους τους έβλεπε σε όλο το μάθημα. Δε συμμετείχαν και τόσο, αλλά άλλο ήταν το σημαντικό για τις επόμενες ώρες.
Το βράδυ, αφού αποκοιμήθηκε όλη η πόλη, η ομάδα συγκεντρώθηκε στο σπίτι του Εοντάν και ξεκίνησε για το δάσος. Πήγαν στο πιο φωτεινό σημείο και περίμεναν. Ο σοφός μονόκερως δεν άργησε να φανεί. Τον είδαν να πετά, να κατεβαίνει από τα σύννεφα και να πατά στη γη μπροστά τους. «Σας περιμένουν. Είναι ψηλά στα σύννεφα και περιμένουν να σας ακούσουν για να αρχίσουν να χορεύουν. Είστε έτοιμοι;», ρώτησε την ομάδα. «Ναι, είμαστε», απάντησαν σχεδόν με μια φωνή, παίρνοντας θάρρος από τα λόγια του.
Άρχισαν σιγά σιγά να παίζουν τον αρχαίο του χορό Cloud-Dance και ο μονόκερως ξαναπέταξε στα σύννεφα. Καθώς βάδιζαν στο μεγάλο δρόμο που πήγαινε από το δάσος προς την πόλη, η ένταση της μουσικής δυνάμωνε. Οι μονόκεροι ψηλα στον ουρανό άρχισαν να ακούν τη μελωδία, που ερχόταν από τη γη και να χορεύουν το Χορό των Συννέφων. Η ομάδα έφτασε στην πόλη και συνέχισε να προχωρά ανάμεσα στα σπίτια. Ο κόσμος σιγά σιγά ξυπνούσε για να δει τι συμβαίνει.
«Βρέχει!», φώναξε ξαφνικά ένας από την ομάδα. Ο χορός των μονόκερων εκεί ψηλά το είχε κάνει το θαύμα του. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να ρίχνουν μια πολύχρωμη βροχή, που όσο ξημέρωνε, τόσο δυνάμωνε. Οι σταγόνες της έμοιαζαν με νερό, αλλά ήταν νότες. Νότες που θα έπεφταν μέχρι να σκεπάσουν τα πάντα. Έπρεπε να γίνουν όλα όπως παλιά, τότε που όλοι ήταν χαρούμενοι και κανείς δεν είχε λόγο να φοβάται. «Συνεχίστε!», φώναζε ο Εοντάν, «μη σταματάτε να παίζετε». Και η ομάδα συνέχιζε να προχωρά, με τη Ρούμπια και τον Μόρκαντ να οδηγούν όλους τους υπόλοιπους.
Στο μεταξύ, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα σπίτια τους. Δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, τους είχε λείψει τόσο αυτό που συνέβαινε έξω από τις πόρτες τους! Μερικοί, οι πιο θαρραλέοι, δε δίσταζαν να βγουν στο δρόμο κρατώντας μουσικά όργανα και να ακολουθήσουν τη Ρούμπια και τον Μόρκαντ. Όχι, δεν ήταν δυνατόν να μείνουν αμέτοχοι σε κάτι τέτοιο.
Η φασαρία έφτασε στο παλάτι του Ζέρεφορ. Φασαρία; Ναι, φασαρία. Για το βασιλιά, το Cloud-Dance δεν ήταν παρά μια περιττή φασαρία, ένα ανόητο χάσιμο χρόνου. Για αυτό και έστειλε αμέσως το στρατό να επιβάλλει την τάξη. Το πλήθος έβλεπε το στρατό να πλησιάζει, αλλά δε δείλιασε. Όσοι έπαιζαν μουσική, συνέχισαν να παίζουν ακόμη πιο δυνατά. Οι υπόλοιποι, που δεν έπαιζαν, άρχισαν να τραγουδούν. Και οι μονόκεροι συνέχισαν να χορεύουν πάνω στα σύννεφα.
Οι στρατιώτες συνέχισαν να πλησιάζουν, αλλά μέχρι να φτάσουν στο πλήθος, οι ασπίδες και τα σπαθιά είχαν γίνει πολύ βαριά στα χέρια τους. Πώς θα μπορούσαν να πολεμήσουν αυτό που έβλεπαν; Πώς; Αφού και οι ίδιοι είχαν κουραστεί από αυτό που ζούσαν ως τότε. Και τώρα που είχαν την ευκαιρία να το αφήσουν πίσω τους, θα την έχαναν;
Ο στρατός και το πλήθος στάθηκαν ακίνητοι για κάμποση ώρα, κοιτάζονταν και έβλεπαν τις νότες να πέφτουν γύρω τους. Ώσπου η βροχή σταμάτησε και αντί για ουράνιο τόξο, εμφανίστηκε ένα πολύχρωμο πεντάγραμμο. Και όσο οι μονόκεροι συνέχιζαν να χορεύουν, οι νότες που γέμιζαν τις γραμμές και τα διαστήματα, έφτιαξαν στο ουρανό τη μελωδία του Cloud-Dance. Ο Εοντάν τότε πλησίασε τον αρχηγό του στρατού με ήρεμο και αποφασιστικό βλέμμα.
-Τι θα κάνεις; ρώτησε. Θα μας κλείσεις όλους στη φυλακή; Θα διατάξεις να μας σκοτώσουν όλους; Τι;
Ο αρχηγός χωρίς να απαντήσει καν, πέταξε τα όπλα του στη γη και του έδωσε το χέρι. Ένας ένας οι στρατιώτες πέταξαν κι αυτοί τα όπλα τους. Ο Ζέρεφορ, που δεν είχε μπει καν στον κόπο να τους ακολουθήσει, τους κοίταζε από το παλάτι πανικόβλητος. Όχι, δεν περίμενε να ηττηθεί έτσι. Ήταν πλέον μόνος του, ξένος στο ίδιο του το βασίλειο. Μόνος εναντίον όλων, να ανακαλύπτει με τον πιο σκληρό τρόπο, ότι ο θρόνος του ήταν άχρηστος, χωρίς ανθρώπους να τον στηρίζουν. Ανέβηκε στο πρώτο άλογο που βρήκε μπροστά του και έφυγε μακριά. Κανένας δεν τον ακολούθησε, κανένας δεν τον αναζήτησε. Ούτε να τον εκδικηθούν δε σκέφτηκαν, κι ας ήταν αυτό ο μεγαλύτερός του φόβος.
Η Νοτούπολη έγινε όπως πρώτα και οι άνθρωποί της δεν ξαναφοβήθηκαν. Αποφάσισαν να είναι πάντα χαρούμενοι, όπως εκείνοι ήξεραν και δε θα ξανάφηναν κανέναν να τους το χαλάσει αυτό. Και τα χρόνια πέρασαν και γεννήθηκαν άλλοι άνθρωποι. Και κάθε γενιά δίδασκε στους νεότερους τη μουσική και τη χαρά. Το βασίλειο του Ζέρεφορ ήταν παρελθόν και οι μονόκεροι έμειναν στα σύννεφα της Νοτούπολης για να την προστατεύουν. Και όταν μετά από πολύ καιρό, η γη της Νοτούπολης δεν μπορούσε να ζήσει τους ανθρώπους της, αυτοί σκόρπισαν σε άλλες χώρες και κράτησαν τη γνώση και την ψυχή τους ζωντανή από γενιά σε γενιά, ενώ οι μονόκεροι τους ακολουθούσαν.
Και όταν μετά από πολλά χρόνια, αρκετοί από τους ανθρώπους της Νοτούπολης συναντήθηκαν στην ίδια πόλη, αποφάσισαν να βάλουν τη μουσική στη ζωή τους, όπως οι πρόγονοί τους που πολέμησαν τον Ζέρεφορ με αυτήν. Και έφτιαξαν την Fantasy Choir, μια χορωδία που θα θυμίζει στους ίδιους και σε όλο τον κόσμο τη μυστική ομάδα της Ρούμπια, του Μόρκαντ, του Λεόν, της Έινα και του Εοντάν. Μια χούφτα τρελών που με όπλο τις παρτιτούρες τους, πιστεύουν πως θα αλλάξουν τον κόσμο. Μια χούφτα ανθρώπων, που κάθε φορά που τραγουδούν, θα κοιτούν ψηλά στον ουρανό και θα βλέπουν μονόκερους να χορεύουν στον αρχαίο ρυθμό του Cloud-Dance και να προστατεύουν όσους πιστεύουν στο θαύμα της μουσικής.
Για τη Fantasy Choir
Μπορείτε να βρείτε την αγγλική εκδοχή εδώ

Η Ενια θεά
ΑπάντησηΔιαγραφήΥπέροχο Αργυρώ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπράβο σου