Ο Έμρυς είχε ανοιχτεί αρκετά με τη βάρκα του. Ήταν καλή η νύχτα για ψάρεμα. Η πανσέληνος πλησίαζε και τα ψάρια είχαν αρκετό φως για να κινηθούν και να ψάξουν για τροφή. «Τρεις μέρες πριν και τρεις μέρες μετά την...
πανσέληνο», έλεγε πάντα ο παππούς του, «αυτές είναι οι καλύτερες για ψάρεμα τη νύχτα». Κι όποτε άκουσε τα λόγια του, δεν το μετάνιωσε. Είναι ωραία η νύχτα. Ειδικά το καλοκαίρι σε γλιτώνει κι από τη ζέστη της ημέρας.
Στο πίσω μέρος του μυαλού του, όμως, υπήρχε ένας μικρός φόβος που δεν έφευγε. Η Εϊντίν τον είχε προειδοποιήσει ότι ο Έρλινγκ τους είχε δει μαζί και φρόντισε να το μάθουν οι γονείς της. Η Εϊντίν ήταν από οικογένεια ευγενών. Η πρώτη σύγκρουση με τους γονείς της ήταν, όταν αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Η οικογενειακή τους παράδοση επέτρεπε μόνο στους γιους να μάθουν την τέχνη του πολέμου. Η Εϊντίν την αγνόησε. Αποφάσισε να ανοίξει δρόμους, στους οποίους ήλπιζε να την ακολουθήσει και η μικρή της αδερφή, η Σίννια. Η μικρή είχε μια ξεχωριστή σπιρτάδα και δεν έπρεπε να τη χάσει ακολουθώντας οικογενειακές παραδόσεις και πρωτόκολλα.
Η οριστική ρήξη ήρθε όταν ο Έρλινγκ θέλησε να μπει ανάμεσα στον Έμρυς και την Εϊντίν. Οι γονείς της σιγά σιγά είχαν συμβιβαστεί με την ιδέα του στρατού. Αν η κόρη τους βρισκόταν ανάμεσα σε ευγενείς που μάθαιναν την τέχνη του πολέμου, ίσως κάποιος από αυτούς να την έπειθε να δει με περισσότερη κατανόηση τις προσδοκίες των γονιών της. Φυσικά, τέτοια πιθανότητα δεν υπήρχε. Η Εϊντίν ήταν γεννημένη για αυτό που επέλεξε να κάνει. Οι γονείς της κατάλαβαν πως δεν έχουν ελπίδες, όταν έμαθαν για τον Έμρυς, έναν άνθρωπο έξω από την κάστα τους, τελείως διαφορετικό από ανθρώπους σαν τον Έρλινγκ.
Όταν ο Έρλινγκ κατάλαβε ότι η Εϊντίν δε θα υποχωρούσε και ότι οι γονείς της είχαν χάσει και αυτή τη μάχη, έχασε κάθε έλεγχο. Την απείλησε ότι θα τον βγάλει από τη μέση με κάθε τρόπο. Η Εϊντίν τον ήξερε καλά. Οι απειλές του σπανίως ήταν κάτι παραπάνω από κούφια λόγια. Οι άνθρωποι, όμως, που είχε μαζέψει γύρω του, ήταν απρόβλεπτοι και, πολλές φορές, επικίνδυνοι. Τους παρατηρούσε πώς συμπεριφέρονταν μέσα στο στρατό. Δεν ήταν οι καλύτεροι συμπολεμιστές που θα μπορούσε να έχει κάποιος. Για αυτό και μίλησε στον Έμρυς για τους φόβους της. Τον παρακάλεσε να μην πηγαίνει για ψάρεμα μόνος του. Θα ένιωθε πολύ πιο ήσυχη, αν είχε τουλάχιστον τον αδερφό του μαζί. Για να την καθησυχάσει, της υποσχέθηκε ότι θα πρόσεχε.
Κοίταξε αυτά που είχε καταφέρει να πιάσει. Ήταν καλή ψαριά. Γύρισε προς την ακτή και κοίταξε το φάρο. Μόλις προσανατολίστηκε, άρχισε να τραβάει κουπί για να επιστρέψει στη στεριά. «Εντάξει, όλα καλά πήγαν», σκέφτηκε για να ξεχάσει τις τύψεις του που δεν κράτησε την υπόσχεσή του. Η ηρεμία του, όμως, δεν κράτησε για πολύ. «Έμρυς!», άκουσε κάποιον να φωνάζει πίσω του. Ο φόβος του ξαναγύρισε. Κοίταξε πίσω του και είδε δυο βάρκες να πλησιάζουν. Έβλεπε έναν άνθρωπο σε κάθε βάρκα. Δεν μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες, αλλά η φωνή έμοιαζε να είναι του Έρλινγκ. Συνέχισε να τραβά κουπί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όμως, οι βάρκες τον έφτασαν και ξαφνικά, σηκώθηκαν όρθιοι άλλοι δυο σε κάθε βάρκα. Ήταν κρυμμένοι.
-Δε σου είπε να την αφήσεις ήσυχη; Μαζί μου είναι η θέση της, άκουσε τη φωνή του Έρλινγκ από δεξιά.
Δε γύρισε να ξανακοιτάξει, συνέχισε να τραβά κουπί. Ήταν το πιο φρόνιμο που μπορούσε να κάνει. Δεν είχε καταλάβει ποιοι ήταν οι άλλοι πέντε. Δεν είχε σημασία εξάλλου. Μάλλον φίλοι του Έρλινγκ από το στρατό θα ήταν, άρα εκπαιδευμένοι στη μάχη. Ήξερε, όμως, ότι θα έβρισκαν τον μπελά τους, αν του έκαναν κακό και αυτό τον βοηθούσε να παραμείνει ψύχραιμος. Δεν μπορεί να έπαιρναν τέτοιο ρίσκο.
-Δεν απαντάς; Δεν έχεις καμιά δουλειά μαζί της. Ούτε η οικογένειά της σε θέλει. Ακούς; ξαναφώναξε ο Έρλινγκ.
Ο Έμρυς συνέχισε να τον αγνοεί. Τι θα μπορούσε να κάνει; Από τον τρόπο που μιλούσε, φαινόταν ότι είχε πιει αρκετά. Μετά βίας στεκόταν όρθιος. Με το πρώτο μεγάλο κύμα έχασε την ισορροπία του και παραλίγο να πέσει στη θάλασσα. Οι φίλοι του πρόλαβαν και τον συγκράτησαν.
-Δεν έχει νόημα, είπε ο Έρλινγκ. Βλάκας είναι. Θα τον βαρεθεί και θα φύγει μόνη της. Πάμε να φύγουμε.
Οι φίλοι του κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Όχι, δε θα έφευγαν. Οι διαθέσεις τους μόνο ειρηνικές δεν ήταν. Δυο από αυτούς – ένας από κάθε βάρκα – πήδησαν στη βάρκα του Έμρυς. Αυτός αιφνιδιάστηκε. Πρόλαβε να χτυπήσει τον έναν, αφήνοντας τα νώτα του ακάλυπτα. Το χτύπημα που δέχτηκε από τον άλλον, ήταν αρκετό για να χάσει τις αισθήσεις του.
-Τι κάνετε εκεί; φώναξε πανικόβλητος ο Έρλινγκ. Να τον τρομάξουμε μόνο είπαμε.
-Εσύ είπες. Εμείς δε συμφωνήσαμε τίποτα.
-Θα… Θα καταστραφούμε. Ο στρατός… Οι δικαστές θα μας βάλουν φυλακή για δέκα ζωές.
-Γιατί, πού θα το μάθουν; είπε ένας από τους φίλους του την ώρα που πετούσαν τον αναίσθητο Έμρυς στη θάλασσα. Ως την αυγή θα έχει λήξει το θέμα.
Ο Έμρυς βούλιαζε. Ο κόσμος του είχε σκοτεινιάσει. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει, ήταν ανίκανος να αντιδράσει σε ο,τιδήποτε. Ώσπου ένιωσε δυο χέρια να σταματούν την πτώση του και ένα στόμα να πλησιάζει το δικό του και να φυσά αέρα μέσα στα πνευμόνια του. «Μπορώ και αναπνέω», σκέφτηκε. «Πώς γίνεται;». Οι δυνάμεις του ξαναέρχονταν σιγά σιγά. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του.
«Ξύπνησες;», τον ρώτησε μια γυναικεία φωνή. Ο Έμρυς έγνεψε ναι. «Μπορείς να μιλήσεις, μη φοβάσαι. Είσαι ασφαλής εδώ. Και για αρκετή ώρα, θα ζεις σαν να είσαι στη στεριά. Θα μπορείς να αναπνέεις, να ακούς, να μιλάς». Ο Έμρυς την κοίταξε μην ξέροντας αν πρέπει να την πιστέψει. Όντως. Μπορούσε να αναπνέει και να ακούει κανονικά. Γοργόνα ήταν το πλάσμα που έβλεπε μπροστά του. Σε καμιά από τις ιστορίες, που είχε ακούσει από τους παλιότερους, οι γοργόνες δεν ήταν εχθρικές. Τον Ίρβυν, όμως, τον ξάδερφό του είχαν να τον δουν χρόνια. Μια φορά που είχαν βγει με τη βάρκα στα ανοιχτά, είδε μια γοργόνα και βούτηξε. Κανένας δεν πρόλαβε να τον εμποδίσει. Βούτηξε και δεν τον ξαναείδαν ποτέ, ούτε ζωντανό ούτε πεθαμένο. Η μάνα του φόρεσε τότε τα μαύρα και δεν τα ξαναέβγαλε.
«Άφησέ τον ελεύθερο να κολυμπήσει», είπε η γοργόνα σε αυτόν που τον κρατούσε, «θα καταφέρει να μας ακολουθήσει ως το παλάτι». Τα χέρια, που τον κρατούσαν, τον άφησαν ελεύθερο και ο Έμρυς τους ακολούθησε. Οι δυνάμεις του είχαν επανέλθει, αλλά ήξερε ότι μπορούσαν να κολυμπήσουν πιο γρήγορα και να τους χάσει. Αν και αυτοί τον είχαν σώσει, δεν ένιωθε τόσο καλά μαζί τους. Παρόλα αυτά, τους ακολουθούσε χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις. Τουλάχιστον, μέχρι να καταλάβει ποιες ήταν οι προθέσεις τους.
Όταν έφτασαν στο παλάτι, δυο αρσενικές γοργόνες τους άνοιξαν τη μεγάλη πύλη. Μπαίνοντας μαζί με τους άλλους δυο, ο Έμρυς άκουσε την πύλη να κλείνει πίσω του. Ώσπου να ελέγξει το χώρο γύρω του για να δει αν υπάρχει τρόπος να φύγει, είχαν φτάσει σε μια μεγάλη αίθουσα. Η βασιλική οικογένεια ήταν μαζεμένη γύρω από ένα τραπέζι με τρεις κενές θέσεις. Τον έβαλαν να καθίσει στη μεσαία και οι άλλοι κάθισαν δεξιά και αριστερά του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον καλωσόρισαν και μια γοργόνα άρχισε να φέρνει στο τραπέζι θαλασσινές λιχουδιές.
-Για να με καλωσορίσουν γίνεται όλο αυτό; ρώτησε ο Έμρυς ψιθυριστά τον αρσενικό που τον είχε κρατήσει όταν βούλιαζε.
-Ναι, γιατί απορείς; Κι εμένα έτσι με είχαν καλωσορίσει, όταν είχα πρωτοέρθει στο βασίλειό τους πριν χρόνια, του απάντησε προσπαθώντας να τον κάνει να υποψιαστεί τη συνέχεια της κουβέντας τους.
-Κι εγώ γιατί νομίζω ότι είμαι αιχμάλωτος; ρώτησε σχεδόν θυμωμένα ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στη γοργόνα που καθόταν ακριβώς απέναντί τους. Τους κοίταζε πολύ περισσότερο από ό,τι οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες.
-Γιατί όλα γύρω σου είναι καινούρια και ξένα και σε τρομάζουν λίγο. Όλα είπα; Σχεδόν όλα ήθελα να πω. Το φαγητό σου αρέσει;
-Τελείωσα, δεν πεινάω άλλο, είπε κοφτά ο Έμρυς.
-Χαίρομαι. Μεγαλειότατε, ζητώ την άδεια να ξεναγήσω τον επισκέπτη μας στο παλάτι και τη γύρω περιοχή.
Ο βασιλιάς τους έδωσε την άδεια και αποχώρησαν. Η ξενάγηση στους χώρους του παλατιού ήταν μάλλον βιαστική. Ο Έμρυς ένιωθε να μην τον χωράει ο τόπος, παρά τις προσπάθειες όλων να τον κάνουν να νιώσει ευπρόσδεκτος. Ο «ξεναγός» του το είχε αντιληφθεί αυτό, για αυτό φρόντισε να βγουν από το παλάτι και να συνεχίσουν την περιπλάνηση στο βυθό.
-Τόσο πολύ έχω αλλάξει; τον ρώτησε.
-Τι εννοείς; ρώτησε ο Έμρυς προσπαθώντας να καταλάβει.
-Μάλλον άλλαξα πάρα πολύ. Πάνε και αρκετά χρόνια από τότε.
-Από πότε; ξαναρώτησε ∙ είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ποιον είχε απέναντί του, κι ας μην τολμούσε να το ομολογήσει ούτε στον εαυτό του.
-Από τότε που είδα τη γοργόνα μου και βούτηξα για να τη βρω. Η μάνα φοράει ακόμη μαύρα, ε;
-Ναι, του απάντησε προσπαθώντας να μη δακρύσει. Δε θα τα βγάλει ποτέ, λέει. Κανέναν δεν ακούει. Και κάθε λίγες μέρες πηγαίνει στην ακτή και κοιτά προς τα εκεί που είχες βουτήξει. Αυτή που καθόταν απέναντί μας είναι η...
-Ναι, η Μύριελ, κόρη του βασιλιά. Η πιο όμορφη από όλες τις κόρες του. Δεν μπορούσα να μη βουτήξω, καταλαβαίνεις. Ο καθένας το καταλαβαίνει, όταν είναι ευτυχισμένος. Έτσι δεν είναι, ξάδερφε; ρώτησε ο Ίρβυν.
-Ναι, έτσι είναι, απάντησε και το βλέμμα του άστραψε στη σκέψη της Εϊντίν.
-Γύρνα πίσω, εκεί που ανήκεις. Και πες στη μάνα μου να βγάλει τα μαύρα. Την επόμενη φορά που θα έρθει στη θάλασσα, θέλω να τη δω χαρούμενη. Για να μπορώ κι εγώ να βγω και να περπατήσω στην άμμο. Ξέρεις, τα πλάσματα του βυθού δεν αντέχουν το μαύρο. Κι από τότε που με δέχτηκαν στο βασίλειό τους, δεν το αντέχουν ούτε τα δικά μου μάτια.
Ο Έμρυς έφερε στο μυαλό του το παλάτι. Αλήθεια, δεν είχε δει τίποτα μαύρο εκεί μέσα. Του είχε φανεί παράξενο και ήθελε να ρωτήσει για αυτό. Αλλά, δεν το έκανε. Βιαζόταν να βρει τρόπο να βγει από το παλάτι, να αισθανθεί ξανά ελεύθερος. Αγκάλιασε τον ξάδερφό του ανακουφισμένος. Ναι, τελικά δεν ήταν όλα ξένα σε αυτό το βασίλειο.
Τη στιγμή εκείνη ένιωσε μια δύναμη να τον τραβά προς την επιφάνεια. Άφησε πίσω του το φωτεινό βασίλειο των γοργόνων. Συνέχισε να ανεβαίνει και όσο ανέβαινε, τόσο ένιωθε να του τελειώνει ο αέρας. Θυμήθηκε τότε τα λόγια της γοργόνας που είδε μπροστά του, μόλις άνοιξε τα μάτια του. Αφού του γέμισε αέρα τα πνευμόνια, του είπε πως θα του έφτανε για αρκετή ώρα. Αυτή η ώρα, λοιπόν, φαινόταν να πλησιάζει προς το τέλος της. Προσπαθούσε όλο και πιο πολύ να ανέβει προς τα πάνω, να βρει αέρα και φως. Έπρεπε να βγει στην επιφάνεια γρήγορα. Έπρεπε, έπρεπε…
«Εϊντίν! Συνέρχεται!» άκουσε να λέει μια παιδική σχεδόν φωνή και άνοιξε τα μάτια του. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της Εϊντίν. Δίπλα του βρισκόταν η Σίννια, η μικρή της αδερφή. Αμέσως μπήκαν στο δωμάτιο η Εϊντίν και οι γονείς της.
-Συγνώμη, παιδί μου, του είπε ο πατέρας της, ενώ η μητέρα της έκλαιγε με λυγμούς. Συγνώμη, που ήμασταν τόσο άδικοι μαζί σου. Ο Έρλινγκ παραδόθηκε. Τα ομολόγησε όλα.
Ο Έμρυς τους κοίταζε με κατανόηση. Είχαν μετανιώσει.
-Πρέπει να μιλήσω με τη θεία μου, ψιθύρισε εξαντλημένος. Νομίζω πως είναι πια καιρός να βγάλει τα μαύρα.
Το παραμυθάκι αυτό συμμετείχε στο διαγωνισμό ΦantastiWords 2018. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Harstad (Βόρεια Νορβηγία) το Δεκέμβριο του 2015
πανσέληνο», έλεγε πάντα ο παππούς του, «αυτές είναι οι καλύτερες για ψάρεμα τη νύχτα». Κι όποτε άκουσε τα λόγια του, δεν το μετάνιωσε. Είναι ωραία η νύχτα. Ειδικά το καλοκαίρι σε γλιτώνει κι από τη ζέστη της ημέρας.
Στο πίσω μέρος του μυαλού του, όμως, υπήρχε ένας μικρός φόβος που δεν έφευγε. Η Εϊντίν τον είχε προειδοποιήσει ότι ο Έρλινγκ τους είχε δει μαζί και φρόντισε να το μάθουν οι γονείς της. Η Εϊντίν ήταν από οικογένεια ευγενών. Η πρώτη σύγκρουση με τους γονείς της ήταν, όταν αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Η οικογενειακή τους παράδοση επέτρεπε μόνο στους γιους να μάθουν την τέχνη του πολέμου. Η Εϊντίν την αγνόησε. Αποφάσισε να ανοίξει δρόμους, στους οποίους ήλπιζε να την ακολουθήσει και η μικρή της αδερφή, η Σίννια. Η μικρή είχε μια ξεχωριστή σπιρτάδα και δεν έπρεπε να τη χάσει ακολουθώντας οικογενειακές παραδόσεις και πρωτόκολλα.
Η οριστική ρήξη ήρθε όταν ο Έρλινγκ θέλησε να μπει ανάμεσα στον Έμρυς και την Εϊντίν. Οι γονείς της σιγά σιγά είχαν συμβιβαστεί με την ιδέα του στρατού. Αν η κόρη τους βρισκόταν ανάμεσα σε ευγενείς που μάθαιναν την τέχνη του πολέμου, ίσως κάποιος από αυτούς να την έπειθε να δει με περισσότερη κατανόηση τις προσδοκίες των γονιών της. Φυσικά, τέτοια πιθανότητα δεν υπήρχε. Η Εϊντίν ήταν γεννημένη για αυτό που επέλεξε να κάνει. Οι γονείς της κατάλαβαν πως δεν έχουν ελπίδες, όταν έμαθαν για τον Έμρυς, έναν άνθρωπο έξω από την κάστα τους, τελείως διαφορετικό από ανθρώπους σαν τον Έρλινγκ.
Όταν ο Έρλινγκ κατάλαβε ότι η Εϊντίν δε θα υποχωρούσε και ότι οι γονείς της είχαν χάσει και αυτή τη μάχη, έχασε κάθε έλεγχο. Την απείλησε ότι θα τον βγάλει από τη μέση με κάθε τρόπο. Η Εϊντίν τον ήξερε καλά. Οι απειλές του σπανίως ήταν κάτι παραπάνω από κούφια λόγια. Οι άνθρωποι, όμως, που είχε μαζέψει γύρω του, ήταν απρόβλεπτοι και, πολλές φορές, επικίνδυνοι. Τους παρατηρούσε πώς συμπεριφέρονταν μέσα στο στρατό. Δεν ήταν οι καλύτεροι συμπολεμιστές που θα μπορούσε να έχει κάποιος. Για αυτό και μίλησε στον Έμρυς για τους φόβους της. Τον παρακάλεσε να μην πηγαίνει για ψάρεμα μόνος του. Θα ένιωθε πολύ πιο ήσυχη, αν είχε τουλάχιστον τον αδερφό του μαζί. Για να την καθησυχάσει, της υποσχέθηκε ότι θα πρόσεχε.
Κοίταξε αυτά που είχε καταφέρει να πιάσει. Ήταν καλή ψαριά. Γύρισε προς την ακτή και κοίταξε το φάρο. Μόλις προσανατολίστηκε, άρχισε να τραβάει κουπί για να επιστρέψει στη στεριά. «Εντάξει, όλα καλά πήγαν», σκέφτηκε για να ξεχάσει τις τύψεις του που δεν κράτησε την υπόσχεσή του. Η ηρεμία του, όμως, δεν κράτησε για πολύ. «Έμρυς!», άκουσε κάποιον να φωνάζει πίσω του. Ο φόβος του ξαναγύρισε. Κοίταξε πίσω του και είδε δυο βάρκες να πλησιάζουν. Έβλεπε έναν άνθρωπο σε κάθε βάρκα. Δεν μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες, αλλά η φωνή έμοιαζε να είναι του Έρλινγκ. Συνέχισε να τραβά κουπί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όμως, οι βάρκες τον έφτασαν και ξαφνικά, σηκώθηκαν όρθιοι άλλοι δυο σε κάθε βάρκα. Ήταν κρυμμένοι.
-Δε σου είπε να την αφήσεις ήσυχη; Μαζί μου είναι η θέση της, άκουσε τη φωνή του Έρλινγκ από δεξιά.
Δε γύρισε να ξανακοιτάξει, συνέχισε να τραβά κουπί. Ήταν το πιο φρόνιμο που μπορούσε να κάνει. Δεν είχε καταλάβει ποιοι ήταν οι άλλοι πέντε. Δεν είχε σημασία εξάλλου. Μάλλον φίλοι του Έρλινγκ από το στρατό θα ήταν, άρα εκπαιδευμένοι στη μάχη. Ήξερε, όμως, ότι θα έβρισκαν τον μπελά τους, αν του έκαναν κακό και αυτό τον βοηθούσε να παραμείνει ψύχραιμος. Δεν μπορεί να έπαιρναν τέτοιο ρίσκο.
-Δεν απαντάς; Δεν έχεις καμιά δουλειά μαζί της. Ούτε η οικογένειά της σε θέλει. Ακούς; ξαναφώναξε ο Έρλινγκ.
Ο Έμρυς συνέχισε να τον αγνοεί. Τι θα μπορούσε να κάνει; Από τον τρόπο που μιλούσε, φαινόταν ότι είχε πιει αρκετά. Μετά βίας στεκόταν όρθιος. Με το πρώτο μεγάλο κύμα έχασε την ισορροπία του και παραλίγο να πέσει στη θάλασσα. Οι φίλοι του πρόλαβαν και τον συγκράτησαν.
-Δεν έχει νόημα, είπε ο Έρλινγκ. Βλάκας είναι. Θα τον βαρεθεί και θα φύγει μόνη της. Πάμε να φύγουμε.
Οι φίλοι του κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Όχι, δε θα έφευγαν. Οι διαθέσεις τους μόνο ειρηνικές δεν ήταν. Δυο από αυτούς – ένας από κάθε βάρκα – πήδησαν στη βάρκα του Έμρυς. Αυτός αιφνιδιάστηκε. Πρόλαβε να χτυπήσει τον έναν, αφήνοντας τα νώτα του ακάλυπτα. Το χτύπημα που δέχτηκε από τον άλλον, ήταν αρκετό για να χάσει τις αισθήσεις του.
-Τι κάνετε εκεί; φώναξε πανικόβλητος ο Έρλινγκ. Να τον τρομάξουμε μόνο είπαμε.
-Εσύ είπες. Εμείς δε συμφωνήσαμε τίποτα.
-Θα… Θα καταστραφούμε. Ο στρατός… Οι δικαστές θα μας βάλουν φυλακή για δέκα ζωές.
-Γιατί, πού θα το μάθουν; είπε ένας από τους φίλους του την ώρα που πετούσαν τον αναίσθητο Έμρυς στη θάλασσα. Ως την αυγή θα έχει λήξει το θέμα.
Ο Έμρυς βούλιαζε. Ο κόσμος του είχε σκοτεινιάσει. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει, ήταν ανίκανος να αντιδράσει σε ο,τιδήποτε. Ώσπου ένιωσε δυο χέρια να σταματούν την πτώση του και ένα στόμα να πλησιάζει το δικό του και να φυσά αέρα μέσα στα πνευμόνια του. «Μπορώ και αναπνέω», σκέφτηκε. «Πώς γίνεται;». Οι δυνάμεις του ξαναέρχονταν σιγά σιγά. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του.
«Ξύπνησες;», τον ρώτησε μια γυναικεία φωνή. Ο Έμρυς έγνεψε ναι. «Μπορείς να μιλήσεις, μη φοβάσαι. Είσαι ασφαλής εδώ. Και για αρκετή ώρα, θα ζεις σαν να είσαι στη στεριά. Θα μπορείς να αναπνέεις, να ακούς, να μιλάς». Ο Έμρυς την κοίταξε μην ξέροντας αν πρέπει να την πιστέψει. Όντως. Μπορούσε να αναπνέει και να ακούει κανονικά. Γοργόνα ήταν το πλάσμα που έβλεπε μπροστά του. Σε καμιά από τις ιστορίες, που είχε ακούσει από τους παλιότερους, οι γοργόνες δεν ήταν εχθρικές. Τον Ίρβυν, όμως, τον ξάδερφό του είχαν να τον δουν χρόνια. Μια φορά που είχαν βγει με τη βάρκα στα ανοιχτά, είδε μια γοργόνα και βούτηξε. Κανένας δεν πρόλαβε να τον εμποδίσει. Βούτηξε και δεν τον ξαναείδαν ποτέ, ούτε ζωντανό ούτε πεθαμένο. Η μάνα του φόρεσε τότε τα μαύρα και δεν τα ξαναέβγαλε.
«Άφησέ τον ελεύθερο να κολυμπήσει», είπε η γοργόνα σε αυτόν που τον κρατούσε, «θα καταφέρει να μας ακολουθήσει ως το παλάτι». Τα χέρια, που τον κρατούσαν, τον άφησαν ελεύθερο και ο Έμρυς τους ακολούθησε. Οι δυνάμεις του είχαν επανέλθει, αλλά ήξερε ότι μπορούσαν να κολυμπήσουν πιο γρήγορα και να τους χάσει. Αν και αυτοί τον είχαν σώσει, δεν ένιωθε τόσο καλά μαζί τους. Παρόλα αυτά, τους ακολουθούσε χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις. Τουλάχιστον, μέχρι να καταλάβει ποιες ήταν οι προθέσεις τους.
Όταν έφτασαν στο παλάτι, δυο αρσενικές γοργόνες τους άνοιξαν τη μεγάλη πύλη. Μπαίνοντας μαζί με τους άλλους δυο, ο Έμρυς άκουσε την πύλη να κλείνει πίσω του. Ώσπου να ελέγξει το χώρο γύρω του για να δει αν υπάρχει τρόπος να φύγει, είχαν φτάσει σε μια μεγάλη αίθουσα. Η βασιλική οικογένεια ήταν μαζεμένη γύρω από ένα τραπέζι με τρεις κενές θέσεις. Τον έβαλαν να καθίσει στη μεσαία και οι άλλοι κάθισαν δεξιά και αριστερά του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον καλωσόρισαν και μια γοργόνα άρχισε να φέρνει στο τραπέζι θαλασσινές λιχουδιές.
-Για να με καλωσορίσουν γίνεται όλο αυτό; ρώτησε ο Έμρυς ψιθυριστά τον αρσενικό που τον είχε κρατήσει όταν βούλιαζε.
-Ναι, γιατί απορείς; Κι εμένα έτσι με είχαν καλωσορίσει, όταν είχα πρωτοέρθει στο βασίλειό τους πριν χρόνια, του απάντησε προσπαθώντας να τον κάνει να υποψιαστεί τη συνέχεια της κουβέντας τους.
-Κι εγώ γιατί νομίζω ότι είμαι αιχμάλωτος; ρώτησε σχεδόν θυμωμένα ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στη γοργόνα που καθόταν ακριβώς απέναντί τους. Τους κοίταζε πολύ περισσότερο από ό,τι οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες.
-Γιατί όλα γύρω σου είναι καινούρια και ξένα και σε τρομάζουν λίγο. Όλα είπα; Σχεδόν όλα ήθελα να πω. Το φαγητό σου αρέσει;
-Τελείωσα, δεν πεινάω άλλο, είπε κοφτά ο Έμρυς.
-Χαίρομαι. Μεγαλειότατε, ζητώ την άδεια να ξεναγήσω τον επισκέπτη μας στο παλάτι και τη γύρω περιοχή.
Ο βασιλιάς τους έδωσε την άδεια και αποχώρησαν. Η ξενάγηση στους χώρους του παλατιού ήταν μάλλον βιαστική. Ο Έμρυς ένιωθε να μην τον χωράει ο τόπος, παρά τις προσπάθειες όλων να τον κάνουν να νιώσει ευπρόσδεκτος. Ο «ξεναγός» του το είχε αντιληφθεί αυτό, για αυτό φρόντισε να βγουν από το παλάτι και να συνεχίσουν την περιπλάνηση στο βυθό.
-Τόσο πολύ έχω αλλάξει; τον ρώτησε.
-Τι εννοείς; ρώτησε ο Έμρυς προσπαθώντας να καταλάβει.
-Μάλλον άλλαξα πάρα πολύ. Πάνε και αρκετά χρόνια από τότε.
-Από πότε; ξαναρώτησε ∙ είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ποιον είχε απέναντί του, κι ας μην τολμούσε να το ομολογήσει ούτε στον εαυτό του.
-Από τότε που είδα τη γοργόνα μου και βούτηξα για να τη βρω. Η μάνα φοράει ακόμη μαύρα, ε;
-Ναι, του απάντησε προσπαθώντας να μη δακρύσει. Δε θα τα βγάλει ποτέ, λέει. Κανέναν δεν ακούει. Και κάθε λίγες μέρες πηγαίνει στην ακτή και κοιτά προς τα εκεί που είχες βουτήξει. Αυτή που καθόταν απέναντί μας είναι η...
-Ναι, η Μύριελ, κόρη του βασιλιά. Η πιο όμορφη από όλες τις κόρες του. Δεν μπορούσα να μη βουτήξω, καταλαβαίνεις. Ο καθένας το καταλαβαίνει, όταν είναι ευτυχισμένος. Έτσι δεν είναι, ξάδερφε; ρώτησε ο Ίρβυν.
-Ναι, έτσι είναι, απάντησε και το βλέμμα του άστραψε στη σκέψη της Εϊντίν.
-Γύρνα πίσω, εκεί που ανήκεις. Και πες στη μάνα μου να βγάλει τα μαύρα. Την επόμενη φορά που θα έρθει στη θάλασσα, θέλω να τη δω χαρούμενη. Για να μπορώ κι εγώ να βγω και να περπατήσω στην άμμο. Ξέρεις, τα πλάσματα του βυθού δεν αντέχουν το μαύρο. Κι από τότε που με δέχτηκαν στο βασίλειό τους, δεν το αντέχουν ούτε τα δικά μου μάτια.
Ο Έμρυς έφερε στο μυαλό του το παλάτι. Αλήθεια, δεν είχε δει τίποτα μαύρο εκεί μέσα. Του είχε φανεί παράξενο και ήθελε να ρωτήσει για αυτό. Αλλά, δεν το έκανε. Βιαζόταν να βρει τρόπο να βγει από το παλάτι, να αισθανθεί ξανά ελεύθερος. Αγκάλιασε τον ξάδερφό του ανακουφισμένος. Ναι, τελικά δεν ήταν όλα ξένα σε αυτό το βασίλειο.
Τη στιγμή εκείνη ένιωσε μια δύναμη να τον τραβά προς την επιφάνεια. Άφησε πίσω του το φωτεινό βασίλειο των γοργόνων. Συνέχισε να ανεβαίνει και όσο ανέβαινε, τόσο ένιωθε να του τελειώνει ο αέρας. Θυμήθηκε τότε τα λόγια της γοργόνας που είδε μπροστά του, μόλις άνοιξε τα μάτια του. Αφού του γέμισε αέρα τα πνευμόνια, του είπε πως θα του έφτανε για αρκετή ώρα. Αυτή η ώρα, λοιπόν, φαινόταν να πλησιάζει προς το τέλος της. Προσπαθούσε όλο και πιο πολύ να ανέβει προς τα πάνω, να βρει αέρα και φως. Έπρεπε να βγει στην επιφάνεια γρήγορα. Έπρεπε, έπρεπε…
«Εϊντίν! Συνέρχεται!» άκουσε να λέει μια παιδική σχεδόν φωνή και άνοιξε τα μάτια του. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της Εϊντίν. Δίπλα του βρισκόταν η Σίννια, η μικρή της αδερφή. Αμέσως μπήκαν στο δωμάτιο η Εϊντίν και οι γονείς της.
-Συγνώμη, παιδί μου, του είπε ο πατέρας της, ενώ η μητέρα της έκλαιγε με λυγμούς. Συγνώμη, που ήμασταν τόσο άδικοι μαζί σου. Ο Έρλινγκ παραδόθηκε. Τα ομολόγησε όλα.
Ο Έμρυς τους κοίταζε με κατανόηση. Είχαν μετανιώσει.
-Πρέπει να μιλήσω με τη θεία μου, ψιθύρισε εξαντλημένος. Νομίζω πως είναι πια καιρός να βγάλει τα μαύρα.
Το παραμυθάκι αυτό συμμετείχε στο διαγωνισμό ΦantastiWords 2018. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Harstad (Βόρεια Νορβηγία) το Δεκέμβριο του 2015
Πόσο όμορφη ιστορία, και πόσο ταιριαστή αυτή η μουσική!
ΑπάντησηΔιαγραφή