Τελευταίοι επιβιβάστηκαν στο καράβι ο Θησέας με την Αριάδνη. Θα ήθελαν να αντικρίσουν το ξαφνιασμένο βλέμμα του Μίνωα την επόμενη ημέρα, αλλά προτεραιότητά τους ήταν να απομακρυνθούν από το νησί το ταχύτερο δυνατό και να πανηγυρίσουν τη νίκη τους σε απόσταση ασφαλείας. Οι Αθηναίοι είχαν επιτέλους απαλλαγεί από την τυραννία του Μίνωα. Ο Μινώταυρος ήταν νεκρός.
-Τα πανιά πότε θα τα αλλάξεις; ρώτησε η Αριάδνη, μόλις το καράβι βγήκε στα ανοιχτά.
-Θα τα αλλάξω, απάντησε ο Θησέας, νωρίς είναι ακόμη. Πάμε να ξεκουραστούμε.
Η Αριάδνη δεν έδωσε σημασία, παρόλο που αν ήταν στη θέση του, θα ήταν το πρώτο που θα φρόντιζε. Τη χρειάζονταν την ξεκούραση. Είχαν ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να φτάσουν στην Αθήνα. Βρήκε λοιπόν μαζί με τον Θησέα μια γωνιά στο καράβι, όπου μπορούσαν να αποκοιμηθούν, χωρίς να ενοχλούν τους κωπηλάτες. Το ίδιο έκαναν τα αγόρια και τα κορίτσια που είχε στείλει ο Αιγέας μαζί με το Θησέα για να πληρώσει το φόρο στο Μίνωα. Σκόρπισαν σε διάφορα σημεία για να κοιμηθούν μέχρι να φτάσουν στη Θήρα.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη. Μετά την πρώτη απόσταση, όπου οι κωπηλάτες είχαν βάλει τα δυνατά τους για να αναπτύξουν ταχύτητα, ο ρυθμός τους κάπως έπεσε. Δε χρειαζόταν να φτάσουν στην εξάντληση, αφού κανένας δεν τους καταδίωκε. Ακόμη και όταν ο άνεμος φυσούσε, δεν ήταν αντίθετος στην πορεία τους.
Όταν η Αριάδνη ξύπνησε μετά από μερικές ώρες, είδε τη δεύτερη βάρδια των κωπηλατών να έχει αντικαταστήσει την πρώτη. Κοίταζε τους άλλους που κοιμούνταν ακόμη. “Μετά από τόσα χρόνια, κάποιοι επιτέλους γλίτωσαν” σκέφτηκε ανακουφισμένη. Πολύ ακριβά τον είχαν πληρώσει οι Αθηναίοι τον φόνο του αδερφού της, του Ανδρόγεω. Τον σκότωσαν οι συναθλητές του που ηττήθηκαν; Τον σκότωσε ο ίδιος ο Αιγέας; Τον σκότωσε ο Μαραθώνιος Κάπρος; Ποτέ δεν ξεκαθάρισαν οι Αθηναίοι τι είχε συμβεί. Ήταν αυτό λόγος να τιμωρούνται αθώοι άνθρωποι για χρόνια; Για το μυαλό του Μίνωα, ναι.
Αυτό το “ναι” απλωνόταν μέσα στο μυαλό της, όσο περνούσαν τα χρόνια, και γινόταν δέντρο με όλο και περισσότερα κλαδιά. Ναι, ήταν λογικό να έχει πονέσει σαν πατέρας επειδή έχασε τον γιο του. Ναι, ήταν λογικό να ένιωσε οργή σαν βασιλιάς, που έχασε από τον στρατό του τον πιο ικανό πολεμιστή. Λογική ήταν και η ιδέα του να κρατήσει ζωντανό τον Μινώταυρο και να τον αξιοποιήσει με την πρώτη ευκαιρία, παρόλο που του θύμιζε την απιστία της Πασιφάης. Αυτό το τελευταίο “κλαδί” τη δυσκόλεψε, της πήρε καιρό να κατανοήσει γιατί υπήρχε πρόβλημα με την απιστία της Πασιφάης, αφού δεν ήταν μυστικό ότι ο πατέρας της είχε αρκετά παιδιά εντός και εκτός Κρήτης.
Όλη αυτή η κατάσταση άφησε βαθιά ίχνη στο χαρακτήρα και τη συμπεριφορά της Αριάδνης. Ο τρόπος που αστειευόταν ακόμη και στις πιο δυσάρεστες και σκοτεινές καταστάσεις, παραδόξως τραβούσε σαν μαγνήτης τους ανθρώπους γύρω της. Κάποιοι άνθρωποι είχαν παρατηρήσει πόσο θύμιζαν τον Μίνωα οι εκφράσεις του προσώπου της, όταν αστειευόταν ακόμη και με θανάτους. Κανείς δεν της το είχε πει ανοιχτά, αλλά εκείνη το είχε καταλάβει από τα βλέμματά τους και τους ψιθύρους τους που άκουγε τυχαία. Όμως οι δραστηριότητες του πατέρα της είχαν δημιουργήσει κι άλλο ένα μπέρδεμα μέσα στο μυαλό της. Τι θα έκανε με τα αγόρια που άρχισαν να την πλησιάζουν; Έψαχνε στο πρόσωπο του καθενός να δει μήπως έχει ομοιότητες με τον πατέρα της. Τα γνωστά και άγνωστα αδέρφια της ήταν σκορπισμένα σε όλο το νησί. Κι εκείνη πάντα αναρωτιόταν.
Μόνο για έναν δεν αναρωτήθηκε, τον θεό Διόνυσο, που τους δίδαξε τα πάντα για τα γλέντια, τα αμπέλια και το κρασί. Τον τιμούσαν τον Διόνυσο στο νησί. Κι όταν η Αριάδνη μεγάλωσε και πήγαινε στις γιορτές του κρασιού, ο θεός την είδε. Όταν την πλησίασε και της ζήτησε να πάει να τον συναντήσει στη Νάξο, η Αριάδνη ξαφνιάστηκε. “Όχι τώρα”, της απάντησε. “Όποτε θελήσεις εσύ, θα έρθεις να με βρεις. Και μέχρι τότε, εγώ θα έρχομαι κάθε χρόνο και θα φροντίζω κι εσάς και τις σοδειές σας”.
Και ο Διόνυσος ερχόταν κάθε χρόνο και γιόρταζε μαζί τους. Κάποιες χρονιές ερχόταν και στα Ταυροκαθάψια, τη γιορτή του Ποσειδώνα, για να δει την Αριάδνη να προοδεύει και να κλέβει την παράσταση με τα ακροβατικά της. Μάλιστα, μια χρονιά πήρε τη μορφή ενός από τους ταυροκαθάπτες για να είναι κοντά της. Τότε ήταν που τα άλματα της Αριάδνης ήταν τόσο ψηλά, λες και την τραβούσαν οι θεοί προς τον ουρανό.
-Μη με βοηθάς άλλο, του είπε όταν κατάλαβε τι γινόταν. Θα μας πάρουν είδηση.
-Τι θα πάρουν είδηση; της απάντησε γελώντας. Δεν το ξέρουν ότι είσαι η καλύτερη; Πρώτη φορά σε βλέπουν να κοντεύεις να πετάξεις;
-Άσε τα αστεία, λέμε. Εδώ δεν πίνουν όπως στη γιορτή σου. Κάποιοι είναι ξεμέθυστοι, καταλαβαίνουν τι βλέπουν.
-Τι εννοείς; Δεν είναι όλοι μεθυσμένοι; Πώς τολμάνε, δεν τους αρέσει το κρασί μου; είπε κι έκανε άλλο ένα άλμα πάνω από τον ταύρο.
-Αυτό είναι το πρόβλημα τώρα; Όχι ότι μπαίνεις στα χωράφια του Ποσειδώνα; τον ρώτησε κι έκανε κι εκείνη ένα άλμα ακόμη.
-Ωπ, την πάτησες, μικρή, δεν έχει χωράφια ο Ποσειδώνας, μόνο θάλασσες έχει, το πολύ πολύ να νευριάσει και να σηκώσει λίγο κύμα. Αλλά αυτά παθαίνεις, όταν πίνεις πριν τον αγώνα, μπερδεύεσαι.
Η Αριάδνη, δεν ξαναμίλησε μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι με τους ταύρους, μόνο χαμογελούσε, κατάλαβε πού είχε μπλέξει. Και ήξερε ότι αυτό θα συνεχιζόταν μέχρι να τη δει να έρχεται στη Νάξο.
Ενώ σκεφτόταν τα παλιά και λίγο πριν δουν τη στεριά της Θήρας στον ορίζοντα, ξύπνησε και ο Θησέας. Τον κοίταζε από μακριά και σκεφτόταν τις φίλες της που χάζευαν τους μυς του. “Καλός είναι και τούτος”, σκέφτηκε, “έχουν ωραίο γούστο τα κορίτσια, δεν μπορώ να πω. Αν δεν ήταν στη μέση ο Διόνυσος, μια δεύτερη ματιά θα την έριχνα, γιατί όχι; Είναι και μακριά η Αθήνα, τι πιθανότητα έχουμε να είμαστε αδέρφια;”
Όταν έφτασαν στη Θήρα, το πρώτο που σκέφτηκαν ήταν να δουν τι πανδοχεία θα έβρισκαν, για να φάνε και να περάσουν το βράδυ. Δεν ήταν εύκολος ο ύπνος στην τριήρη. Παρόλα αυτά, κάποιοι προτίμησαν να μείνουν στο καράβι και να συνεχίσουν τον ύπνο τους εκεί, αφού φάνε ό,τι τρόφιμα τους είχαν απομείνει. Οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε ομάδες, πήγαν στα πιο κοντινά πανδοχεία και την άλλη μέρα θα επέστρεφαν στο πλοίο, φέρνοντας τρόφιμα αρκετά για να τους φτάσουν μέχρι την επόμενη στάση στην Ίο.
Η Αριάδνη με το Θησέα μπήκαν στο πρώτο πανδοχείο που βρήκαν στο δρόμο τους και κάθισαν να φάνε. Μαζί τους ήταν τα αγόρια και τα κορίτσια που είχαν γλιτώσει από το Μινώταυρο, καθώς και μερικοί από τους κωπηλάτες. Μόλις τους σέρβιραν το φαγητό, η Αριάδνη έπεσε με τα μούτρα.
-Πεινάς, Αριαδνούλα; τη ρώτησε ο Θησέας μισογελώντας.
-Ε, όσο να πεις, απάντησε μασουλώντας.
-Δε σε ταΐζανε καλά στο παλάτι;
-Όχι, του απάντησε κοφτά. Προτεραιότητα είχε ο αδερφούλης μου. Έτσι μας είχε μάθει η μαμά Πασιφάη. Του πήγαιναν φαγητό στο Λαβύρινθο και όταν χόρταινε, τρώγαμε και οι υπόλοιποι ό,τι περίσσευε. Και δύσκολα χόρταινε ο άτιμος. Αν τον αφήναμε, μέχρι κι εσάς θα έτρωγε. Αλλά τι σας τα λέω, αφού τα ξέρετε, είπε και κατάπιε την μπουκιά της.
Οι συνδαιτυμόνες αιφνιδιάστηκαν από την τροπή που πήρε η κουβέντα της Αριάδνης και γέλασαν. Στην αρχή δεν ήταν καν σίγουροι ότι αστειευόταν, αλλά όσο μιλούσε, ο τρόπος που κοιτούσε τον Θησέα και οι γκριμάτσες που έκανε άλλαζαν και προετοίμαζαν το έδαφος για το αστείο που θα ερχόταν. Μακάβριο μεν, αλλά αφού το θηρίο δεν απειλούσε κανέναν πλέον και η Αριάδνη είχε βοηθήσει να ξεμπλέξουν, κανείς δεν ένιωσε περίεργα.
-Πάντως, δε σας λείπει η όρεξη στην οικογένεια, συνέχισε γελώντας ο Θησέας, ενώ της έδινε στο στόμα μια μπουκιά ψωμί.
-Με τα πανιά τι θα κάνεις; Τα μαύρα θα αφήσεις;
-Ωχ ρε κοπέλα μου, κόλλημα με τα πανιά. Θα τα αλλάξω, λέμε. Έχουμε δρόμο ακόμη, καλά δε γελούσαμε; Τι γκρίνια είναι αυτή;
-Καλά ντε, δε θα σου ξαναπώ. Άντε, τρώμε τώρα, είπε και ξαναέπεσε με τα μούτρα στο φαγητό.
“Τι ξενέρωμα”, σκεφτόταν όσο μασούσε. “Ασυνεννόητος, τελικά δεν έχασαν τίποτα οι φίλες μου. Εντάξει, τώρα θα μου πεις, μπορεί να μην τον ήθελαν για να μιλάνε. Χμμμμ, ωραίο το φαΐ τελικά. Καλοψημένο το κρέας, το ψωμί φρεσκότατο, όχι, μπράβο. Άμα ξεμπερδέψω, θα πω του Διόνυσου να με φέρει κρουαζιέρα και να έρθουμε εδώ να φάμε. Μπορεί να περάσουμε κι από την Κρήτη μια βόλτα για να πω στα κορίτσια τα νέα μου”.
-Πού ταξιδεύεις; τη σκούντησε ο Θησέας. Πάλι τα πανιά σκέφτεσαι;
-Αχ πώς καταλαβαίνεις τη σιωπή μου, αχ, του απάντησε χαμογελώντας. Κάνε ό,τι θες, ντελικανή μου, δικό σου καραβάκι είναι. Άσε που νύσταξα, το παθαίνω όταν είναι καλό το φαγητό, είπε και μετά, χασμουρήθηκε.
-Δε θα γκρινιάξεις δηλαδή;
-Όχι, πάω για ύπνο, είπε και καληνύχτισε τους υπόλοιπους, που προσπαθούσαν να μη γελάσουν με αυτά που άκουγαν.
Την άλλη μέρα ξύπνησαν, πήγαν τα τρόφιμα στο καράβι και αναχώρησαν για την Ίο. Καθώς πλησίαζαν στο νησί, η Αριάδνη κοίταξε τον Θησέα, έκανε την πιο αστεία γκριμάτσα της και του έδειξε τα πανιά, χωρίς να πει κουβέντα.
-Τι θες πάλι, μωρέ; φώναξε νευριασμένος. Εσύ δεν είπες ότι δε θα μου ξαναμιλήσεις για τα πανιά;
-Ποιος σου μίλησε, ντελικανή μου; Εγώ; Λέξη δεν έβγαλα. Κοίτα νεύρα. Για να σου πω, ξέρεις τι είδα στον ύπνο μου; Ότι θα σου λείψει η γκρίνια μου τις επόμενες ημέρες.
-Σιγά να μη μου λείψει.
-Εντάξει, ό,τι πεις.
Ο Θησέας σήκωσε έναν κωπηλάτη και κάθισε στη θέση του για να τραβήξει κουπί μέχρι να ηρεμήσει. “Μήπως το παρατράβηξα; Να υποψιάστηκε κάτι από το τελευταίο που είπα; Δε βαριέσαι, ό,τι έγινε, έγινε”, σκέφτηκε η Αριάδνη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ελάχιστες κουβέντες αντάλλαξαν. Ακόμη και στο πανδοχείο που βρήκαν στην Ίο και κάθισαν να φάνε, η Αριάδνη αστειευόταν με όλους, ενώ ο Θησέας δεν πολυμιλούσε. Το πρωί της επόμενης ημέρας ξεκίνησαν για τη Νάξο.
Ο καιρός όμως είχε αρχίσει να χαλάει. Η θάλασσα όλο και αγρίευε και ο άνεμος δε βοηθούσε τους κωπηλάτες. Η Αριάδνη αγριοκοίταζε τη θάλασσα, σαν να είχε μπροστά της τον Ποσειδώνα και να του μιλούσε. “Κανόνισε”, έλεγε από μέσα της, “να μας βουλιάξεις και να έχουμε ναυάγιο χειρότερο κι από τη ζωή της μάνας μου. Κανόνισε”. Μετά από αρκετή ταλαιπωρία, το καράβι έφτασε στη Νάξο και άραξε σε έναν όρμο. “Επιτέλους”, σκέφτηκε η Αριάδνη και περίμενε τον Θησέα να κατεβεί στη στεριά, μια και οι υπόλοιποι είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν. Κοίταζε γύρω γύρω, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. “Έχει γούστο να του ήρθε να ασχοληθεί τώρα με τα πανιά”, σκέφτηκε, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν πώς θα απομακρυνόταν αργότερα για να βρει τον Διόνυσο.
-Έλα, πάμε κι εμείς, της είπε όταν έφυγαν αυτοί που στέκονταν μπροστά του και τον έκρυβαν. Πάμε να βρούμε πανδοχείο, πριν δύσει ο ήλιος.
Ξαφνικά, καθώς απομακρύνονταν από την τριήρη, ένα κοπάδι από Σάτυρους εμφανίστηκε από το πουθενά, έτρεξε κατά πάνω τους και άρπαξε την Αριάδνη. Εκείνη κατάλαβε αμέσως ποιος είχε οργανώσει την απαγωγή της και με τι σκοπό. Για να μην κινήσει υποψίες, φώναζε βοήθεια και χτυπούσε τους Σάτυρους που την είχαν βουτήξει και την τραβούσαν, μέχρι που κάποιος από αυτούς της έκλεισε το στόμα με το χέρι του. Ο Θησέας έτρεξε πίσω τους μαζί με όσους ήταν εκεί κοντά, αλλά ήταν τόσο κουρασμένοι από το ταξίδι που δεν μπόρεσαν να τους ακολουθήσουν για πολύ. Οι υπόλοιποι που είχαν απομακρυνθεί, άκουσαν τις φωνές και έτρεξαν να βοηθήσουν.
-Δεν έχει νόημα, τους είπε λαχανιασμένος ο Θησέας. Πρέπει να ξεκουραστούμε και να ψάξουμε αύριο. Αν βρήκατε κάποιο πανδοχείο εδώ κοντά, όσοι μπορούν, θα πάνε εκεί. Αλλιώς θα μείνουμε όλοι στο καράβι και αύριο θα δούμε πώς θα οργανωθούμε.
Δυστυχώς, δεν είχαν προλάβει να βρουν κάτι, κι έμειναν όλοι στην τριήρη. Στο μεταξύ, οι Σάτυροι με την “απαχθείσα” είχαν φτάσει σε μια σπηλιά πολύ μακριά από τον όρμο. Εκεί ήταν κρυμμένος ο Διόνυσος. Μπήκαν λοιπόν στη σπηλιά και μόλις έφτασαν μπροστά του, του την παρέδωσαν. Μόλις την άφησαν ελεύθερη, η Αριάδνη χαστούκισε τους δυο Σατύρους που την είχαν ακινητοποιημένη και έβαλε τις φωνές στον Διόνυσο.
-Δε μου λες εσύ, χαζά είναι τούτα εδώ; Τι με τραβολογούσανε τόση ώρα; Αφού μας έχασαν από τα μάτια τους οι άλλοι. Δεν τους είχες πει ότι ερχόμουν με τη θέλησή μου;
-Ποια θέλησή σου, που μας ρήμαξες στο ξύλο, όταν σε πιάσαμε για να σε φέρουμε εδώ, είπε ένας από τους Σάτυρους.
-Αφού μας βλέπανε, τι ήθελες να κάνω; Και σιγά το ξύλο, δε σας χτυπούσα δυνατά.
-Τι λέει η τρελή; Ψέματα λέει, είπε ο άλλος Σάτυρος στο Διόνυσο, έχει βαρύ χέρι.
-Καλά, καλά, ηρεμήστε τώρα, είπε ο Διόνυσος. Τέλος καλό, όλα καλά. Μήπως να καθόμασταν να φάμε; τους ρώτησε δείχνοντάς τους τα τραπέζια με τα φαγητά που τους περίμεναν λίγο πιο πέρα. Κάνει πείνα τέτοια ώρα, ε;
Μέχρι να τελειώσει αυτό που έλεγε, η Αριάδνη με δυο σάλτα είχε φτάσει στο πιο κοντινό τραπέζι και γλυκοκοίταζε το αγριογούρουνο. Οι Σάτυροι κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα πότε την Αριάδνη και πότε το Διόνυσο.
-Πού να τη βλέπατε στα Ταυροκαθάψια, είπε ο Διόνυσος. Άντε, καθίστε κι εσείς σιγά σιγά.
-Τι κοιτάτε; ρώτησε η Αριάδνη. Όποτε συγχύζομαι, πεινάω.
Οι Σάτυροι δεν ξαναείπαν κουβέντα. Κάθισαν, έφαγαν και ήπιαν. Ήπιαν μέχρι που τους πήρε ο ύπνος. Κι όταν αποκοιμήθηκε μέχρι και ο τελευταίος, ο Διόνυσος πήρε την Αριάδνη, βγήκαν από τη σπηλιά και ανέβηκαν σε ένα ύψωμα, από όπου έβλεπαν τον όρμο και την τριήρη του Θησέα. Η Αριάδνη κοίταζε μελαγχολική προς το καράβι.
-Τι έχεις; Δε σου αρέσει η θέα; Να πάμε αλλού; τη ρώτησε ο Διόνυσος.
-Όχι, μια χαρά είναι. Γιατί;
-Σκεφτική σε βλέπω. Να σου πω, μη στενοχωριέσαι για τους Αθηναίους. Αύριο θα στείλω δυο από τα παιδιά που σε φέρανε, να τους πουν να μη σε ψάχνουν. Να ξεκινήσουν σιγά σιγά κι αυτοί, να πάνε στα σπίτια τους.
-Ναι, εντάξει, του απάντησε και συνέχισε να κοιτάζει προς τη θάλασσα.
-Α, να σου πω, μικρή, δε μου τα λες καλά. Έπαιξε καμία φάση με τον καπετάν Θησέα;
-Τι πράγμα;
-Μη μου κάνεις την ξαφνιασμένη. Μια χαρά παλίκαρος είναι, τι κάνατε τόσες μέρες στο καράβι; Για πες.
-Τίποτα δεν κάναμε, μωρέ. Άσε που είναι ντιπ στον κόσμο του. Τα βλέπεις τα πανιά; Τα μαύρα έχει ακόμη. Τόσες φορές του είπα να τα αλλάξει. Θα φτάσει το καράβι στην Αθήνα και θα νομίζουν οι Αθηναίοι ότι πάλι κηδείες θα έχουνε.
-Και για αυτό στενοχωριέσαι;
-Όχι, ας κάνει ό,τι θέλει. Άλλο σκέφτομαι.
-Ε, άντε, πες μου.
-Να, πώς να σου το πω. Το αγριογούρουνο που φάγαμε. Ήθελε λίγο αλάτι ακόμη.
Το διήγημα αυτό ήταν η συμμετοχή μου στον 14ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2025 που διοργάνωσε η UNESCO και απέσπασε το 3ο βραβείο στην κατηγορία "Παιδικό - Νεανικό Διήγημα". Τη φωτογραφία την τράβηξα κοντά στη διαδρομή του τραμ στην περιοχή του Αλίμου τον Αύγουστο του 2025

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου