Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2024

Το Άστρο της Καρθαγένης

      -Τι σκέφτεσαι; ρώτησε ο Ελιφέτ τον Νταλάν, που είχε στραμμένο το βλέμμα του στο πέλαγο, περιμένοντας να φανεί στον ορίζοντα το λιμάνι, που θα φιλοξενούσε την κορβέτα τους.

     -Έχουμε δρόμο ακόμη, απάντησε σχεδόν μηχανικά ο Νταλάν.

     -Όχι και πάρα πολύ. Εντάξει, δεν θα...

δούμε σήμερα το Ναύπλιο, αλλά τον περισσότερο δρόμο τον έχουμε αφήσει πίσω μας.

     Αλήθεια ήταν, πριν μήνες είχαν αφήσει πίσω τους την Αϊτή και διέσχισαν όλο τον Ατλαντικό. Είχαν πλέον μπει στη Μεσόγειο. Θα προσπερνούσαν την Ισπανία και τη Γαλλία, τις δυνάμεις που ταλαιπωρούσαν το νησί τους μέχρι πριν μερικά χρόνια, για να καταλήξουν στην Ελλάδα και να τη βοηθήσουν να διώξει τους δικούς της δυνάστες.

     -Λες να έχουν τίποτα φαγητά τις προκοπής; ρώτησε ο Νταλάν μετά από μερικές στιγμές σιωπής.

     -Ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου σιγά σιγά, του απάντησε χαμογελώντας ο Ελιφέτ. Είχα αρχίσει να ανησυχώ με τη σιωπή σου. Έλεγα πως κάτι σε βασάνιζε. Το ένστικτο μου λέει ότι...

     Ακούγοντας την τελευταία φράση, ο Νταλάν γύρισε και έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα στον Ελιφέτ. Δεν ήξερε τι θα ακολουθούσε αυτές τις λέξεις, αλλά το ένστικτο του φίλου του ήταν απρόβλεπτα εύστοχο.

     -... ότι μάλλον μια χαρά φαγητά θα φάμε, τελείωσε την πρόταση του ο Ελιφέτ, αφού δίστασε λίγο. Στα μέρη που υπάρχει η θάλασσα, τέτοιες έννοιες δεν υπάρχουν.

     -Κλερέν (1) θα βρούμε να πιούμε;

     -Μπα, δεν νομίζω, πού να βρουν ζαχαροκάλαμα σε αυτές τις χώρες; Όλο και κάτι θα έχουν όμως για να το πίνουν και να τους ζαλίζει. Η γη κάθε τόπου τα φροντίζει αυτά, κανέναν δεν αφήνει.

     -Και από γυναίκες; Θα βρούμε καμιά όμορφη, τι λες;

     Ο Ελιφέτ έβλεπε το φίλο του να προσπαθεί να δώσει έναν εύθυμο τόνο στην κουβέντα και έψαχνε κι αυτός τρόπο να του το κάνει πιο εύκολο.

     -Άσε, ρε φίλε, υποψιάζομαι ότι μας πρόλαβαν οι Τούρκοι. Λένε ότι τις όμορφες της μαζέψανε και τις κλείσανε στα χαρέμια τους. Οι άγριες έχουν μείνει έξω και πολεμάνε μαζί με τους άντρες.

     -Εντάξει, και οι άγριες δεν είναι κακές, απάντησε ο Νταλάν για να συνεχίσει το αστείο.

     -Τη σκέφτεσαι, ε; ρώτησε ο Ελιφέτ, βλέποντάς τον να μην τολμά να μιλήσει ανοιχτά και να κρατά μέσα του την πίκρα που τον βάραινε.

     -Ήθελα να τη δω στο λιμάνι πριν σαλπάρουμε, παραδέχτηκε με θλιμμένη φωνή. Αλλά προτίμησε να μην έρθει.

     -Η Μαγκαλί δεν σου θυμωσε. Στεναχωρήθηκε πολύ που δεν μπορούσε να ακολουθήσει και να πολεμήσει μαζί μας.

     -Μπορεί να μην την ξαναδώ. Αν κάτι πάει στραβα, δεν...

     -Σου υποσχεθήκαμε όλοι πως θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να μη συμβεί αυτό, τον καθησύχασε.

     Το βλέμμα του Νταλάν γαλήνεψε, την είχε ανάγκη αυτή την κουβέντα. Τα εννοούσε ο φίλος του αυτά που έλεγε• είχε λυπηθεί και αυτός που τους έβλεπε να χωρίζονται. Στο μεταξύ, προσπαθούσε να κρατήσει την Μαγκαλί έξω από σκέψεις του. Θυμόταν τη μέρα που η κορβέτα ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από το νησί. Σαράντα πέντε τόνους καφέ είχαν φορτώσει στα αμπάρια του πλοίου. Θα τα έδιναν στους επαναστάτες που αγωνίζονταν στην άλλη άκρη της γης και θα πολεμούσαν μαζί τους. Η κορβέτα που τους ταξίδευε, ήταν το καράβι της ελευθερίας τους. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα γινόταν το καράβι της ελευθερίας για έναν λαό ακόμη. 

     Το καράβι είχε ναυπηγηθεί στην Καρθαγένη και από την πόλη αυτή πήρε και το όνομά του. Σύντομα, έγινε η δόξα του ισπανικού ναυτικού. Ούτε οι επιθέσεις των πιο άγριων πειρατών δεν κατάφεραν να αμαυρώσουν τη φήμη του. Estrella de Cartagena (2) έλεγαν οι Ισπανοί και ακουγόταν το όνομα, λες και ήταν ικανό από μόνο του να διασκορπίσει όλους τους εχθρούς και να κερδίσει κάθε ναυμαχία.

     Το Άστρο της Καρθαγένης πέρασε στα χέρια των Γάλλων ως επισφράγιση της συμφωνίας, με την οποία οι Ισπανοί τους παραχώρησαν το δυτικό τμήμα του νησιού της Αϊτής. Και μετά από χρόνια δουλείας και ανοργάνωτων εξεγέρσεων που πνίγονταν στο αίμα, πήρε το τιμόνι της επανάστασης ο Τουσέν Λουβερτύρ. Οργάνωσε το λαό του και μέσα σε 14 χρόνια, κατάφερε να ελευθερώσει τη χώρα.

     Από τις μεγαλύτερες μάχες των Αϊτινών ήταν αυτή που έδωσαν για να κρατήσουν στην κατοχή τους το Άστρο της Καρθαγένης. Δεν τους αρκούσε να διώξουν τους δυνάστες από τη γη τους. Ήθελαν να τους στερήσουν κάτι σημαντικό, κάτι που θα ήταν μεγάλο πλήγμα για το γόητρό τους και το θαλασσινό θηρίο με τα είκοσι κανόνια ήταν ό,τι έπρεπε. Σίγουρα ένα λάφυρο δεν ήταν αρκετό για να ισοφαρίσει τα χρόνια της σκλαβιάς τους και τον πόνο που τους άφησαν. Είχαν όμως αποφασίσει να έχουν εκείνοι την τελευταία λέξη στον πόλεμο που είχαν ξεκινήσει και όχι οι κατακτητές τους.

     Και οι μέρες περνούσαν και η κορβέτα όλο και πλησίαζε στο λιμάνι. Και όσο πλησίαζε, τόσο μεγάλωνε η έννοια του Ελιφέτ. Δεν τον απασχολούσε μόνο ο Νταλάν, αλλά και ο λαθρεπιβάτης που κρυβόταν στο αμπάρι από την αρχή του ταξιδιού. Ευτυχώς δεν ήταν ο μόνος από τους εκατό «επίσημους» επιβάτες, που γνώριζε το μυστικό. Ο Ζοσουέ, ο Ακίλες και ο Αλίμ συμμετείχαν σε αυτή τη συνωμοσία. Τους είχε παρακαλέσει ο Ελιφέτ να κρύψουν τη Μαγκαλί στο αμπάρι του πλοίου, μερικές ώρες πριν αρχίσουν να επιβιβάζονται οι υπόλοιποι.

     Ευτυχώς, δέχτηκαν και οι τρεις να βοηθήσουν. Αν δε συνεργάζονταν, το σχέδιο θα ναυαγούσε, γιατί θα ήταν αδύνατο να κρατήσουν κρυφή την παρουσία της στο καράβι. Δε γινόταν να κατεβαίνει στο αμπάρι συνέχεια το ίδιο άτομο για να της πηγαίνει φαγητό και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Ο καπετάνιος Αγκουστίν αργά ή γρήγορα θα παρατηρούσε την απουσία του, θα ανακάλυπτε τι είχε συμβεί και θα έβρισκε τρόπο να επιστρέψει η κοπέλα στο νησί, για να μην εκτεθούν όλοι στον κυβερνήτη Μπουαγέ. 

     Η πιο δύσκολη στιγμή του ταξιδιού ήταν όταν δέχτηκαν επίθεση από πειρατές, λίγο μετά τον απόπλου από το λιμάνι του νησιού τους. Το Άστρο της Καρθαγένης απέκρουσε τελικά την επίθεση, αλλά μέχρι να ξανανιώσουν ασφαλείς, η αγωνία του Ελιφέτ για την τύχη της Μαγκαλί, στην περίπτωση που δεν κατάφερναν να αμυνθούν αποτελεσματικά, τον είχε παραλύσει. Και φυσικά, δεν μπορούσε να πει κουβέντα στον Νταλάν για τους φόβους του, γιατί αν ο φίλος του μάθαινε την αλήθεια, δύσκολα θα μπορούσε να προσποιηθεί τον θλιμμένο στο υπόλοιπο ταξίδι, για να μην κινήσει υποψίες.

     Μετά από μέρες, το Ναύπλιο φάνηκε στον ορίζοντα. Θα κατέβαιναν επιτέλους στην πόλη, θα έρχονταν σε επαφή με τους ντόπιους άρχοντες και φυσικά, η Μαγκαλί θα έβγαινε από το αμπάρι. Όμως ξαφνικά ξέσπασε πολύ δυνατό μπουρίνι, που δεν τους άφηνε καν να πλησιάσουν στο λιμάνι. Όχι πως ο άνεμος τούς έκανε πάντα τα χατήρια, αλλά είχαν διασχίσει όλη τη Μεσόγειο με ούριο άνεμο και τους φαινόταν τόσο περίεργο αυτό που συνέβαινε. Λες και τους κορόιδευε ο καιρός για να δει πώς θα αντιδράσουν. Μόνο ο Αλίμ κράτησε την ψυχραιμία του και είπε: «Ας είναι, ίσως υπάρχει λόγος, ας τον αφήσουμε να δούμε πού θα μας πάει».

     Τελικά, τους πήγε σε έναν όρμο, ο οποίος τους έδινε πρόσβαση σε μια σπηλιά, που δεν πολυφαινόταν, και έτσι θα ήταν δύσκολο να την επισκεφτεί κάποιος. Σιγά σιγά, άρχισαν να αποβιβάζονται στην ακτή. Ο Ελιφέτ μαζί με τους υπόλοιπους συνωμότες είχαν μείνει τελευταίοι, μακριά από τον Νταλάν, που είχε βγει πολύ νωρίτερα. Στάθηκαν μπροστά στον καπετάνιο και καθώς τον κοιτούσαν με ένοχο βλέμμα και ετοιμάζονταν να του απολογηθούν για αυτό που είχε αντικρύσει, η Μαγκαλί βγήκε μπροστά και ανέλαβε την ευθύνη.

     -Δεν υπήρχε πιθανότητα να μην έρθω να πολεμήσω μαζί σας, του είπε αποφασισμένη. Ακόμη κι αν δε δέχονταν να με βοηθήσουν σε αυτό, θα το επιχειρούσα μόνη μου. Ό,τι τιμωρία σκεφτείτε, θέλω να αφορά μόνο εμένα. Μόνο μη με στείλετε πίσω στο νησί.

     -Πού είναι ο Νταλάν; Γιατί δεν είναι εδώ, μαζί σας; ρώτησε ο καπετάνιος.

     -Γιατί δεν έχει ιδέα ότι είμαι εδώ, τώρα θα το μάθει.

     Ο καπετάνιος Αγκουστίν προβληματίστηκε. Πάντα ήταν τυπικός στα καθήκοντά του, ακόμη κι όταν δεν επρόκειτο για τόσο σημαντικές αποστολές. Τώρα κινδύνευε να εκτεθεί στον κυβερνήτη. Από την άλλη, η Μαγκαλί ήταν από οικογένεια πολεμιστών και οι συγγενείς της είχαν φροντίσει για την εκπαίδευσή της. Μπορούσε να τη φανταστεί να πολεμά δίπλα στους υπόλοιπους. Ίσως να μην είχε τεράστια εμπειρία σε μάχες, αλλά το ίδιο ίσχυε και για αρκετούς από τους άντρες που συμμετείχαν στην αποστολή. Δεν του είχε ξανατύχει να βρεθεί μπροστά σε τέτοιο δίλημμα.

     -Βρείτε τον Νταλάν και ενημερώστε τον. Αύριο θα αποφασίσω. Ας ξεκουραστούμε απόψε, είπε ο καπετάνιος. Προς το παρόν πρέπει να οργανώσουμε τις επόμενες κινήσεις μας.

     Έστειλε δέκα από τους άντρες να εξερευνήσουν την περιοχή πριν σκοτεινιάσει και να εντοπίσουν πιθανούς κινδύνους. Έδωσε εντολή στον Αλίμ, τον Ακίλες και τον Ζοσουέ να πάνε νωρίς στην πόλη την επόμενη μέρα. Μια και ο άνεμος δεν τους άφησε να μπουν στο λιμάνι για να είναι «επίσημη» και γνωστή η άφιξή τους, ήταν ευκαιρία να κινηθούν μέσα στον κόσμο χωρίς να τους γνωρίζει κανείς, να προμηθευτούν τρόφιμα και να μαζέψουν πληροφορίες. Ίσως τους έβγαινε σε καλό αυτή η αναποδιά.

     Το πιο σημαντικό για όλους ήταν να ξεκουραστούν από το ταξίδι πριν αποφασίσουν ποια θα ήταν τα επόμενά τους βήματα. Και αυτό ακριβώς έκαναν. Μόλις ο ήλιος έδυσε, μαζεύτηκαν όλοι στο καράβι και κοιμήθηκαν. Όλοι εκτός από τρεις που μοίρασαν τις νυχτερινές ώρες σε τρεις βάρδιες, έτσι ώστε να υπάρχει πάντα κάποιος που να φυλάει σκοπιά, μην τυχόν και προκύψει κανένας κίνδυνος. Η περιοχή φαινόταν ήσυχη και ακίνδυνη, αλλά πάντα έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι για τα χειρότερα.

     Η νύχτα κύλησε ήσυχα. Πριν τελειώσει η τρίτη βάρδια, οι τρεις «μάστορες» της συνομωσίας ξύπνησαν πριν από όλους και ξεκίνησαν για το Ναύπλιο. Ο καπετάνιος ξύπνησε κι αυτός αρκετά νωρίς για να σκεφτεί με καθαρό μυαλό πώς θα χειριζόταν το θέμα με τη Μαγκαλί. Δεν μπορούσε να αγνοήσει τη σιωπή του Νταλάν σε όλο το ταξίδι. Μόνο στον Ελιφέτ τον είχε δει να μιλάει, κι αυτό όποτε του άνοιγε κουβέντα ο Ελιφέτ. Του είχε στοιχίσει που δεν μπορούσε να είναι μαζί της. Βέβαια, η λογική του ερχόταν να του θυμίσει ότι κρατώντας τη Μαγκαλί στο καράβι, ριψοκινδύνευε να χάσει την αξιοπιστία του. Τελικά όμως, μετά από αρκετή σκέψη αποφάσισε να ακούσει το ένστικτό του και να την κρατήσει εκεί.

     Οι ώρες περνούσαν και σιγά σιγά ξυπνούσαν και οι υπόλοιποι. Άλλοι έμειναν στο καράβι, άλλοι σκόρπισαν για να περπατήσουν στη γύρω περιοχή, άλλοι ήταν περίεργοι να εξερευνήσουν τη σπηλιά. Εκείνοι που φυλούσαν σκοπιά τη νύχτα, θα ξυπνούσαν τελευταίοι. Η Μαγκαλί και ο Νταλάν ακολούθησαν εκείνους που θα πήγαιναν στη γύρω περιοχή. Κανείς τους δε φάνηκε να ενοχλείται από την παρουσία της Μαγκαλί. Φέρονταν σαν να την είχαν μαζί τους από την αρχή της αποστολής. Ο καπετάνιος καταλάβαινε πότε μια ομάδα είχε εντάσεις και πότε συνεργαζόταν αρμονικά. Η ισορροπία που έβλεπε, τον έκανε να πιστέψει ακόμη περισσότερο στην απόφασή του. Δε θα έκανε αλλαγές σε μια ομάδα που συνεργαζόταν καλά. Θα περίμενε λοιπόν να επιστρέψουν από τη πόλη οι τρεις κατάσκοποι και κατά το απόγευμα που θα ήταν συγκεντρωμένοι όλοι, θα τους ενημέρωνε για την απόφασή του.

     Δυστυχώς, τα γεγονότα τον πρόλαβαν. Οι κατάσκοποι επέστρεψαν στον όρμο πανικόβλητοι πριν το μεσημέρι. Μόλις άκουσαν τα ποδοβολητά των αλόγων τους να πλησιάζουν, οι συμπολεμιστές τους έστρεψαν τα βλέμματά τους προς αυτούς.

     –Πού τα βρήκατε τα άλογα; ρώτησε ξαφνιασμένος ο καπετάνιος. Δεν πιστεύω να τα κλ...

     -Όχι! φώναξε ο Ακίλες. Τα είχαν σε ένα πανδοχείο στο δρόμο προς το Ναύπλιο. Τους τα πληρώσαμε για μια μέρα και θα τα επιστρέψουμε πριν νυχτώσει. Με αυτά πήγαμε στην πόλη.

     -Και γιατί τρέχετε σαν να σας κυνηγάνε;

     -Σκοτώσανε τον κυβερνήτη των Ελλήνων. Έξω από την εκκλησία.

     -Οι Τούρκοι; Έρχονται προς τα εδώ; Σας κυνηγάνε;

     -Ποιοι Τούρκοι; Έλληνες ήτανε, απάντησε ο Ακίλες που κάθε τόσο κοίταζε τον Ζοσουέ και τον Αλίμ. Εκείνος απαντούσε και οι άλλοι δυο έγνεφαν καταφατικά.

     -Έλληνες; ρώτησε παραξενεμένος ο καπετάνιος Αγκουστίν.

     -Ναι, την ώρα που πήγαινε στην εκκλησία. Ήταν μπροστά στην πόρτα όταν ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. Μετά, ένας άλλος τον μαχαίρωσε. Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει από την εκκλησία και να κυνηγάει τους δυο που έτρεχαν προς τη γαλλική πρεσβεία. Μαυρομιχάλης ήταν ένα όνομα που ακούστηκε ανάμεσα στις φωνές του κόσμου, αποκλείεται να ήταν τούρκικο. Ακούστηκαν κι άλλοι πυροβολισμοί, δεν καταλάβαμε από πού ήρθαν. Τον έναν από τους δυο τον έπιασαν, πρέπει να ήταν ήδη νεκρός όταν τον πέταξαν στη θάλασσα. Ο άλλος κατάφερε και κρύφτηκε στην πρεσβεία, αλλά το πλήθος που είχε μαζευτεί απ’ έξω ήταν αγριεμένο. Μέχρι να φύγουμε, δεν είχε διαλυθεί. Φώναζε να βγάλουν έξω το φονιά.

     Ο καπετάνιος είχε μείνει άναυδος. Το βλέμμα του ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί σε ένα σημείο, ένιωθε να ζαλίζεται. Ξαφνικά η λαθρεπιβίβαση της Μαγκαλί είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα. Είχαν διασχίσει έναν ωκεανό, για να βοηθήσουν ένα λαό να ελευθερωθεί και αντί για αυτό, βρέθηκαν να ψάχνουν εξήγηση για τις έριδες και τους σκοτωμούς που αντίκρυσαν. Πρώτη μέρα στην πόλη και κάποιοι έγιναν μάρτυρες της δολοφονίας του κυβερνήτη. Όταν ο ίδιος ο κυβερνήτης δεν ήταν ασφαλής ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούσε δικούς του, μια χούφτα ξένοι τι μπορούσαν να περιμένουν;

     -Θα πάτε να επιστρέψετε τα άλογα το απόγευμα, είπε ο καπετάνιος όταν κατάφερε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Και το βράδυ θα μαζευτούμε όλοι να δούμε τι θα κάνουμε. Εγώ λέω πως δε μας σηκώνει αυτός ο τόπος. Στη Βενεζουέλα ήταν αλλιώς. Όταν στείλαμε βοήθεια στον Μπολιβάρ, δεν πήγε χαμένη, ο αγώνας τους βρήκε το δρόμο του. Εδώ θα πεθάνουμε τζάμπα.

    Κανένας δε βρέθηκε να διαφωνήσει. Το βράδυ άναψαν φωτιά και κάθισαν γύρω της. Μόνο που δεν ήταν μόνοι τους, είχαν έναν απρόσμενο επισκέπτη, που βγήκε από τη σπηλιά, τους πλησίασε και κάθισε ανάμεσά τους. Οι τρεις μυστικοί επισκέπτες του Ναυπλίου τον κοίταξαν έντρομοι. Οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να καταλάβουν το φόβο που έβλεπαν στα μάτια τους.

     -Μην τον πλησιάζετε! φώναξε ο Ακίλες. Είναι ο κυβ...

     -Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, με γνώρισες, είπε η αντρική φιγούρα που βρισκόταν κοντά τους, χωρίς να έχει σάρκα και οστά, όπως αυτοί. Όπως καταλαβαίνετε, δε θα μείνω μαζί σας για πολύ. Ακούστε τον καπετάνιο σας. Φύγετε μακριά, σαλπάρετε πριν σας βρουν οι αχάριστοι και σας στείλουν να με συναντήσετε. Δεν το αξίζουν το ταξίδι που κάνατε. 

     Όλοι τον παρακολουθούσαν σιωπηλοί, προσπαθώντας να καταλάβουν. Ο ήχος ενός χαστουκιού έστρεψε όλα τα βλέμματα προς τον Αλίμ και τον Ακίλες.

     -Τι συμφωνήσαμε, πανάθεμά σε; φώναξε ο Ακίλες στο φίλο του, που είχε ξαφνιαστεί από το χτύπημα. Δεν είπαμε κομμένα τα βουντού (3), όταν θα είμαστε μακριά από το νησί; Τι έκανες πάλι; Δεν τα ξέρουν εδώ αυτά.

     -Δε με κρατάει ο φίλος σου στον κόσμο των ζωντανών, μην του θυμώνεις, τον ηρέμησε ο κυβερνήτης. Αν και θα ήταν καλή ιδέα υπό άλλες συνθήκες. Αν άξιζε τον κόπο να το προσπαθήσετε, θα είχα πολλά ονόματα να σας δώσω. Είχαμε άξιους πολεμιστές που θυσίασαν τη ζωή τους πριν έρθετε• αυτούς θα φέρνατε στη ζωή, θα μπαίνατε στις μάχες μαζί τους και θα βλέπατε μέχρι και τους γενίτσαρους να πέφτουν στα γόνατα κλαίγοντας, να ζητάνε συγχώρεση από τον Σεϊτάν παπά (4) και να αλλάζουν πίστη, είπε γελώντας ο κυβερνήτης.

     -Πραγματικά θέλαμε να σας δούμε ελεύθερους, του είπε η Μαγκαλί, ενώ σιγά σιγά ξεθάρρευαν και οι υπόλοιποι και είχαν αρχίσει να χαμογελούν.

     -Κι εγώ, της απάντησε. Αλλά το Άστρο της Καρθαγένης αύριο πρέπει να σαλπάρει. Γυρίστε στο νησί σας, ζήστε, πολεμήστε για όσους το αξίζουν και πιείτε κλερέν στην υγειά όσων ξέρουν πότε να πολεμήσουν και πότε να ζήσουν. Και αφήστε τους άλλους εδώ να νομίζουν ότι χαθήκατε στο δρόμο ή ότι σας σκότωσαν πειρατές. Μου το υπόσχεστε;



Το διήγημα αυτό ήταν η συμμετοχή μου στον 13ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2024 που διοργάνωσε η UNESCO και απέσπασε το 1ο βραβείο στην κατηγορία "Παιδικό - Νεανικό Διήγημα". Τη φωτογραφία την τράβηξα στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 2020.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΞΕΝΩΝ ΛΕΞΕΩΝ/ΦΡΑΣΕΩΝ

1-Κλερέν (clairin): Παραδοσιακό αϊτινό ρούμι

2-Estrella de Cartagena: Άστρο της Καρθαγένης

3-Βουντού (voodoo): Θρησκεία της Αϊτής, αλλά και της υπόλοιπης Καραϊβικής, που περιλαμβάνει τελετές μαγείας αφρικανικής προέλευσης

4-Σεϊτάν παπάς: Διαολοπαπάς (παρατσούκλι του Παπαφλέσσα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου