Όταν τα παιδιά βεβαιώθηκαν ότι βρίσκονταν σε ακατοίκητη περιοχή και δεν υπήρχε κανένας γύρω τους, έβγαλαν από τα σακίδιά τους τις αεροσανίδες και τις άφησαν στο έδαφος.
-Είσαι έτοιμος; ρώτησε η Ρέηλιν το μικρό της αδερφό, καθώς ξαναπερνούσε το σακίδιο στην πλάτη της. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.
-Έτοιμος είμαι, απάντησε ο Κένναρντ αποφασισμένος και ανέβηκε στην αεροσανίδα του ακολουθώντας το παράδειγμα της αδερφής του.
Σε λίγα λεπτά η ενέργεια του Εκρόντιαν, του μεγάλου αστέρα που φώτιζε τον πλανήτη τους, φόρτισε και απογείωσε τις αεροσανίδες και τα παιδιά κατευθύνθηκαν προς το Βορρά. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που οι γονείς τους, η Ερίσα και ο Κόλραν, άρχισαν να τους εκπαιδεύουν πώς να χρησιμοποιούν τις αεροσανίδες. Άπειρες φορές είχαν κάνει ελιγμούς στον αέρα, είχαν παίξει κυνηγητό, είχαν δει το Κρόσταρυ από ψηλά, είχαν πετάξει πάνω από τα δάση. Αυτή τη φορά όμως, δεν είχαν διάθεση για παιχνίδι. Δεν είχαν βγει για να παίξουν, αλλά για να φέρουν εις πέρας μια αποστολή, που σήμαινε πολλά για τους ίδιους, αλλά και για όλον τον πλανήτη. Είχαν μεγαλώσει μέσα στην ευημερία και την ασφάλεια. Από τους γονείς τους, τους παππούδες τους, τους δασκάλους στο σχολείο, είχαν ακούσει ιστορίες για το παρελθόν του πλανήτη Ελλόντρους. Είχαν ακούσει τους κινδύνους που είχαν περάσει οι Ελλόντριανς και πώς κατάφεραν να επιβιώσουν. Δεν είχαν νιώσει όμως την απειλή που ένιωθαν οι μακρινοί τους πρόγονοι. Άκουγαν αυτές τις ιστορίες σαν κάτι μακρινό και απλησίαστο, σχεδόν μυθικό, που ίσως και να μη συνέβη ποτέ.
«Κι όμως συνέβη», σκέφτονταν, όταν παρακολουθούσαν τη μητέρα τους, την Ερίσα να τους αφηγείται για μια ακόμη φορά την ιστορία, καθώς τους προετοίμαζε για την αποστολή τους. Είχαν περάσει πολλές χιλιάδες χρόνια από τη μεγάλη έκρηξη του Εκρόντιαν, μια έκρηξη που άλλαξε τα πάντα στο πλανητικό τους σύστημα, ακόμη και στο μικρό τους πλανήτη, ο οποίος ήταν από τους πιο απομακρυσμένους. Πύρινες μάζες αποσπάστηκαν από τον μεγάλο αστέρα και εκτοξεύτηκαν στους γύρω πλανήτες. Από τις συγκρούσεις με αυτούς σχηματίστηκαν νέες μάζες, αρκετές από τις οποίες, μαζί με κομμάτια του Εκρόντιαν, κατευθύνθηκαν προς τον Ελλόντρους με μεγάλες ταχύτητες.
Ευτυχώς, η καταστροφή του Ελλόντρους δεν ήταν τελειωτική. Πολλές από τις φλεγόμενες μάζες δεν έφτασαν ποτέ στον μικρό πλανήτη. Κάποιες όμως συνέχισαν την πορεία τους προς αυτόν και εξαφάνισαν κάθε ζωντανό οργανισμό σε μεγάλες εκτάσεις γύρω από τα σημεία της πρόσκρουσης. Όσα πλάσματα κατάφεραν να επιβιώσουν στον υπόλοιπο πλανήτη, είχαν δυο επιλογές. Ή να πεθάνουν ή να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, που περιλάμβανε τον μισοκατεστραμμένο Ελλόντρους, τον Εκρόντιαν που συνέχισε να τον φωτίζει και τρεις καινούριους δορυφόρους που περιφέρονταν γύρω από τον μικρό πλανήτη, αντικαθιστώντας τον παλιό δορυφόρο που καταστράφηκε από την ενέργεια της έκρηξης.
Τρεις ανισομεγέθεις δορυφόροι λοιπόν, ο Χίμιεν, ο Έντιεν και ο Φινκάιν, φτιαγμένοι από την ύλη και την ενέργεια του Εκρόντιαν, άρχισαν να κινούνται γύρω από τον Ελλόντρους σε διαφορετικές τροχιές, με αποτέλεσμα να πάψει η εναλλαγή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, όπως γινόταν πριν την έκρηξη. Πριν από αυτήν, υπήρχε ο φωτοδότης Εκρόντιαν στο κέντρο του πλανητικού συστήματος και ένας δορυφόρος που έκλεβε ενέργεια από αυτόν χωρίς να έχει δικό του φως. Πλέον ο πλανήτης είχε τέσσερις πηγές φωτός, τον Εκρόντιαν και τους τρεις δορυφόρους. Το φως της κάθε πηγής αντικαθιστούσε ή ενίσχυε το φως των άλλων. Πόσο δύσκολο ήταν να ευθυγραμμιστούν ο Χίμιεν, ο Έντιεν και ο Φινκάιν και η ευθυγράμμιση να συμβεί στην πλευρά που φώτιζε ο Εκρόντιαν; Πολύ δύσκολο. Τόσο που συνέβαινε μια φορά σε διάστημα μερικών αιώνων. Τότε μόνο μπορούσε να σκοτεινιάσει ο μισός πλανήτης.
Η ζωή στον Ελλόντρους άλλαξε. Οι εποχές πλέον έμοιαζαν μεταξύ τους και ήταν πιο ζεστές. Χειμώνας δεν υπήρχε πια, τουλάχιστον όχι όπως τον ήξεραν πριν την έκρηξη. Ο πλανήτης, έτσι όπως είχε γίνει, δεν μπορούσε να φιλοξενήσει όλα τα παλιά πλάσματα, ήταν κατάλληλος μόνο για ορισμένα είδη. Οι νοήμονες Ελλόντριανς κατάλαβαν αμέσως τι συνέπειες θα είχε αυτή η αλλαγή. Είχαν μείνει πολύ λιγότεροι από τους μισούς. Έπρεπε να βρουν τρόπο να επιβιώσουν και αυτό μπορούσε να γίνει μόνο αν κατάφερναν να διατηρήσουν τις ισορροπίες του πλανήτη. Έπρεπε να βοηθήσουν τον Ελλόντρους για να τους βοηθήσει κι αυτός και κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο και χρονοβόρο.
Η Αποθήκη των Σπόρων στο βόρειο μέρος του πλανήτη ήταν μια καλή αρχή. Η Αποθήκη ήταν μια ιδέα που είχαν πολύ πριν την καταστροφή οι σοφοί Άλνουθ, στην κάστα των οποίων ανήκε και η Ερίσα. Εκεί είχαν συγκεντρώσει τους σπόρους όλων των φυτών, για να μπορέσουν να επιβιώσουν, αν οι συνθήκες στον πλανήτη γίνονταν αντίξοες. Η έκρηξη του Εκρόντιαν δεν ήταν η πρώτη δυσκολία στην ιστορία του Ελλόντρους, σίγουρα όμως ήταν η μεγαλύτερη. Και οι Άλνουθ κατάφεραν να καταστρώσουν και να φέρουν εις πέρας ένα αποτελεσματικό σχέδιο επανεκκίνησης και αυτή τη φορά. Όλοι οι Ελλόντριανς τους σέβονταν, γιατί ήταν οι μοναδικοί στην ιστορία τους, που τη δύναμη που τους έδινε η σοφία τους, τη χρησιμοποιούσαν πάντα για το κοινό καλό, και όχι για να τη μετατρέψουν σε εξουσία.
Χάρη στη σοφία τους, λοιπόν, η Αποθήκη ήταν ασφαλής, γιατί βρισκόταν βαθιά μέσα στο έδαφος κσι οι σπόροι είχαν ταξινομηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να γνωρίζουν οι Ελλόντριανς ποια είδη θα ήταν εφικτό να ευδοκιμήσουν στις νέες συνθήκες. Έτσι, αξιοποίησαν αυτά τα είδη φυτών, ενώ με τα υπόλοιπα πειραματίστηκαν κάνοντας διασταυρώσεις που οδήγησαν σε νέες ανθεκτικές ποικιλίες. Κατόρθωσαν με τον τρόπο αυτό, να βελτιώσουν τη βλάστηση του πλανήτη, επεκτείνοντάς την και σε ερημωμένες περιοχές, αλλά και να εμπλουτίσουν την Αποθήκη με νέους σπόρους.
Με την καθοδήγηση των Άλνουθ, την ίδια προσοχή έδειξαν και στα ζώα. Πολλά πράγματα άλλαξαν στη συμπεριφορά τους. Τα ζώα που έπεφταν σε νάρκη όταν οι θερμοκρασίες ήταν χαμηλές, δε χρειαζόταν πια να το κάνουν. Η ροή της ενέργειας που έδιναν ο Εκρόντιαν και οι τρεις δορυφόροι σε όλα τα πλάσματα ήταν αδιάκοπη. Πουλιά που πριν την έκρηξη, έψαχναν θερμότερες περιοχές όταν χειμώνιαζε, δε μετακινούνταν πια, μια και δεν υπήρχε ούτε εναλλαγή φωτός και σκοταδιού, ούτε η ελάττωση την φωτεινής περιόδου μέσα στη μέρα, που θα τους προειδοποιούσε για το χειμώνα που πλησίαζε. Ούτε σκοτάδι υπήρχε, ούτε χειμώνας. Βήμα βήμα, οι Ελλόντριανς παρατηρούσαν και κατέγραφαν όλες τις αλλαγές και προσπάθησαν να εντοπίσουν αυτές που θα δημιουργούσαν προβλήματα σε βάθος χρόνου, ώστε να τις εναρμονίσουν με τις νέες συνθήκες.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η απουσία σκοταδιού και η επίδρασή της στον ύπνο. Αποφάσισαν να σκάψουν καταφύγια κάτω από το έδαφος και να εκπαιδεύσουν τα ζώα να αναζητούν το σκοτάδι εκεί. Έπρεπε να επαναπρογραμματιστεί η συμπεριφορά τους, ώστε να αναζητούν τα καταφύγια, όταν θα τα κατέβαλλε η κόπωση, μια και το σκοτάδι δεν υπήρχε πια για να τα καθοδηγήσει. Πέρασαν γενιές μέχρι να το πετύχουν αυτό• μέχρι τότε, βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, γιατί τα ζώα που είχαν διαταραγμένο ύπνο, γίνονταν επιθετικά και επικίνδυνα. Ευτυχώς οι Ελλόντριανς που έχασαν τη ζωή τους σε μάχες με ζώα δεν ήταν πάρα πολλοί.
Εκτός από τα άλλα πλάσματα που τους είχαν ανάγκη, οι Ελλόντριανς έπρεπε να φροντίσουν και για τη δική τους επιβίωση. Ως νοήμονες, το πρόβλημα του δικού τους ύπνου δεν ήταν δύσκολο να το λύσουν. Απλά, φρόντιζαν να περιορίσουν στο ελάχιστο το φως που εισερχόταν στα σπίτια τους, όταν πλησίαζε η ώρα της ανάπαυσης. Το σοβαρότερο θέμα για τις πρώτες γενιές που έζησαν μετά την έκρηξη, ήταν να επανέλθουν σε έναν πρωτόγονο τρόπο ζωής, από τον οποίο είχαν απομακρυνθεί. Έπρεπε να μάθουν να ζουν σαν ζώα αγέλης. Ο καθένας δεν είχε να φροντίσει μόνο τον εαυτό του και όσους ζούσαν στο ίδιο σπίτι, αλλά έπρεπε να αισθάνεται ότι ανήκει σε μια πολυπληθή ομάδα που επεκτεινόταν σε μια αρκετά μεγάλη έκταση και επιβίωνε χάρη στους πόρους που αυτή της παρείχε. Όσοι γνώριζαν πώς να βρίσκουν τροφή, εκπαίδευσαν και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας τους. Στο τέλος της μέρας, η κάθε ομάδα συγκεντρωνόταν, έβλεπε τι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της μέρας που πέρασε, κατέγραφε τις ανάγκες των μελών της, τους τραυματισμούς, ακόμη και τις ζωές που χάθηκαν και οργάνωνε το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας.
Σταδιακά, ανέπτυξαν πολιτισμό και τεχνολογία και μετά από αρκετές γενιές, η ζωή τους έγινε καλύτερη σε σύγκριση με αυτή που είχαν πριν την έκρηξη του Εκρόντιαν. Ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματά τους ήταν το δίκτυο Χέλιξ, ένα αόρατο πλέγμα που συνέδεε όλα τα σπίτια του πλανήτη, αξιοποιώντας την αστείρευτη ενέργεια που τους παρείχαν ο Εκρόντιαν, ο Χίμιεν, ο Έντιεν και ο Φινκάιν. Οι συναντήσεις των μελών κάθε ομάδας που γίνονταν στις πρώτες γενιές μετά την έκρηξη, είχαν αντικατασταθεί από τη Συνάντηση• κάθε μέρα το δίκτυο Χέλιξ έφερνε σε επικοινωνία όλα τα σπίτια του πλανήτη. Η ανασκόπηση της ημέρας και ο σχεδιασμός της επόμενης γινόταν με συνεννόηση όλων των Ελλόντριανς, οι οποίοι λειτουργούσαν σαν μια τεράστια οικογένεια, όπου κανένα μέλος δεν παραγκωνιζόταν και δεν ένιωθε να αξίζει λιγότερο από τα υπόλοιπα.
Οι μόνοι που απολάμβαναν λίγο περισσότερο σεβασμό, ακριβώς επειδή δε θα τον εκμεταλλεύονταν, ήταν οι Άλνουθ. Ήταν οι σιωπηλοί ρυθμιστές της κοινωνίας των Ελλόντριανς, οι ταγοί που φρόντιζαν για τη συνοχή της, οι διακριτικοί και πολυμήχανοι πολεμιστές, που αναζητούσαν και τελικά έβρισκαν τη λύση σε κάθε δυσκολία. Η κάστα αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την ευημερία και την ασφάλεια μέσα στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε η γενιά του Κένναρντ και της Ρέηλιν, καθώς και πολλές γενιές πριν από αυτήν. Ήταν τόσο ικανοί, που μέσα σε μερικές γενιές, κατάφεραν να μετριάσουν το σοκ που προκάλεσε η έκρηξη του Εκρόντιαν και να διαχειριστούν όλες τις αλλαγές που αυτή έφερε.
Όταν η ισορροπία στον πλανήτη επανήλθε και η απειλή του αφανισμού εξουδετερώθηκε, οι Άλνουθ είχαν το χρόνο να παρατηρήσουν μια σημαντική αλλαγή σε αρκετούς Ελλόντριανς. Μέχρι πριν την έκρηξη γνώριζαν, ότι τα κύτταρά τους συνέθεταν τον παράγοντα Σέρκλιον, ο οποίος ήταν απαραίτητος για τον ύπνο και την ανάπαυσή τους. Ο παράγοντας αυτός για να συντεθεί, χρειαζόταν σκοτάδι. Μετά την έκρηξη, το σκοτάδι εξασφαλίστηκε από την συμπαγέστερη κατασκευή των σπιτιών, στα οποία κάθε παράθυρο και κάθε χαραμάδα είχαν τη δυνατότητα να κλείνουν ερμητικά, ώστε να μην εισέλθει το φως, που θα εμπόδιζε τη διαδικασία της σύνθεσης του παράγοντα Σέρκλιον.
Αυτό που παρατήρησαν οι Άλνουθ, αρχικά στη δική τους κάστα και μετά, στον υπόλοιπο πληθυσμό, ήταν ότι κάποιοι έδειχναν να μην έχουν ανάγκη το σκοτάδι για αυτή τη λειτουργία των κυττάρων τους. Δεν μπορούσαν να εξηγήσουν αν αυτή η μεταβολή προκλήθηκε από το σοκ της έκρηξης ή αν επρόκειτο για ένα χαρακτηριστικό που προϋπήρχε σε λανθάνουσα μορφή και εκδηλώθηκε στις νέες συνθήκες. Η βούληση του κάθε Ελλόντριαν, που ανήκε σε αυτή την ομάδα, φαινόταν να επηρεάζει τα κύτταρα περισσότερο από την απουσία σκοταδιού. Έτσι, οι Ελλόντριανς κατέληξαν να χωρίζονται στους Ετερόφωτους και τους Αυτάρκεις.
Οι Αυτάρκεις, στους οποίους ανήκαν η Ρέηλιν και ο πατέρας της, ο Κόλραν, ήταν καλύτερα προσαρμοσμένοι στις νέες συνθήκες. Η αυτονομία τους, σε σχέση με τη σύνθεση του παράγοντα Σέρκλιον τούς έδινε τη δυνατότητα να αναπαύονται, ανεξάρτητα από την ένταση του φωτός. Η έκθεσή τους στην ενέργεια του Εκρόντιαν και των δορυφόρων αφ’ ενός δεν εμπόδιζε τον ύπνο τους, αφ’ ετέρου τους έδινε το προνόμιο να μη στερούνται τα οφέλη που είχαν τα κύτταρά τους χάρη στην ακτινοβολία που δέχονταν. Η επίδραση της ακτινοβολίας ήταν εμφανής κυρίως στα μυικά κύτταρα, τα οποία αναγεννώνταν με ταχύτερο ρυθμό λόγω της έκθεσης στο φως.
Αντίθετα, οι Ετερόφωτοι, στους οποίους ανήκαν ο Κένναρντ και η μητέρα του, η Ερίσα, λόγω της εξάρτησής τους από το σκοτάδι, δεν είχαν την ίδια αυτονομία. Όταν επρόκειτο να αναπαυθούν, έπρεπε να βρεθούν στο σκοτάδι νωρίτερα και να δώσουν ένα χρονικό περιθώριο στα κύτταρά τους για να ενεργοποιηθούν και να συνθέσουν τον παράγοντα Σέρκλιον. Ο περιορισμός αυτός σήμαινε ότι ο χρόνος που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εποικοδομητικά μέσα στη μέρα λιγόστευε, αλλά και ότι στερώντας από τα κύτταρά τους την ακτινοβολία, έχαναν τη δυνατότητα να αναπτύξουν μυικό σύστημα εφάμιλλο αυτού των Αυτάρκων. Για να αναπτύξει ένας Ετερόφωτος το μυικό σύστημα ενός Αυτάρκη, έπρεπε να χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος του χρόνου εγρήγορσης για σωματική άσκηση και αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό.
Πριν γιγαντωθεί η διαφορά αυτή και πριν χωριστούν οι Ελλόντριανς σε δυο φυλές, κάποιοι Αυτάρκεις, που ανήκαν στην κάστα των Άλνουθ, πρότειναν να μεταγγίζεται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ο παράγοντας Σέρκλιον από αυτούς σε κάποιους Ετερόφωτους και να καταγραφούν τα αποτελέσματα των μεταγγίσεων. Αφού πέρασε μια γενιά δοκιμών και παρατηρήσεων, οι Άλνουθ είδαν τους Ετερόφωτους που συμμετείχαν, να μεταμορφώνονται και να γίνονται ρωμαλέοι, όπως και οι Αυτάρκεις. Σιγά σιγά, οι μεταγγίσεις καθιερώθηκαν ως μέρος της ζωής τους, όπως καθιερώθηκε και η Συνάντηση μέσω του συστήματος Χέλιξ. Άλλο ένα πρόβλημα είχε λυθεί, μια και κανένας δεν επηρεαζόταν πλέον από την απουσία του σκοταδιού και όλοι μπορούσαν να αξιοποιήσουν το ίδιο την ενέργεια του Εκρόντιαν και των δορυφόρων.
Μετά από αρκετές γενιές όμως, η ισορροπία ανάμεσα σε Αυτάρκεις και Ετερόφωτους άρχισε να διαταράσσεται. Το ποσοστό των πρώτων στον πληθυσμό του πλανήτη όλο και μειωνόταν, με αποτέλεσμα οι δεύτεροι να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο έλλειψης της απαιτούμενης ποσότητας του παράγοντα Σέρκλιον, που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες τους μέσω των μεταγγίσεων. Οι Άλνουθ ήταν βέβαιοι ότι η ικανότητα των κυττάρων να συνθέτουν αυτόνομα τον παράγοντα Σέρκλιον μεταβιβαζόταν κληρονομικά από γενιά σε γενιά. Αυτό που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ήταν γιατί οι Αυτάρκεις γίνονταν αναλογικά όλο και λιγότεροι. Εμφανίστηκε στο περιβάλλον κάτι που προκαλούσε μεταλλάξεις στα κύτταρα κάθε νέας γενιάς; Έφταιγε ο τρόπος που αλληλεπιδρούσαν τα κύτταρα Αυτάρκων και Ετερόφωτων, με αποτέλεσμα στις νέες γενιές η ζυγαριά να γέρνει προς τους Ετερόφωτους;
Αν συνέβαινε το πρώτο, θα έπρεπε να εντοπίσουν ποιο στοιχείο του περιβάλλοντος οδηγούσε στην αλλαγή των ισορροπιών. Αν πάλι συνέβαινε το δεύτερο, αυτό θα σήμαινε ότι η αναλογική αύξηση των Ετερόφωτων πιθανόν να οφειλόταν στα μικτά ζευγάρια• όταν δηλαδή ζευγάρωνε ένας Αυτάρκης με μία Ετερόφωτη ή το αντίστροφο, πιο πιθανό ήταν να γεννηθούν Ετερόφωτοι. Αν η εξήγηση ήταν κάτι που δεν είχαν αντιληφθεί ακόμη, θα έπρεπε να δώσουν χρόνο στην κατάσταση και να την μελετήσουν περισσότερο. Ακόμη κι αν η επικράτηση των Ετερόφωτων αποδεικνυόταν αναπόφευκτη, οι Άλνουθ θα εξαντλούσαν κάθε περιθώριο για να την αποτρέψουν. Οι Αυτάρκεις είχαν αλλάξει τη ζωή όλων των Ελλόντριανς προς το καλύτερο και αυτό δεν έπρεπε να χαθεί.
Όσο όμως εκείνοι έψαχναν να βρουν εξήγηση σε αυτό που συνέβαινε, η κατάσταση στον πλανήτη είχε αρχίσει να αγριεύει. Οι Αυτάρκεις δυσκολεύονταν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις που αυξάνονταν. Οι Ετερόφωτοι ήταν διχασμένοι. Αρκετοί από αυτούς είχαν αρχίσει να δέχονται ότι οι επόμενες γενιές των Ελλόντριανς θα ήταν εξαρτημένες από το σκοτάδι. Προετοίμαζαν τους νεότερους για αυτό, χωρίς όμως να τους εμφυσήσουν κάποια μορφή μοιρολατρίας με τον τρόπο αυτό. Οι Αυτάρκεις θα εξαντλούνταν προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες σε παράγοντα Σέρκλιον, πράγμα που θα τους οδηγούσε στο θάνατο. Οι Ελλόντριανς έπρεπε να το σεβαστούν αυτό. Δεν είχε κανένα νόημα να επιμείνουν σε κάτι που ίσως να μην ήταν και στο χέρι τους να μείνει ως έχει. Εξάλλου η εξάρτησή τους από το σκοτάδι δεν απειλούσε την ύπαρξή τους. Είχαν περάσει πολύ χειρότερα.
Κάποιοι Ετερόφωτοι όμως, κανείς δε γνώριζε ποιοι, αρνούνταν να επιστρέψουν στους παλιούς περιορισμούς. Τους άρεσε αυτό που ζούσαν. Ήθελαν την ελευθερία που τους έδιναν οι Αυτάρκεις και ένιωθαν μεγάλη οργή, μπροστά στην πιθανότητα να την χάσουν. Και είχαν τόση ανάγκη να στρέψουν την οργή τους κάπου, που επέλεξαν να χρίσουν εχθρό τον μέχρι πρότινος ευεργέτη τους. Ήταν τόσο πεπεισμένοι ότι αυτοί ήταν ο εχθρός, που έκρυβαν τα πρόσωπά τους και οργάνωναν επιθέσεις εναντίον τους για να τους τρομοκρατήσουν. Κάποιοι Αυτάρκεις είχαν αναφέρει στους Άλνουθ αυτές τις επιθέσεις, που μόνο συμπτωματικές δε φαίνονταν. Οι Άλνουθ ανησύχησαν, αλλά η κατάσταση έδειχνε να είναι ελεγχόμενη, μια και οι Αυτάρκεις κατάφερναν να αποκρούσουν αυτές τις επιθέσεις, χωρίς να υπάρξουν καν τραυματίες.
Όταν όμως βρέθηκαν σε μια σπηλιά έξω από το Κρόσταρυ τρία πτώματα κατακρεουργημένα, οι Άλνουθ σήμαναν συναγερμό. Οι νεκροί ήταν Αυτάρκεις. Τα σώματά τους ήταν γεμάτα χαρακιές, ο δε θάνατός τους αργός και βασανιστικός. Όταν οι οικογένειές τους τους αναγνώρισαν, έγινε έρευνα για αυτούς• κανείς δε βρέθηκε που να είχε προσωπικές διαφορές μαζί τους για να έχει λόγο να τους εκδικηθεί. Κάποιοι όμως ήθελαν να πάρουν κάτι από το σώμα των νεκρών και δεν είχαν τον τρόπο να το κάνουν. Οι υποψίες όλων στράφηκαν στους Ετερόφωτους. Έπρεπε να βρεθούν οι ένοχοι για να μη συνεχιστεί ο κύκλος της βίας, που μόλις είχε ανοίξει.
Ήταν από τις λίγες φορές, που οργανώθηκε Συνάντηση στην οποία θα συμμετείχαν μόνο οι Άλνουθ. Όταν οι Ελλόντριανς προγραμμάτισαν την επόμενη μέρα και η τακτική Συνάντηση ολοκληρώθηκε, το δίκτυο Χέλιξ ήταν στη διάθεση των Άλνουθ. Μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν για να συνεννοηθούν πώς θα κινούνταν για να εντοπίσουν τους δράστες.
-Πρέπει να κερδίσουμε χρόνο, είπε η Ερίσα. Το φυτό Εκουόμπα. Μπορεί να καλύψει την έλλειψη του παράγοντα Σέρκλιον, ειδικά τώρα που δεν είναι μεγάλη. Έτσι, θα μετριάσουμε τις αντιδράσεις των Ετερόφωτων και θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε τις έρευνές μας για να βρούμε τους δράστες. Το να βρούμε εξήγηση για την ελάττωση του πληθυσμού των Αυτάρκων δε νομίζω ότι επείγει, αλλά ούτε είναι εφικτό αυτή τη στιγμή. Προτείνω να αναθέσουμε στη Ρέηλιν και τον Κένναρντ την πρώτη τους αποστολή.
-Δεν είναι λίγο νωρίς για να τους επιτρέψουμε να μπουν στην Αποθήκη των Σπόρων; ρώτησε ανήσυχος ο Ντρέκιν, ένας από τους γηραιότερους, που υπήρξε μέντορας της Ερίσα κατά τα πρώτα της βήματα ως Άλνουθ.
-Δε θα μπουν. Το φυτό Εκουόμπα ευδοκιμεί σε κάποιες σπηλιές γύρω από την αποθήκη. Εκεί θα το βρουν και θα μας το φέρουν. Αν καλλιεργηθεί συστηματικά, θα κερδίσουμε αρκετό χρόνο για όλα τα μέτωπα που έχουμε ανοιχτά αυτή τη στιγμή. Και νομίζω πως είναι ώρα να αρχίσουμε να τους εμπιστευόμαστε. Όπως εμπιστευτήκατε εμένα κάποτε οι παλιότεροι. Θα τους βοηθήσω και εγώ, συμπλήρωσε για να τους καθησυχάσει. Έχουν εξοικειωθεί με το σύστημα Ντάνιρελ, δε θα είναι δύσκολο.
Και κάπως έτσι, η Ρέηλιν και ο Κένναρντ βρέθηκαν να πετούν προς το Βορρά για να φέρουν εις πέρας την πρώτη τους αποστολή. Κατά τη διαδρομή, η Ερίσα επικοινωνούσε μαζί τους με τις φορητές οθόνες, που τους είχε εκπαιδεύσει να χρησιμοποιούν. Το σύστημα Ντάνιρελ λειτουργούσε όπως το δίκτυο Χέλιξ, αλλά είχε κατασκευαστεί για να το χρησιμοποιούν μόνο οι Άλνουθ στις αποστολές τους. Χάρη σε αυτό, η Ερίσα μπορούσε να κατευθύνει τα παιδιά, για να μη χαθούν σε άσκοπες διαδρομές και για να βρίσκουν ασφαλή μέρη να κοιμούνται. Η σκηνή που κουβαλούσε στο σακίδιό του ο Κένναρντ ήταν φτιαγμένη από εντελώς αδιαφανές υλικό, αδιαπέραστο από το φως του Εκρόντιαν, μπορούσε να κοιμηθεί μέσα σε αυτήν. Του την είχε κάνει δώρο η μητέρα του λίγο καιρό πριν την ανάθεση της αποστολής. Η Ρέηλιν μέσα στο δικό της σακίδιο είχε τρόφιμα αρκετά για τέσσερις μέρες ταξίδι και το κουτί μέσα στο οποίο θα μετέφεραν το Εκουόμπα.
Με τις οδηγίες της Ερίσα, έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά και μπήκαν μέσα με τις αεροσανίδες τους. Ένα γαλάζιο φως είδαν στο βάθος καθώς πετούσαν.
-Γρήγορα, είπε η Ρέηλιν. Οι αεροσανίδες θα χρειαστούν ακτινοβολία για να συνεχίσουμε να πετάμε, δε θα συνεχίσουν για πολύ μέσα στο σκοτάδι.
Έφτασαν στο σημείο που ήταν συγκεντρωμένο το γαλάζιο φως. Ήταν τα άνθη του φυτού Εκουόμπα που φέγγιζαν. Αυτά θα έδιναν στους Ετερόφωτους τον παράγοντα Σέρκλιον που τους έλειπε. Ο Κένναρντ έβγαλε προσεκτικά ένα φυτό από το έδαφος μαζί με τις ρίζες του και το έβαλε μέσα στο κουτί της Ρέηλιν μαζί με λίγο χώμα. Τα τοιχώματα του κουτιού θα εμπόδιζαν το φως να φτάσει στα άνθη. Με τον τρόπο αυτό, θα παρέμεναν γαλάζια, διατηρώντας τον παράγοντα Σέρκλιον, τον οποίο διασπούσε το φως, κάνοντας το άνθος του Εκουόμπα λευκό.
-Έτσι γίνεται το δέρμα μας, όταν κοιμόμαστε, είπε ο Κένναρντ στην αδερφή του, εντυπωσιασμένος από την ομοιότητα του άνθους με το δέρμα των Ελλόντριαν.
Ανέβηκαν ξανά στις αεροσανίδες και πέταξαν έξω από τη σπηλιά. Τελικά, δεν ήταν και τόσο δύσκολο, σκέφτηκαν. Σαν παιχνίδι με αεροσανίδες ήταν και η αποστολή, αλλά με λιγότερα γέλια και με τη μητέρα τους να τους καθοδηγεί μέσα από τις οθόνες. Άρχισαν να πετούν προς το Νότο, καθώς το φως τούς βοηθούσε να ανεβάσουν τις αεροσανίδες σε όλο και μεγαλύτερο ύψος. Η ακτινοβολία του Εκρόντιαν ήταν πολύ έντονη και οι δυο από τους τρεις δορυφόρους τη δυνάμωναν ακόμη περισσότερο. Οι αεροσανίδες άρχισαν να αναπτύσσουν ταχύτητα. Ίσως το ταξίδι της επιστροφής να κρατούσε λιγότερο από τις δυο μέρες που κράτησε το ταξίδι προς τη σπηλιά. Τα παιδιά το διασκέδαζαν αυξάνοντας ταχύτητα, ενώ ταυτόχρονα η Ρέηλιν κρατούσε στα χέρια της με προσοχή το κουτί με το φυτό.
Όσο το φως δυνάμωνε, τόσο πιο γρήγορα κινούνταν οι αεροσανίδες. Σίγουρα θα επέστρεφαν νωρίτερα και οι γονείς τους θα ήταν περήφανοι. Ίσως και οι Άλνουθ να τους έβλεπαν με άλλο μάτι μετά την αποστολή. Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν κατ’ ευχήν, μέχρι που το Κρόσταρυ εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Κι ενώ μιλούσαν με την Ερίσα και ήταν έτοιμοι να της πουν ότι πλησίαζαν στην πόλη, η επικοινωνία χάθηκε. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν αγχωμένα. Συνέχισαν να κινούνται προς το Κρόσταρυ, αυξάνοντας την ταχύτητα. Μπορεί να μη συνέβαινε κάτι ανησυχητικό, αλλά μέχρι να φτάσουν και να το δουν με τα μάτια τους, τους περνούσαν από το μυαλό τα χειρότερα.
Σε λίγη ώρα ήταν έξω από το σπίτι. Αιωρήθηκαν για λίγα δευτερόλεπτα έξω από το παράθυρο δίπλα από την κεντρική πόρτα. Το δωμάτιο έμοιαζε λες και είχε γίνει μάχη, αλλά μέσα δεν ήταν κανείς. Μέχρι να σκεφτούν αν θα έμπαιναν από το παράθυρο ή αν θα έκαναν κύκλο γύρω από το σπίτι για να δουν και τα άλλα δωμάτια, δυο Ελλόντριανς με μάσκες στα πρόσωπά τους, μπήκαν στο δωμάτιο κρατώντας τον πατέρα τους με τα χέρια ακινητοποιημένα πίσω από την πλάτη. Τη μητέρα τους την κρατούσε ένας τρίτος. Της είχε βάλει ένα μαχαίρι στο λαιμό, αναγκάζοντάς την να βλέπει τον Κόλραν να προσπαθεί να ξεφύγει από τα χέρια τους και να μην τα καταφέρνει. Τη στιγμή που τον πέταξαν στο πάτωμα και πήγαν να βγάλουν τα μαχαίρια από τις ζώνες τους, η Ρέηλιν πέταξε το κουτί με το φυτό στα χέρια του Κένναρντ, κάνοντάς του νόημα να φύγει και μπήκε με την αεροσανίδα σπάζοντας το τζάμι του παραθύρου.
Πέντε ζευγάρια μάτια στράφηκαν προς το παράθυρο. Μέχρι να καταλάβουν τι συνέβη, η αεροσανίδα της Ρέηλιν βρέθηκε στο πρόσωπο του Ελλόντριαν που κρατούσε την Ερίσα. Οι άλλοι δυο, βλέποντας την Ερίσα να ξεφεύγει και να μαζεύει από το πάτωμα το μαχαίρι που μέχρι πριν λίγο βρισκόταν στο λαιμό της, τα έχασαν. Ο Κόλραν μόλις ένιωσε τα χέρια τους να χαλαρώνουν για μια στιγμή, κατάφερε να χτυπήσει τον έναν, ενώ η Ρέηλιν συνεχίζοντας τους ελιγμούς με την αεροσανίδα, χτύπησε και τον τελευταίο στο κεφάλι. Μέσα σε λίγες στιγμές, οι τρεις μασκοφόροι βρέθηκαν στο πάτωμα άοπλοι, χωρίς τις μάσκες τους και σχεδόν αναίσθητοι. Η Ερίσα και ο Κόλραν τους έδεσαν και τους έσυραν στο υπόγειο του σπιτιού.
-Ωραίο το σκοτάδι, ε; τους είπε με αγριεμένο ύφος ο Κόλραν, λίγο πριν κλειδώσει την πόρτα. Κάτι μου λέει πως θα πρέπει να το συνηθίσετε.
Γύρισαν στο δωμάτιο και αγκάλιασαν τη Ρέηλιν. Στο μεταξύ η μικρή είχε ειδοποιήσει τον αδερφό της με το σύστημα Ντάνιρελ και ο Κένναρντ ήρθε στο σπίτι κρατώντας το κουτί με το φυτό Εκουόμπα. Άνοιξε διστακτικά την πόρτα και κοίταξε μέσα για να δει αν ήταν όλοι καλά. Τρόμαξε λίγο όταν είδε τις μελανιές στα πρόσωπα των γονιών του, αλλά τα χαμόγελά τους τον καθησύχασαν.
-Τα καταφέραμε, είπε στη μητέρα του. Το βρήκαμε το Εκουόμπα. Τώρα είμαστε κι εμείς Άλνουθ;
-Όχι ακόμη, είπε η Ερίσα, καθώς τον αγκάλιαζε. Αλλά η αρχή μόλις έγινε.
Το κείμενο συμμετείχε στο διαγωνισμό της ΑΛΕΦ με θέμα "Νέα Κανονικότητα" . Τη φωτογραφία την ανακάλυψα εδώ , αφού είχα ολοκληρώσει την ιστορία μου (ενδιαφέρον κείμενο, ομολογουμένως). Η μουσική σύνθεση "Ekrodian's Roar" είναι δημιουργία του ECELORD , εμπνευσμένη από την ιστορία μου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου