Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Διαμάντια στο σκοτάδι

Ο Μιχαήλ καθόταν ψηλά στο χρυσό του θρόνο και παρακολουθούσε τον Ρισάρ και την Ελέν να τακτοποιούν το ναό. Ο ιερέας Ζαν Μπατίστ τους είχε δώσει πλέον κλειδιά. Τα παιδιά τον βοηθούσαν από μικρά, από τότε που...
τα ξεχώρισε στο ορφανοτροφείο. Η Ελέν και ο Ρισάρ. Και πριν την υιοθεσία της, η αδερφή του Ρισάρ, η Αλμπερτίν.
-Παρακολουθείς τα διαμάντια σου; ρώτησε ο Αρχάγγελος Ραφαήλ. Μεγάλωσαν πολύ.

Ο Μιχαήλ τον κοίταξε σιωπηλά με ένα γαλήνιο βλέμμα και του έγνεψε καταφατικά. Τα προστάτευε από μικρά. Η μητέρα του Ρισάρ είχε πεθάνει στη γέννα. Όταν ο Ρισάρ γεννήθηκε, η Αλμπερτίν ήταν δυο ετών. Ο πατέρας τους αυτοκτόνησε ένα χρόνο αργότερα. Τον είχε βρει κρεμασμένο στο στάβλο του σπιτιού του η αδερφή του, η Μπεατρίς. Μαζί με τον άντρα της φρόντισαν τα ανίψια τους για μερικούς μήνες. Η κατάστασή τους ήταν ήδη αρκετά δύσκολη, γιατί είχαν επτά παιδιά. Μετά από επιμονή του άντρα της, η Μπεατρίς συμφώνησε να τα δώσουν στο πιο κοντινό ορφανοτροφείο. Δεν ήταν εύκολη απόφαση για κανέναν, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε κάτι καλύτερο που να μπορούσαν να κάνουν. Τα μικρά θα υπέφεραν μαζί τους.

Η Ελέν ήταν ήδη στο ορφανοτροφείο. Μεγαλώνοντας, έκανε πολλή παρέα με τα δυο αδέρφια. Ταίριαζαν πολύ οι τρείς τους και πρόσεχαν ο ένας τον άλλον• δεν υπήρχαν σκοτάδια και σκιές μεταξύ τους. Κι όταν αργότερα βρέθηκε οικογένεια που ζήτησε να υιοθετήσει την Αλμπερτίν, η Ελέν και ο Ρισάρ έγιναν αχώριστοι. «Να προσέχεις τον αδερφό μου», είπε η Αλμπερτίν στην Ελέν, όταν την αγκάλιασε, λίγο πριν ακολουθήσει την καινούρια της οικογένεια στο Παρίσι.

Και κάπως έτσι, η παρέα χωρίστηκε. Η Αλμπερτίν έφυγε από το ορφανοτροφείο και ο Ρισάρ με την Ελέν έμειναν πίσω. Ο ιερέας Ζαν Μπατίστ δεν έπαψε στιγμή να τους προσέχει. Ήθελε να δει πώς θα άλλαζαν οι ισορροπίες μετά τον αποχωρισμό. Είχε δει παιδιά να χάνουν τις παρέες τους και να ανοίγονται αμέσως για να τραβήξουν κοντά τους άλλους ανθρώπους. Είχε δει όμως και άλλα να θλίβονται, να κλείνονται στη μοναξιά τους και να δυσκολεύονται να αφήσουν τους άλλους να τα πλησιάσουν. Τι θα συνέβαινε άραγε με το Ρισάρ και την Ελέν; Σκεφτόταν τρόπους για να έχει τα δυο παιδιά κοντά του. Παρατηρούσε τις φυσιογνωμίες τους, το πώς άλλαζε η έκφρασή τους όταν χαίρονταν ή όταν λυπούνταν. Αυτό που επικρατούσε κάθε φορά ήταν μια αγγελική γαλήνη, που επεσκίαζε ακόμη και τη θλίψη της απώλειας.

Κάποια στιγμή αποφάσισε να τους ζητήσει να τον βοηθούν στη φροντίδα του ναού του ορφανοτροφείου. Τα παιδιά δέχτηκαν. Αισθάνονταν το ναό σπίτι τους και μέρος της ζωής τους. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη της φροντίδας του, το ένιωσαν λίγο παραπάνω. Στο μεταξύ ο Ρισάρ διάβαζε κατά καιρούς τα γράμματα που έστελναν στο ορφανοτροφείο οι θετοί γονείς της Αλμπερτίν. Φαινόταν να έχει μια καλή ζωή μαζί τους και ο Ρισάρ χαιρόταν για αυτό.

Ώσπου μια μέρα, απεσταλμένοι του βασιλιά έφτασαν στη μικρή πόλη για να ταράξουν την ήρεμη ζωή της. Ο βασιλιάς συγκέντρωνε στρατό για να τον στείλει στους Αγίους Τόπους. Για άλλη μια φορά, στην πόλη θα έμεναν μόνο οι άμαχοι. Στρατιώτες από την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Φλάνδρα ξεκίνησαν να κατακτήσουν την Ιερουσαλήμ. Ήταν η τέταρτη φορά που τα αλισβερίσια των βασιλιάδων και του Πάπα θα έστελναν στο θάνατο χιλιάδες ανθρώπους.

Ο ιερέας Ζαν Μπατίστ ήταν μεγάλος πια. Είχε ζήσει τη δεύτερη και την τρίτη Σταυροφορία και δυστυχώς θα ζούσε και την τέταρτη. Την πρώτη, που είχε γίνει πριν γεννηθεί, την έμαθε από ιστορίες που του αφηγήθηκαν οι γηραιότεροι. Ηρωικές ιστορίες σφαγής μουσουλμάνων από τους στρατιώτες του Χριστού. Ιστορίες που φάνταζαν σαν κάτι το μυθικό μέσα στο νεανικό του μυαλό τις πρώτες φορές που τις άκουσε. Άπιστοι που έπρεπε να πεθάνουν, γιατί έτσι ήταν το θέλημα του Θεού. Και ο ίδιος βαθιά μέσα του να εύχεται να του δοθεί η ευκαιρία να δοξάσει το Θεό του, όπως οι στρατιώτες στις ιστορίες που άκουγε. Πόσο αθώος ήταν και πόσο ανυποψίαστος για αυτά που θα ακολουθούσαν...

Όταν έφτασε η ώρα για τη δεύτερη Σταυροφορία και ο Πάπας καλούσε τους πιστούς να πολεμήσουν, ο διάκονος τότε Ζαν Μπατίστ ήταν 23 ετών και είχε αρχίσει την προετοιμασία του για να ακολουθήσει το δρόμο της ιεροσύνης. Περίμενε λοιπόν να δει σύσσωμο τον κλήρο να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Πάπα. Αντ’ αυτού, είδε τους ιερείς να υπακούν στο θέλημα του επισκόπου Φιλιμπέρ, ο οποίος έδειξε μια βαθιά απέχθεια για τους τρόπους που χρησιμοποιούνταν για να χειραγωγηθεί το ποίμνιο. Ήταν από τις λίγες φορές που είδε επίσκοπο να κατακεραυνώνει ανοιχτά τη διαστρέβλωση της διδασκαλίας του Χριστού και να κατηγορεί τον Πάπα ως ηθικό αυτουργό για χιλιάδες εγκλήματα.

Ο νεαρός Ζαν Μπατίστ κλονίστηκε. Έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον επίσκοπο Φιλιμπέρ. Στο πρόσωπό του έβλεπε έναν ταπεινό άνθρωπο ήπιων τόνων που ένιωθε την ουσία του χριστιανισμού και τη δίδασκε με το παράδειγμά του, χωρίς μεγάλα λόγια και τυμπανοκρουσίες. Η έκρηξή του ήταν κάτι το απρόσμενο για πολύ κόσμο. «Ποντίφικας σημαίνει κατασκευαστής γεφυρών», ήταν η απάντηση του επισκόπου στους ιερείς που ζήτησαν την έγκρισή του για να πολεμήσουν. «Τι σόι Ποντίφικας είναι αυτός που αντί να φτιάχνει γέφυρες μεταξύ Θεού και ανθρώπων, κατακρεουργεί την εντολή “ου φονεύσεις”, σκορπά το θάνατο στα πέρατα της γης και βυθίζει τον κόσμο στο σκοτάδι;»

Η δικαίωση για τον επίσκοπο δυστυχώς δεν άργησε να έρθει. Η Σταυροφορία τελείωσε. Κάποιοι στρατιώτες του Χριστού επέστρεψαν φέρνοντας μαζί μόνο τα τραύματά τους. Κάποιοι άλλοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στο πεδίο της μάχης. Ο Γκαστόν, παιδικός φίλος του Ζαν Μπατίστ, ήταν από αυτούς που γύρισαν, αλλά το βλέμμα του δεν ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Πού ήταν η δόξα του Κυρίου μέσα σε όλα αυτά; Δεν τόλμησε ποτέ να ρωτήσει το φίλο του, δεν ήταν έτοιμος να ακούσει τις απαντήσεις που θα έπαιρνε.

Και τα χρόνια πέρασαν και μαζί με αυτά, και οι αυταπάτες. Ποια δόξα; Ποιος ηρωισμός; Μόνο αίμα και δυστυχία. Και θάνατος, θάνατος παντού. Ευτυχώς, ο Μιχαήλ από το θρόνο του δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Τον προστάτευε τον Ζαν Μπατίστ. Στην τρίτη Σταυροφορία ενάντια στον Σαλαντίν, ήταν 65 ετών. Είχε καταλάβει ότι δεν ήταν δυνατόν να τιμά ο κλήρος τις διδαχές του Ιησού και ταυτόχρονα να τρέφει τη ματαιοδοξία του Πάπα, εθελοτυφλώντας ακόμη και στις συμμαχίες του με τους αλλόπιστους Ασσασσίνους. Και στην τέταρτη, 78 ετών πλέον, απορούσε με το ανθρώπινο είδος και την εμμονή του να δημιουργεί πόνο από το τίποτα και να κάνει τη ζωή κάθε επόμενης γενιάς μια κόλαση που αναζωπυρώνεται συνεχώς.

Μέσα σε αυτή τη σκοτεινή κοιλάδα των δακρύων ένιωθε τη δύναμη του Μιχαήλ γύρω του να τον κρατά ασφαλή. Δε μιλούσε για αυτό σε κανέναν, ούτε καν στο εξομολογητήριο. Γιατί να το κάνει εξάλλου; Ήξερε ότι οι λέξεις του δε θα ήταν ποτέ αρκετές για να περιγράψουν ο,τιδήποτε ουράνιο. Την παρουσία του Αρχάγγελου την ένιωθε όμως. Κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά σε ένα σταυροδρόμι και έπρεπε να πάρει μια απόφαση, κάθε φορά που συναντούσε έναν άνθρωπο και έπρεπε να τον βοηθήσει να βρει το δρόμο του, θα λάμβανε την καθοδήγηση που έπρεπε και όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν.

Ο Αρχάγγελος παρακολουθούσε και χαμογελούσε από ψηλά. Όλους τους ανθρώπους τους αγαπούσε. Εκείνους όμως με την καθαρή, διαμαντένια καρδιά, τους φρόντιζε λίγο περισσότερο. Και όποτε χρειαζόταν, άφηνε το χρυσό του θρόνο και κατέβαινε στη γη για να επέμβει ο ίδιος και να βοηθήσει να φανεί το φως που κρυβόταν μέσα τους. Όπως εκείνη την ημέρα, που παρουσιάστηκε στον Ρισάρ για να τον βοηθήσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ιερέα και να κατέβει μαζί του στην υπόγεια κρύπτη, όπου βρισκόταν το άγαλμα της Παναγίας.
-Καλημέρα, Ρισάρ.
-Καλημέρα σας. Με γνωρίζετε; ρώτησε ο μικρός διστακτικά, αφού γύρισε να δει ποιος τον ακολούθησε, καθώς περπατούσε προς το ορφανοτροφείο.
-Μου έχει μιλήσει ο ιερέας Ζαν Μπατίστ για σένα πριν χρόνια. Μπορείς να του δώσεις αυτό από εμένα; ρώτησε, δίνοντάς του ένα πουγκί με χρήματα.
-Τι είναι αυτό;
-Μια βοήθεια που του έχω υποσχεθεί. Πάρ’ το, γιατί διστάζεις;
-Ε, ναι, ευχαριστώ, είπε ο Ρισάρ και πήρε το πουγκί στα χέρια του. Μάλλον στο ορφανοτροφείο θα είναι.
-Όχι, δίπλα θα πας, στο ναό. Εκεί θα τον βρεις. Πήγαινε να του το δώσεις.
-Μάλιστα, γεια σας, είπε ο Ρισάρ και απομακρύνθηκε λίγα μέτρα. «Παράξενος άνθρωπος», σκέφτηκε και συνειδητοποίησε σχεδόν αμέσως πως δεν ήξερε καν το όνομά του.
-Ποιος να του πω ότι είστε; είπε γυρίζοντας να κοιτάξει πίσω του. Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, είδε ότι ο ξένος είχε εξαφανιστεί. Κοίταξε μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του. Πουθενά ο ξένος. Ούτε και κανένας άλλος, για να τον ρωτήσει, μήπως κατάλαβε τι είχε συμβεί. Αν δεν κρατούσε το πουγκί στα χέρια του, δε θα μπορούσε να αποδείξει αυτή τη συνάντηση ούτε στον εαυτό του. Έπαιξε λίγο με το πουγκί για να νιώσει τα νομίσματα να κουδουνίζουν μέσα στη χούφτα του και μετά, το έβαλε στην τσέπη του και ξεκίνησε για τον ναό. Ήταν πολύ περίεργος να δει αν θα έβρισκε τον ιερέα εκεί που του είπε ο ξένος.

Έφτασε στον ναό και μπήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Απόλυτη ησυχία, κανείς δε φαινόταν να υπάρχει μέσα. Πήγε προς την Αγία Τράπεζα. Κανένας κι εκεί. «Λάθος έκανε ο ξένος», σκέφτηκε και ξεκίνησε να πάει προς την πόρτα. Μετά τα πρώτα βήματα, ένας θόρυβος ακούστηκε πίσω του και τον έκανε να γυρίσει. Έμοιαζε σαν να ανοίγει μια πόρτα πίσω από την Αγία Τράπεζα. «Πώς είναι δυνατόν;» σκέφτηκε. «Τι μπορεί να υπάρχει εκεί πίσω;». Είδε μια καταπακτή να ανοίγει και τον ιερέα να βγαίνει και να στέκεται άφωνος μπροστά του. Ούτε ο Ρισάρ μιλούσε, δεν ήξερε τι ακριβώς να ρωτήσει.
-Ξέρεις, γιε μου, μερικές φορές, η προσευχή θέλει απόλυτη ησυχία, είπε τελικά ο ιερέας. Για να φτάνει αμέσως ψηλά στους αγγέλους, χωρίς να τη βαραίνει η φασαρία του μυαλού.
-Μέσα σε χρυσές φιάλες; ρώτησε ο Ρισάρ με ικανοποίηση, ενθυμούμενος το χωρίο της Αποκάλυψης.
-Ναι, γιε μου, σε χρυσές φιάλες. Κι όταν η χρυσή φιάλη φτάσει στον Αρχάγγελο Μιχαήλ και πάνε όλα καλά με το ορφανοτροφείο, θα δεις το άγαλμα της Κρυμμένης Παναγίας, του είπε δείχνοντας προς την κρύπτη.
-Το ορφανοτροφείο; ρώτησε αγχωμένος, προσπερνώντας την κουβέντα του για το κρυμμένο άγαλμα. Αυτό μπορούσε να περιμένει.
-Δυστυχώς, παιδί μου, δεν ξέρουμε πότε θα γίνουν οι επισκευές. Ο σεισμός έκανε μεγάλη ζημιά στο κτήριο και η επισκοπή δεν έχει δώσει απάντηση.
-Ίσως να μην είναι τόσο άσχημα τα πράγματα, είπε ο Ρισάρ, δίνοντας στον ιερέα το πουγκί με τα χρήματα.
Ο ιερέας το πήρε και το άνοιξε. Κοίταζε πότε τα χρήματα, πότε τον Ρισάρ.
-Ποιος σου τα έδωσε; τον ρώτησε.
-Δεν ξέρω, πάτερ. Εκείνος με φώναξε πριν λίγο. Μου είπε ότι είχε υποσχεθεί να σας βοηθήσει. Δεν κατάλαβα. Μου είπε να έρθω στην εκκλησία να σας τα δώσω. Σαν να ήξερε. Εγώ νόμιζα πως ήσασταν δίπλα, στο ορφανοτροφείο. Ούτε όνομα μου είπε, εξαφανίστηκε πριν ρωτήσω. Δεν τα έκλεψα, σας το ορκίζομαι, είπε πανικόβλητος, γιατί δεν καταλάβαινε αν ο ιερέας τον πίστευε.
-Μην ορκίζεσαι, γιε μου, είπε ο ιερέας αφού κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυα της περηφάνιας του για το μικρό Ρισάρ . Ξέρω ότι δε λες ψέματα. Όλα καλά θα πάνε, δε χρειάζεται να φοβάσαι.

Η προσευχή είχε φτάσει στον προορισμό της. Κι ο Αρχάγγελος διάλεξε να φανερωθεί στον μικρό Ρισάρ. Ήταν πλέον η ώρα να μάθει ο μικρός και για το άγαλμα της κρύπτης. Και αφού δεν υπήρχε λόγος να χρονοτριβούν άλλο, μόλις τελείωσαν οι επισκευές στο ορφανοτροφείο, ο ιερέας κατέβηκε με τον Ρισάρ στην κρύπτη και του έδειξε την Κρυμμένη Παναγία. Ήταν το δώρο του Αρχάγγελου στον πρώτο ιερέα της πόλης για να υπάρχει στα θεμέλια του ναού και να τους προστατεύει όλους.
Και ο χρόνος περνούσε. Και η τέταρτη Σταυροφορία ερήμωσε για μια ακόμη φορά τη μικρή τους πόλη. Όσοι μπορούσαν να πολεμήσουν, έφυγαν. Ο Ρισάρ ήταν μόνο 17 ετών τότε. Ήταν όμως αρκετά μεγαλόσωμος για την ηλικία του και τα παιδιά στο ορφανοτροφείο τον αγαπούσαν σαν προστάτη τους. Ήταν για αυτούς ο ήρεμος γίγαντας, που θα τους πρόσεχε, θα τους έβαζε σε τάξη και αν είχαν διαφορές, θα τους μάθαινε να τις λύνουν. Και την Ελέν την αγαπούσαν. Ήταν ο μικρός άγγελος δίπλα στον γίγαντά τους. Παρόλο που ήταν μικρόσωμη, φαινόταν να τον προσέχει, όπως την πρόσεχε κι αυτός. Είχε πάρει πολύ σοβαρά την υπόσχεση που είχε δώσει στην Αλμπερτίν. Τόσο σοβαρά, που τα παιδιά που δεν είχαν δει ποτέ την Αλμπερτίν, γιατί είχαν έρθει στο ορφανοτροφείο μετά την υιοθεσία της, νόμιζαν ότι ο Ρισάρ και η Ελέν είναι αδέρφια.

Περίπου δυο χρόνια μετά την αρχή της Σταυροφορίας, δυο άντρες έφτασαν στην πόλη. Μπήκαν κατάκοποι σε ένα ερειπωμένο σπίτι λίγο έξω από αυτή. Τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους ήταν λιγοστά και σύντομα θα τελείωναν. Ήταν μεγάλο το ταξίδι της επιστροφής από τους Αγίους Τόπους. Μεγάλο και κουραστικό, ειδικά για αυτούς που ξεκίνησαν για εκεί, μόνο για να φύγουν μακριά.
Ο ένας, ο Τορκέλ, δεν έδινε δεκάρα ούτε για τους Αγίους Τόπους ούτε για τη δόξα του Χριστού. Πήγαινε όπου μυριζόταν χρήμα. Άρρωστος με τα ζάρια, έπαιζε συχνά και έχανε πολλά. Μετά δανείστηκε για να συνεχίσει να παίζει και έχασε κι άλλα. Οι δανειστές του τον κυνηγούσαν, κινδύνευε. Κι εκεί που όλα έμοιαζαν αδιέξοδα, άκουσε τα νέα για τα σχέδια του Πάπα. Οι λέξεις «στρατός» και «Ανατολή» έφεραν στο μυαλό του μια άλλη λέξη, μαγική. Λάφυρα. Ίσως η Σταυροφορία να ήταν η λύση που χρειαζόταν. Αλλά και να μην ήταν, θα κέρδιζε χρόνο να σκεφτεί, μακριά από τους διώκτες του. Κυνικός, σκοτεινός, μισάνθρωπος. Ικανός να επιβιώσει ακόμη και στις χειρότερες συνθήκες.

Ο άλλος πάλι, ο Σεμπαστιέν, δεν ήταν τόσο σκληρός, αλλά κατάφερνε να μην το δείχνει. Απέφευγε να μιλά για το παρελθόν του. Έτσι κι αλλιώς, ο Τορκέλ δεν ήταν ο τύπος που θα ενδιαφερόταν να μάθει λεπτομέρειες για τους ανθρώπους γύρω του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να μην μπαίνουν οι άλλοι εμπόδιο στα σχέδιά του. Κάπως έτσι λοιπόν, ο Σεμπαστιέν κράτησε για τον εαυτό του την πληροφορία ότι η μικρή αυτή πόλη ήταν ο τόπος του. Εκεί είχε γεννηθεί. Εκεί μεγάλωσε και ερωτεύτηκε την Οντίλ. Εκεί την παντρεύτηκε κρυφά, γιατί οι δικοί της την προόριζαν για άλλον. Έκανε μια κόρη μαζί της, την Ελέν. Και όταν η Οντίλ αρρώστησε και πέθανε, ο Σεμπαστιέν έμεινε μόνος με την κόρη του. Μόνος εναντίον όλων, σε μια πόλη αφιλόξενη, που δε συγχωρούσε τέτοιου είδους καπρίτσια. Και ο Σεμπαστιέν έφυγε. Άφησε τη μικρή στο ορφανοτροφείο και άρχισε να περιπλανιέται από πόλη σε πόλη και να κάνει ό,τι δουλειά έβρισκε.

Όταν έφτασαν στην πόλη, μίλησε στον Τορκέλ για μια γυναίκα που γνώρισε παλιότερα που είχε ξαναπεράσει από εκεί και για κάποιους ανθρώπους που τον απείλησαν για να φύγει το συντομότερο για το καλό όλων. Τον έπεισε ότι θα ήταν καλύτερο ο ίδιος να μην πολυκυκλοφορήσει στην πόλη, για να μην τον αναγνωρίσει κανείς. Ο Τορκέλ δε ρώτησε να μάθει περισσότερα, δεν τον ένοιαζε κιόλας. Είχε βρεθεί στη θέση του Σεμπαστιέν κάμποσες φορές. Βέβαια, εκείνος δεν κρύφτηκε ποτέ, αλλά τώρα ήταν αλλιώς. Τα τρόφιμά τους ήταν λίγα και δεν είχαν περιθώριο για παλικαριές. Κάποιος έπρεπε να βγει για προμήθειες και καλό θα ήταν να πάει αυτός που θα έπαιρνε το μικρότερο ρίσκο. Αφού ξεκουράστηκαν, βγήκε να αγοράσει τρόφιμα. Ο κόσμος που τον έβλεπε στο δρόμο, τον κοίταζε φευγαλέα και μετά, έστρεφε αλλού το βλέμμα του. Η ουλή στο δεξιό του μάγουλο, αναμνηστικό από την τελευταία μάχη, ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε. «Καλύτερα από μακριά».

Στην επιστροφή προς το ερειπωμένο σπίτι, έκανε μια στάση στο ναό. «Κάθε εκκλησία κρύβει θησαυρούς», του έλεγε ο παππούς του. Ο Τορκέλ κράτησε τη φράση, αλλά το νόημά της με τα χρόνια ξεθώριασε. Ο παππούς του ήταν μια μορφή αγίου μέσα σε μια βίαιη οικογένεια. Δυστυχώς, τον έχασε νωρίς. Οι δρόμοι που του ανοίγονταν μετά το θάνατό του ήταν δυο. Η ζωή με την οικογένειά του ή η ζωή οπουδήποτε αλλού, μακριά από το σπίτι του. Ποιος δρόμος ήταν ο πιο επικίνδυνος; Πού θα μπορούσε να επιβιώσει με το μικρότερο κόστος; Τι θα διάλεγε; Το γνώριμο ή το καινούριο και ανεξερεύνητο; «Πόσο χειρότερα να είναι εκεί έξω;» σκεφτόταν τη νύχτα που βούτηξε από το σπίτι του ό,τι του φαινόταν χρήσιμο και έφυγε τρέχοντας. Ο πατέρας του κοιμόταν λιπόθυμος από το μεθύσι. Η μητέρα του, και να άκουσε κάτι, μέσα στη νύχτα, δεν έβγαλε μιλιά. Και ο μικρός έφυγε. Γιατί είχε βαρεθεί να μισεί τους ίδιους ανθρώπους όλη του τη ζωή. Έπρεπε να ανακαλύψει τι άλλο υπήρχε πέρα από αυτό που ζούσε. «Πόσο χειρότερα να είναι εκεί έξω;»

Πηγαίνοντας προς την είσοδο του ναού, σκεφτόταν τι θησαυρούς θα μπορούσε να έχει αυτή η εκκλησία. Σίγουρα ο παππούς του δε θα ήταν καθόλου περήφανος για αυτόν αν τον έβλεπε από ψηλά, αλλά τόσα χρόνια μετά, είχε μάθει να μην τον νοιάζει ούτε αυτό. Στόχος του ήταν να παραμείνει ζωντανός και την επόμενη μέρα. Ο κόσμος γύρω του δεν έμοιαζε καθόλου στον παππού του. Ο κόσμος τού είχε διδάξει πως το καθετί έχει την τιμή του, αρκεί να εχεις λεφτά για να το πληρώσεις. Κι αν δεν έχεις, τότε το κλέβεις, το παίρνεις με το ζόρι. Πριν φτάσει στην είσοδο, είδε ένα κορίτσι να ποτίζει τα λουλούδια της αυλής κρατώντας ένα ξύλινο δοχείο. Ήταν πολύ απορροφημένη από αυτό που έκανε, τόσο που δεν τον πήρε είδηση, ενώ αυτός την πλησίαζε.
-Ελέν! ακούστηκε μια φωνή από την πόρτα της εκκλησίας. Έλα μέσα να βοηθήσεις τον Ρισάρ. Θα συνεχίσω εγώ το πότισμα, είπε ο ιερέας, που είχε παρατηρήσει τον ξένο να κοιτάζει τη μικρή με ένα βλέμμα που δεν του άρεσε καθόλου.

Ο Τορκέλ έστριψε να φύγει και σκόνταψε πάνω στον Ρισάρ, που ήδη βρισκόταν πίσω του. Ο Ρισάρ στάθηκε ακίνητος κλείνοντάς του το δρόμο• τον κοίταξε παγερά και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του.
-Ο σωστός προσκυνητής δε φεύγει χωρίς να μπει στην εκκλησία. Έτσι δεν είναι, ξένε; Για να προσκυνήσεις δεν ήρθες; ρώτησε και κοίταζε πότε τον Τορκέλ, πότε την Ελέν, που είχε ξαφνιαστεί, γιατί δεν είχε νιώσει την απειλή, μέχρι να ακούσει τη φωνή του ιερέα. Ο Τορκέλ μπήκε, προσκύνησε και έφυγε άρον άρον.

-Ωραίες γυναίκες έχει αυτή η πόλη, είπε στον Σεμπαστιέν, αργότερα που επέστρεψε στο σπίτι.
-Κόψε τις βλακείες εδώ που ήρθαμε, γιατί δε θα σε βοηθήσω να τη βγάλεις καθαρή αυτή τη φορά. Άκουσες;
-Τι μίζερος που είσαι, δεν ξέρεις να ζεις, του απάντησε ο Τορκέλ με ύφος γεμάτο απαξίωση. Γλίτωσε και η άλλη που γνώρισες εδώ, μάλλον θα βρήκε καλύτερα.
-Ναι, φαίνεται πως δεν ξέρω, είπε ο Σεμπαστιέν, προσπερνώντας την προσπάθεια του Τορκέλ να τον βγάλει εκτός εαυτού. Για αυτό στην Κωνσταντινούπολη δεν έμπαινα να ληστέψω σπίτια αρχόντων για να με κυνηγάνε μετά οι άνθρωποί τους.
-Πώς κάνεις έτσι; Δε θα τους λείψουν μερικά διαμάντια, έχουν πολλά. Δεν τα χρειάζονται, όπως εμείς.
-Δε μιλάω για αυτά, για την κόρη του άρχοντα μιλάω. Που αν αργούσα λίγο να μπω στο δωμάτιο, θα έβαζε τις φωνές και θα μαζευόταν όλη η γειτονιά.
-Α, για αυτήν λες. Σιγά τη γυναίκα. Δέκα βρίσκω σαν κι αυτήν. Πρέπει να βγεις λιγάκι, να δεις τι γυναίκες έχει εδώ γύρω. Αυτήν πάντως έξω από την εκκλησία Ελέν την φώναξε ο παπάς, είπε και έσπασε ένα κομμάτι ψωμί.

Ελέν. Καλά άκουσε, Ελέν. Να ήταν η κόρη του; Πιθανόν, ολόκληρη γυναίκα θα είχε γίνει μετά από τόσα χρόνια. Έσπασε κι ο Σεμπαστιέν ένα κομμάτι ψωμί και βγήκε έξω από το σπίτι για να το φάει, για να μη φανεί η ταραχή του. Άσχημες σκέψεις του έρχονταν μετά από αυτή την κουβέντα. «Ας είναι», μονολόγησε, μήπως καταφέρει να τις διώξει. «Τίποτα κακό δε θα συμβεί. Αρκεί να φύγουμε από εδώ όσο πιο γρήγορα γίνεται».

Στο μεταξύ, ο Ρισάρ προσπαθούσε να βάλει σε σειρά τα γεγονότα και τις σκέψεις μέσα στο κεφάλι του. Έπρεπε να μιλήσει στην Ελέν. Το βλέμμα του ξένου έξω από το ναό ήταν μια ακόμη έννοια, που προστέθηκε σε αυτές που ήδη είχε.
-Θέλω να δεις κάτι μέσα στο ναό. Κάτι που δεν έχεις ξαναδεί, της είπε ένα βράδυ, λίγες μέρες μετά το περιστατικό με τον Τορκέλ.
-Αστεία μου λες, του απάντησε. Τόσα χρόνια εδώ μέσα, δεν υπάρχει γωνιά, που να μην...
-Έλα μαζί μου, της είπε και κρατώντας ένα φανάρι ο καθένας, πήγαν πίσω από την Αγία Τράπεζα. Ο Ρισάρ άνοιξε την καταπακτή και κατέβηκαν στην κρύπτη.
-Τι είναι εδώ; τον ρώτησε. Το ξέρει κανένας άλλος;
-Ο πατέρας Ζαν Μπατίστ κι εμείς.
-Σαν μικρή εκκλησία είναι, είπε η Ελέν και κοίταξε εντυπωσιασμένη το άγαλμα.
-Ναι, ό,τι πρέπει για να σκεφτεί κάποιος ήρεμα. Ο ξένος ξαναφάνηκε; τη ρώτησε ανήσυχος.
-Όχι, δεν τον είδα πουθενά. Μάλλον φοβήθηκε.
-Δεν ξέρω, ίσως. Αυτό δε σημαίνει ότι δε θα ξαναέρθει. Εγώ όμως ίσως χρειαστεί να λείψω για ένα διάστημα.
-Τι εννοείς;
-Η Αλμπερτίν. Έστειλε γράμμα από το Παρίσι. Δεν της φέρονται καλά. Πρέπει να πάω να τη βρω. Κοίτα, της είπε και της έδειξε το γράμμα. Έπεσε από την τσέπη του πατέρα Ζαν Μπατίστ. Αν μας έγραφαν ψέματα τόσα χρόνια, θα...
-Ηρέμησε. Μη φύγεις χωρίς να μιλήσεις με τον πατέρα Ζαν Μπατίστ.
-Θα του μιλήσω. Αλλά θέλω να έρθεις μαζί μου στο Παρίσι. Ο ξένος μπορεί να μείνει στην πόλη καιρό, δεν ξέρω τι έχει στο μυαλό του. Αν όλα πάνε καλά, θα πάρουμε την Αλμπερτίν και θα γυρίσουμε πίσω οι τρεις μας. Τη βλέπεις την Παναγία; τη ρώτησε και της έδειξε το άγαλμα. Την έδωσε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στον πρώτο ιερέα που λειτούργησε στο ναό. Ήξερε ότι χρειαζόμαστε ένα φύλακα. Δε μας άφησε ποτέ, να το ξέρεις.
-Πάμε πάνω; του είπε η Ελέν. Πρέπει να σκεφτούμε.

Ανέβηκαν τη σκάλα, άνοιξαν την καταπακτή και βγήκαν δίπλα στην Αγία Τράπεζα. Είδαν τον ιερέα να ψάχνει κάτι.
-Αυτό ψάχνετε, πάτερ; ρώτησε ο Ρισάρ και του έδωσε το γράμμα.
-Πρέπει να μιλήσουμε, γιε μου. Οι δυο μας.
-Ναι, πρέπει.
-Θέλω να κατέβω να ξαναδώ το άγαλμα, είπε η Ελέν και τους άφησε μόνους.
-Έχεις εξομολογήσει ποτέ σου κάποιον, γιε μου; ρώτησε ο ιερέας τον Ρισάρ. Ήρθε η ώρα να το κάνεις. Μη μου αρνηθείς, σε παρακαλώ. Δεν εμπιστεύομαι άλλον.
Πήγαν προς το εξομολογητήριο. Ο Ρισάρ στη θέση του ιερέα, ο Ζαν Μπατίστ στη θέση του εξομολογούμενου.
-Είμαι 80 χρονών, γιε μου. Δεν έχω πια δυνάμεις, όπως παλιά. Και ο κόσμος σκοτεινιάζει. Δεν ξέρω αν η κόλαση μας περιμένει στην άλλη ζωή ή αρχίζει από αυτήν. Αλλά εσύ δεν πρέπει να νικηθείς από κανένα σκοτάδι. Η Αλμπερτίν πρέπει να γυρίσει εδώ κι εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι. Τόσα χρόνια, προσπαθούσα να φωτίσω τον κόσμο σας. Δεν ξέρω τι κατάφερα, αλλά δεν μπορούσα παραπάνω. Ελπίζω να με συγχωρέσετε. Πρέπει να φέρεις εδώ την Αλμπερτίν. Πρέπει να...
Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
-Σε λίγες μέρες, ξεκιναω για το Παρίσι, τον καθησύχασε ο Ρισάρ. Η Ελέν όμως πρέπει να έρθει μαζί μου. Φοβάμαι ότι ο ξένος θα την ξαναπλησιάσει. Θα με βοηθήσετε να την πείσω;

Μόλις τελείωσε τη φράση του, ένα τσεκούρι καρφώθηκε στο ξύλινο χώρισμα ανάμεσά τους. Ο Ρισάρ βγήκε από το εξομολογητήριο και είδε τον Τορκέλ, που είχε μπει αθόρυβα στην εκκλησία και κρυφάκουγε την εξομολόγηση. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, τράβηξε το τσεκούρι κι αφού κοίταξε δίπλα και βεβαιώθηκε ότι ο ιερέας ήταν καλά, έτρεξε να προλάβει τον Τορκέλ. Δεν ήταν δύσκολο, είχε πιει αρκετά και ζαλιζόταν. Λίγο πριν την πόρτα του ναού, ο Ρισάρ τον τράβηξε από το πανωφόρι, τον έριξε κάτω και αφού κάρφωσε το τσεκούρι σε μια καρέκλα, τον ακινητοποίησε.
-Μια απερισκεψία να κάνεις και θα ξεχάσω πού βρισκόμαστε. Κατάλαβες, φίδι; φώναξε, καθώς του έστριβε το δεξί χέρι στην πλάτη του. Πώς κατάφερες και δεν ακούστηκες; Πανάθεμά σε...
Οι φωνές ακούστηκαν στην κρύπτη και η Ελέν βγήκε δειλά δειλά.
-Κοίτα αν είναι καλά και τρέξτε για βοήθεια, είπε ο Ρισάρ κάνοντάς της νόημα να κοιτάξει τον ιερέα. Αν δεν μπει φυλακή αυτός εδώ, δε θα κοιμηθεί κανένας απόψε, φώναξε και έριξε μια γροθιά στο σβέρκο του Τορκέλ.

Η Ελέν και ο ιερέας πήγαν προς την πόρτα. Μόλις βγήκαν, είδαν έναν άνθρωπο αναίσθητο στη ρίζα ενός δέντρου και απο πάνω του μια λευκή φωτεινή μορφή να του ψιθυρίζει κάτι και μετά, να πετάει ψηλά και να χάνεται. Έτρεξαν προς το μέρος του να δουν ποιος είναι:
-Σεμπαστιέν; είπε ο ιερέας.
-Όχι, μη νικήσει το σκοτάδι, είπε καθώς συνερχόταν.
-Τι λες, γιε μου;
-Ό,τι μου είπατε, πάτερ. Πως δε θα νικήσει ούτε τώρα.
-Δεν το είπα εγώ. Αλλά μη στενοχωριέσαι. Αυτός που σου το είπε, θα κρατήσει το λόγο του, του απάντησε χαμογελώντας.













Η ιστορία ήταν η συμμετοχή μου σε έναν διαγωνισμό φανταστικής λογοτεχνίας με θέμα το σκοτάδι. Η φωτογραφία είναι μια από αυτές που τράβηξα τον Ιανουάριο του 2016 κατά το ταξίδι μου στο Harstad (Βόρεια Νορβηγία). Είναι η καθολική εκκλησία της πόλης, St Sunniva Kirke

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου