αλλιώτικο όνομα. Μπύρα είχε ακούσει να το λένε. Ήθελε να μάθει κι άλλα για αυτό, αλλά δεν έβρισκε τρόπο. Τον εμπόδιζε μια παλιά συμφωνία.
Η πεδιάδα των Επτά Σταγόνων, που βρισκόταν ανάμεσα στο βασίλειό του και το βασίλειο του Ζυθοκλή, ήταν μοιρασμένη γενιές πριν. Το ανατολικό κομμάτι ήταν του Φιλόοινου και το δυτικό του Ζυθοκλή. Σύνορο ανάμεσά τους μια λωρίδα γης να χωρίζει τα αμπέλια τους. Και στο κέντρο της λωρίδας, το «Τρελό Γαϊδούρι», το πανδοχείο, όπου έμεναν όσοι ταξίδευαν από το ένα βασίλειο στο άλλο. Αυτά τα είχαν συμφωνήσει οι πρόγονοί τους αιώνες πριν κι ο Φιλόοινος δεν μπορούσε να τα αλλάξει και να μπει στη γη του Ζυθοκλή. Με τι δικαιολογία; Ότι τον αδίκησαν, γιατί η γη, που του έδωσαν, δεν ήταν γόνιμη; Ήταν. Όπως όλη η πεδιάδα. Επτά σταγόνες μόνο έριξε ο Δίας και άρχισαν να φυτρώνουν τα πρώτα κλήματα. Έτσι πήρε η πεδιάδα το όνομά της.
Μετά από πολλά ξάγρυπνα βράδια – κάτι τα μυστήρια δέντρα, κάτι η κρεβατομουρμούρα της γυναίκας του, της Κίρκης – αποφάσισε να εισβάλλει κρυφά στη γη του Ζυθοκλή μαζί με μερικούς στρατιώτες και να προσπαθήσει να βρει τα δέντρα. Υπήρχε ένα ρίσκο να τους δει κάποιος τυχαία, αλλά δεν ήταν μεγάλο. Φρουροί στο σύνορο των δυο βασιλείων δεν υπήρχαν πια, γιατί η ειρήνη μεταξύ τους κρατούσε από την εποχή της συμφωνίας των προγόνων τους και υπήρχε εμπιστοσύνη. Αυτή την εμπιστοσύνη σκεφτόταν και ο Φιλόοινος, δεν ήθελε να τη χάσει. Ήθελε, όμως, και την Κίρκη χαρούμενη, δεν μπορούσε να την ακούει να κλαίει και να φωνάζει ότι κανείς δεν τη σκέφτεται και όλοι οι άντρες είναι γουρούνια. Ολόκληρη μονομαχία με το Ζυθοκλή είχε κάνει για να την κερδίσει. Της είχε αδυναμία.
Διάλεξε δέκα στρατιώτες και, σε μια μυστική συνάντηση, τους εξήγησε την αποστολή τους. Έπρεπε να μπουν κρυφά στη γη του Ζυθοκλή, να βρουν τα καινούρια δέντρα – τους τα περιέγραψε όσο καλύτερα μπορούσε, δεν τα είχε δει κιόλας- και να του φέρουν καρπούς. Όχι πολλούς, θα άδειαζαν τα δέντρα και κάποιος θα το παρατηρούσε. Δεν έπρεπε να κινήσουν υποψίες. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει μια τυχαία νύχτα, αλλά όταν το σκοτάδι θα ήταν με το μέρος τους.
Κάθε βράδυ, λοιπόν, οι στρατιώτες κρύβονταν κάπου κοντά στο «Τρελό Γαϊδούρι». Περίμεναν να σκοτεινιάσει και το τελευταίο παράθυρο του πανδοχείου και να δουν αν το σκοτάδι ήταν αρκετά πυκνό. Μετά από μια βδομάδα περίπου, στάθηκαν τυχεροί· είχε αρκετή συννεφιά και το φεγγάρι κρυβόταν. Αφού περίμεναν λίγη ώρα για να σιγουρευτούν ότι όλοι στο πανδοχείο κοιμούνταν, ένιωσαν ασφαλείς. Στη γύρω περιοχή, ήταν απίθανο να κυκλοφορεί άνθρωπος τέτοια ώρα. Πέρασαν το σύνορο όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν και βρέθηκαν στη δυτική πλευρά της πεδιάδας των Επτά Σταγόνων.
Αφού περιπλανήθηκαν κάμποση ώρα βλέποντας μόνο κληματαριές, βαρέθηκαν να ψάχνουν. Κάθισαν στο χώμα και κοιτάζονταν. Ένας έβγαλε το φλασκί του να πιει λίγο νερό. Μόλις ξεδίψασε, είπε μες στα νεύρα:
-Είμαστε σίγουροι ότι αυτά τα δέντρα υπάρχουν; Ή ότι είναι φυτεμένα στην πεδιάδα των Επτά Σταγόνων; Μπορεί οι πληροφορίες να μην είναι σωστές.
-Είσαι καινούριος και δεν ξέρεις, του είπε ένας παλιότερος. Αν ήταν απλή φήμη, ο βασιλιάς δε θα μας έστελνε εδώ. Οι πηγές του είναι αξιόπιστες.
-Πανάθεμα την ώρα που ήρθα εδώ να κάνω το στρατιωτικό μου. 56 νησιά μου πρότεινε ο πατέρας μου, που είναι ναυτικός και ξέρει. Εγώ ήθελα να δηλώσω εδώ. Έτσι για να τον τσαντίσω. Να! φώναξε και μουτζώθηκε.
-Μη φωνάζεις, ρε, του ψιθύρισε ο παλιός. Ησυχία, είπαμε.
–Κέρκυρα, Χίος, τόσα νησιά υπάρχουν. Θα κάνω αίτηση για μετάθεση. Μύκονος, γιατί όχι; συνέχισε νευριασμένος.
Οι υπόλοιποι ήταν έτοιμοι να γελάσουν, αλλά τους έκοψε ένας θόρυβος από βήματα. Κοίταξαν προς τα εκεί, που ακούστηκε ο θόρυβος και είδαν να πλησιάζει κάποιος με μια κουκουβάγια στον ώμο του. Κρατούσε έναν αναμμένο δαυλό. Όπως έπεφτε το φως στο πρόσωπό του, έμοιαζε σαν κακομούτσουνο ξωτικό με μεγάλη μύτη και κακιασμένο βλέμμα. «Αργώ», είπε στην κουκουβάγια, «πες και στις άλλες να ορμήσουν». Η κουκουβάγια έβγαλε μια κραυγή και ξαφνικά, βγήκαν από παντού, πολλές κουκουβάγιες και άρχισαν να κυνηγούν τους στρατιώτες. «Μάλλον όλοι μετάθεση θα ζητήσουμε», είπε ένας από τους στρατιώτες, καθώς έτρεχαν πανικόβλητοι για να επιστρέψουν στα εδάφη τους.
Το επόμενο βράδυ, οι δυο βασιλιάδες συναντήθηκαν στο «Τρελό Γαϊδούρι». Υπήρχε ειδικός χώρος για να συναντιούνται, όταν δεν έπρεπε να τους ενοχλήσει κανείς.
-Είχα μια κουβέντα με το φύλακα των αμπελώνων σήμερα το πρωί, είπε ο Ζυθοκλής στο Φιλόοινο, ενώ η αδερφή του, η Καλλιστώ, καθόταν δίπλα του, χωρίς να μιλάει.
-Είναι ανάγκη να το συζητήσουμε μπροστά της; ρώτησε ο Φιλόοινος, δείχνοντας την Καλλιστώ.
-Νομίζεις ότι μπορείς να θέσεις όρους μετά τα χτεσινά; Ό,τι πούμε θα μείνει εδώ. Η αδερφή μου είναι εδώ για να μαθαίνει. Για να μη γίνει σαν….ξέρεις ποια. Αυτή σε έβαλε, έτσι; Πόσα βράδια έμεινες ξάγρυπνος;
-Αρκετά, είπε ο Φιλόοινος χαμηλώνοντας το βλέμμα. Εσύ πού το ξέρεις;
-Την ξέρω περισσότερα χρόνια από σένα. Η αδερφή μου δε θα γίνει έτσι, είπε καθώς έβγαζε τρεις καρπούς από το δισάκι του. Ιδού, οι τρεις ποικιλίες των δέντρων, που λύσσαξε η δικιά σου να βρει. Έρεβος, η πρώτη. Είναι η πιο σκοτεινή από τις σκοτεινές καλλιέργειες. Λάβα, η δεύτερη. Είναι γλυκιά. Θα της αρέσει, αν θες τη γνώμη μου. Και την τρίτη ποικιλία τη λέμε Θέρος. Διάλεξε μία και πες της ότι πολέμησες για να την πάρεις. Θα σταματήσει να σε ζαλίζει για λίγο καιρό. Κουβέντα, όμως, για τις άλλες δυο. Σύμφωνοι; Αλλιώς, δε θα σεβαστώ ούτε εγώ τη συμφωνία των προγόνων μας.
-Σε ευχαριστώ. Δεν περίμενα να είσαι τόσο γενναιόδωρος.
-Δεν είμαι γενναιόδωρος. Αλλά δε θα ξεκινήσω και πόλεμο για τις ανοησίες που ανέχεσαι. Άσε που έχω και τύψεις για κάτι.
-Τύψεις; ρώτησε ο Φιλόοινος.
-Όταν μονομαχήσαμε, είχα δει τι χαρακτήρας ήταν. Δεν θα την άντεχα για πολύ. Ούτε στην Καλλιστώ θα έκανε καλό η παρέα της. Προτιμούσα να παίζει η αδερφή μου με σπαθιά και να μαθαίνει κάτι χρήσιμο. Τι με κοιτάς; Δεν κατάλαβες; Σε άφησα να κερδίσεις, τότε. Αλλά μην ανησυχείς. Κι αυτό μεταξύ μας θα μείνει.
Ο Φιλόοινος κοίταζε αλαφιασμένος. Πολλές πληροφορίες μαζεμένες, ήθελε χρόνο να τις βάλει σε τάξη. Χαιρόταν; Λυπόταν; Προς τα πού έγερνε η πλάστιγγα; Ούτε ο ίδιος ήξερε ακόμη. Πήρε τον καρπό της λάβας, τον έκρυψε, ευχαρίστησε και έφυγε. Η Καλλιστώ και ο Ζυθοκλής τον κοίταζαν αυστηρά. Όταν βγήκε από το «Τρελό Γαϊδούρι», κόντεψαν να πνιγούν από τα γέλια.
-Και κάπως έτσι, αδερφούλα, γλιτώσαμε ένα χαζό πόλεμο.
-Εύκολο ήταν. Και τώρα;
-Τώρα, θα πρέπει να μάθουμε από πού έμαθε για τα μπυρόδεντρα. Σε λίγο, θα έρθει ο Μαρσύας να μας πει τι ξέρει. Ευτυχώς, βλέπει και ακούει πολλά εδώ μέσα.
-Ο Μαρσύας; Αυτός που παίζει αυλό στο «Τρελό Γαϊδούρι»; ρώτησε η Καλλιστώ.
–Λύρα παίζει τώρα. Τον αυλό τον άφησε για να μη θυμώσει ο Απόλλωνας. Έτσι του είπε η Πυθία.
-Καλά, τι νόημα έχει να τον βρούμε αυτόν, που του τα είπε; Αφού του τα είπες κι εσύ για τα μπυρόδεντρα. Τα ξέρει.
-Πρέπει, αδερφούλα. Γιατί αν φτάσαμε κοντά στον πόλεμο για τα μπυρόδεντρα, σκέψου τι θα γίνει, όταν έρθουν τα κακαόδεντρα, της είπε ψιθυριστά.
Η ιστοριούλα αυτή ήρθε δεύτερη σε ένα διαγωνισμό με θέμα την μπύρα. Οι όροι του διαγωνισμού είναι εδώ
ΠΗΓΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου