Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2023

Η αυγή των κρυσταλλανθών

Το αεροπλάνο απογειώθηκε και άφησε πίσω του το Τορόντο. Ο Κρίστοφερ κοίταξε τα σύννεφα έξω από το φινιστρίνι. Κάπως έτσι άρχιζαν τα όνειρα που έβλεπε τους τελευταίους μήνες. Με ένα σεντόνι από σύννεφα να σκεπάζει τα πάντα. Και εκείνος να κοιτάζει από ψηλά σαν να... πετούσε. Μετά από λίγη ώρα, το λευκό σεντόνι διαλυόταν και η απόσταση ανάμεσα σε αυτόν και τη γη μίκραινε. Στην κορυφή ενός λόφου έβλεπε ένα πορφυρό χαλί από λουλούδια, ανάμεσα στα οποία ξεφύτρωναν τα ερείπια ενός κάστρου.

Τα λουλούδια συνέχιζαν να τον πλησιάζουν, μέχρι που κατέληγε να πατά στη γη και να βαδίζει ανάμεσα στα ερείπια. Μετά, η σιωπή έσπαζε από τις ψιχάλες που έπεφταν και τον άνεμο που φυσούσε όλο και πιο δυνατά. Οι σταγόνες έπεφταν πάνω στα πέταλα των λουλουδιών και στα σημεία που άγγιζαν, το χρώμα ξεθώριαζε. Καθώς ο Κρίστοφερ παρακολουθούσε τις αποχρώσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και τα λουλούδια να γίνονται λευκά, μια γυναικεία φωνή πλημμύριζε τον αέρα με ένα απόκοσμο μοιρολόι, που συνόδευε τις σταγόνες της βροχής και τις έκανε να μοιάζουν με δάκρυα.

Η τελευταία εικόνα που έβλεπε πριν ξυπνήσει ήταν τα λουλούδια να γίνονται διάφανα, το έδαφος να έχει μουσκέψει και στο σημείο που στεκόταν, να λάμπει βαθιά κάτω από το χώμα ένα μεταλλικό αντικείμενο, καθώς ο ήλιος ανέτειλε. Δεν προλάβαινε να δει τι ήταν θαμμένο στο χώμα ούτε μπορούσε να προσδιορίσει πόσο χρόνο χρειάζονταν τα λουλούδια από πορφυρά να γίνουν διάφανα. Όσο καλά και να γνώριζε ότι η φάση του ύπνου με τα όνειρα κρατούσε μόνο λίγα λεπτά, το συναίσθημά του αδυνατούσε να δεχτεί ότι ο θρήνος του ουρανού που έκλεβε το χρώμα από τα λουλούδια και τα έκανε να μοιάζουν με κρύσταλλα, ήταν λίγες στιγμές μέσα σε επτά ή οκτώ ώρες ύπνου.

Σταμάτησε να κοιτά τα σύννεφα και ξεφύλλισε ξανά το βιβλίο με τα κάστρα που του δώρισε στα γενέθλιά του ο Λόγκαν, φίλος, συνάδελφος και συμφοιτητής του στην Ιατρική.  Από τους λίγους που γνώριζαν την Ελληνική του καταγωγή, ο Λόγκαν σκέφτηκε ότι το βιβλίο με τα κάστρα της Ελλάδας θα ήταν ένα καλό δώρο για το φίλο του. Και δεν είχε άδικο. Αν και ο Κρίστοφερ δε σπούδασε Ιστορία και προτίμησε να την κρατήσει στην καρδιά του σαν αγαπημένο χόμπι, κάθε βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του το διάβαζε με την ίδια προσήλωση που διάβαζε νευρολογία σε καιρό εξεταστικής. 

Ίσως αυτή η αφοσίωσή του να οφειλόταν στην πολυτέλεια που του έδινε η Ιστορία να αποδρά κατά καιρούς από το παρόν του και το ασφαλές βασίλειο του ορθολογισμού που είχε χτίσει μέσα σε αυτό. Τα βιβλία Ιστορίας τον ταξίδευαν στο παρελθόν κι όσο κι αν εκτιμούσε την Ιστορία σαν επιστήμη, αυτό που τον συγκινούσε ήταν τα κενά της, οι λεπτομέρειες που έλειπαν και έδιναν περιθώριο στη φαντασία να πλάσει μύθους και να δώσει απαντήσεις.

Μυστράς, κάστρο της Μονεμβασιάς, Φορτέτζα Ρεθύμνου, Παλαμήδι, Παλιό Φρούριο Κέρκυρας, Φραγκοκάστελλο, Φρούριο Καράμπαμπα, Αγγελόκαστρο, τελειωμό δεν είχε η λίστα, σκέφτηκε όταν πρωτοάνοιξε το βιβλίο. Ώσπου έφτασε στη σελίδα με το Γυναικόκαστρο και το μάτι του κόλλησε εκεί. Οι εικόνες από αυτό το μάλλον άγνωστο κάστρο της Βόρειας Ελλάδας άνοιξαν την Κερκόπορτα του υποσυνείδητου και τα όνειρα των τελευταίων μηνών εισέβαλαν στην πραγματικότητα. Τα ερείπια στην κορυφή του λόφου υπήρχαν κάπου στη Γη. Υπήρχαν και τον καλούσαν να ταξιδέψει στη χώρα τους και να περπατήσει ανάμεσά τους. Ο Κρίστοφερ χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισε τις ετοιμασίες. Άδεια από την κλινική, διαβατήριο, εισιτήρια, ξενοδοχείο, βαλίτσες, όλα έγιναν αστραπή.

Και η ημέρα του ταξιδιού έφτασε. Καθ' οδόν προς το αεροδρόμιο, σκεφτόταν το όνειρο που του κρατούσε συντροφιά κάθε νύχτα. Όχι, δεν το ένιωθε εφιάλτη. Δεν αισθανόταν τρόμο ούτε απειλή. Και ό,τι άσχημο συναίσθημα του προκαλούσε το σκοτάδι του ονείρου, υποχωρούσε όταν έφτανε στα μάτια του η μυστήρια λάμψη μέσα από το χώμα. Όλες αυτές οι σκέψεις έρχονταν και ξαναέρχονταν, καθώς κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, όπου θα έπαιρνε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Προσπάθησε να τις αφήσει στο πίσω μέρος του μυαλού του και να ξαναδιαβάσει την ιστορία του Γυναικόκαστρου. 

Είχε χτιστεί γύρω στο 1334 από τον Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο. Ήταν σημαντικό για την προστασία της Θεσσαλονίκης από τους Σέρβους. Εκεί μάζευαν τη σοδειά της μακεδονικής πεδιάδας με εντολή του Ανδρόνικου, για να μην βρίσκουν τροφή οι εισβολείς κατά το πέρασμα τους από την περιοχή. Ήταν ασφαλές μέρος για να βρει καταφύγιο κάποιος. Εκεί είχε καταφύγει ο Θεόδωρος Συναδηνός και χίλιοι αριστοκράτες, όταν τους εκτόπισε από την εξουσία το κίνημα των Ζηλωτών το 1342. Εκεί τον ακολούθησε την ίδια χρονιά και ο έπαρχος Ιωάννης Κατακουζηνός μαζί με τους γιους του και το στράτευμα των Καταλανών μισθοφόρων του Χουάν Περάλτα.

Σλάβοι, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Οθωμανοί πέρασαν από το κάστρο. Αν τον ρωτούσαν όμως ποιος σφράγισε την ιστορία του κάστρου, μόνο ένα όνομα θα μπορούσε να σκεφτεί ο Κρίστοφερ: Μαρουλία. Εκείνη που το υπερασπίστηκε πριν το κυριέψουν οι Τούρκοι.Ήταν το 1383 όταν κατέκλυσαν τον κάμπο της Κρηστωνίας. Οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να αφήνουν τα χωριά και να κρύβονται στα κάστρα της Θεσσαλονίκης και τις βουνοκορφές. Ο αρχηγός του στρατού των κατακτητών είχε ακούσει πως υπήρχε κρυμμένο χρυσάφι στο Γυναικόκαστρο, και το ήθελε πάση θυσία. Όταν έμαθε από τους στρατιώτες του ότι μία γυναίκα ακουγόταν στα τείχη να πολεμά και να δίνει διαταγές, έβαλε τα γέλια. Δύσκολο να φανταστεί τι τον περίμενε.

Η Μαρουλία ήταν η χήρα του προηγούμενου διοικητή. Το αγρίμι του κάστρου, όπως την αποκαλούσαν οι στρατιώτες, ένα χρόνο πριν την πολιορκία είχε προστατέψει μόνη της μία αριστοκρατική οικογένεια της Θεσσαλονίκης, που δέχτηκε επίθεση από μισθοφόρους, καθώς διέσχιζε τον Αξιό. Όλοι την εμπιστεύτηκαν, όταν ανέλαβε να οργανώσει την άμυνα του κάστρου. Είχε φροντίσει εγκαίρως να γεμίσουν τη δεξαμενή του κάστρου με νερό από το κοντινό ποτάμι και τα κελάρια με τρόφιμα. Όταν η επίθεση των Τούρκων ξεκίνησε, οι πολιορκημένοι αντιστάθηκαν λυσσαλέα. Πέρασαν αρκετοί μήνες μέχρι το κάστρο να παραδοθεί στον εχθρό.

-Δεν έχουν μείνει και πολλά από το κάστρο. Έπαιρναν υλικά οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία για να φτιάξουν τον οικισμό τους. 

-Πώς είπατε; ρώτησε ο Κρίστοφερ τη κοπέλα που καθόταν δίπλα του στην πτήση από Φρανκφούρτη προς Αθήνα. Απορροφημένος όπως ήταν, δεν την πρόσεξε που κρυφοκοίταζε το κείμενο για το κάστρο. 

-Για τα ερείπια λέω. Δεν θυμίζουν και πολύ την αρχική κατασκευή. Σας ενοχλούν οι λαθραναγνώστες, ε; Συγνώμη, του είπε πριν προλάβει να δει κάποια δυσαρέσκεια στο βλέμμα του. 

-Όχι, δεν... Τι είναι "λαθραναγνώστες"; Τα ελληνικά μου δεν είναι και τόσο... 

-Αυτοί που προσπαθούν να διαβάσουν κρυφά ένα βιβλίο την ώρα που το διαβάζει κάποιος άλλος. Συνήθως ελπίζουν να μην τους πάρει είδηση ο άλλος, απάντησε χαμογελώντας λίγο ενοχικά. 

-Ε, όχι δεν με ενοχλούν. Μάλλον συγκεντρώνομαι σε αυτό που διαβάζω και δεν προσέχω τι κάνουν οι γύρω μου. Ή έχετε πολύ βελτιωμένη τεχνική σαν λαθραναγνώστης, είπε προσπαθώντας να της κάνει ένα κομπλιμέντο για να συνεχιστεί η κουβέντα, την οποία είχε ήδη αρχίσει να απολαμβάνει.

-Ναι, η αλήθεια είναι ότι μικρή ήμουν κάπως αδέξια. Οι γονείς μου με μάλωναν οπότε με έπαιρναν είδηση. Για πλάκα, φυσικά. Μετά, τους άκουγα να γελάνε στο διπλανό δωμάτιο. Ούτε αυτοί κρύβονταν καλά. Πάντως, ναι, με τα χρόνια βελτιώθηκα. Κάθε λαθραναγνώστης που σέβεται τον εαυτό του βελτιώνεται.

Ο Κρίστοφερ άφησε στην άκρη το βιβλίο του. Το Γυναικόκαστρο μπορούσε να περιμένει. Η Χλόη ήξερε να γίνεται ευχάριστη χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Χλόη την έλεγαν λοιπόν. Μετανάστρια τρίτης γενιάς, όπως και ο ίδιος. Τα ελληνικά της όμως ήταν αρκετά καλύτερα από τα δικά του, αφού συνέχιζαν να τα μιλούν μέσα στην οικογένειά της. Είχε σπουδάσει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Μόλις είχε πάρει το πτυχίο της και σκόπευε να το γιορτάσει με ένα ταξίδι στη Βόρεια Ελλάδα. Θα επισκεπτόταν και το Γυναικόκαστρο, μία και ήταν κοντά στα μέρη της καταγωγής της. Πρώτα όμως θα έμενε κάποιες μέρες στην Αθήνα για να συναντήσει κάτι φίλους.

Όσο του μιλούσε, τον είχε συνεπάρει ο ενθουσιασμός της. Τα μέρη που του περιέγραφε δεν του ήταν άγνωστα. Και η δική του οικογένεια κάπου στην ευρύτερη περιοχή ζούσε, πριν μεταναστεύσει στον Καναδά. Οι πρόγονοί τους ήταν σχεδόν συντοπίτες. Βέβαια, ο ίδιος δεν της είπε λεπτομέρειες για το λόγο του ταξιδιού του. Μόνο ότι το είχε ανάγκη για να ξεφύγει από τη ρουτίνα της δουλειάς του, πράγμα που είχε μεγάλη δόση αλήθειας. Εξάλλου θα ξαναβρίσκονταν, μια και τα ξενοδοχεία στα οποία θα έμεναν ήταν σχετικά κοντά. Ας έμενε και κάτι να πούνε τότε. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και μέσα κοινωνικής δικτύωσης και βγήκαν από το αεροδρόμιο.

Και τότε συνέβη κάτι που τον αιφνιδίασε. Το κινητό της Χλόης χτύπησε. Ήταν η φίλη της που θα ερχόταν να την πάρει από το αεροδρόμιο. Μέχρι να ανοίξει την τσάντα, να βρει το κινητό και να απαντήσει, είχε ακουστεί ο ήχος κλήσης δύο φορές. Ήταν ίδιος με το μοιρολόι που άκουγε προς το τέλος του ονείρου του. Κοίταζε αμήχανος τη Χλόη, όσο εκείνη προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τη φίλη της για να καταλάβει πού είχε παρκάρει.

-Περίμενε σε παρακαλώ, της είπε όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Τι μελωδία είναι αυτή; Είμαι σίγουρος ότι την έχω ξανακούσει.

-Πού; Στα όνειρά σου; τον ρώτησε με ένα ανέμελο χαμόγελο, χωρίς να φαντάζεται πόσο μέσα είχε πέσει.

-Ναι. Άκουσέ με. Είναι αδύνατο να ταξιδέψουμε μαζί με το τρένο για Βόρεια Ελλάδα. Εγώ θα ανέβω αργότερα, έχω να δω κάποιους ανθρώπους πρώτα. Μπορούμε όμως να πάμε μαζί στο Γυναικόκαστρο; Θα περιμένεις δύο μέρες;

-Εντάξει, του είπε, αφού επεξεργάστηκε την απάντησή του για λίγες στιγμές. Θα περιμένω. Το τραγούδι της Μαρουλίας είναι αυτό που άκουσες. Όταν πάμε στο κάστρο, θα σου εξηγήσω. Και για το τραγούδι και για την αυγή των κρυσταλλανθών. Στείλε μου μήνυμα, όταν ανέβεις.

Κρυσταλλανθοί; Τι ήταν αυτό πάλι; Σκέφτηκε τα λουλούδια του ονείρου που ξεθώριασαν την ώρα της ανατολής. Ήταν κάτι που είχε συμβεί παλιά ή κάτι που επρόκειτο να γίνει; Εντυπωσιακή λέξη πάντως, παρόλο που το διαδίκτυο δεν τον βοήθησε να τη συνδέσει με κάποιο μύθο ή κάποια ιστορία. Η Χλόη φαινόταν να ξέρει πολλά που δεν υπήρχαν γραμμένα σε κάποιο βιβλίο και για καλή του τύχη, φαινόταν πρόθυμη να τα μοιραστεί. Ξαφνικά ένιωσε να συμμετέχει μαζί της σε ένα σενάριο γεμάτο συνωμοσία και συνενοχή, σε μια ταινία που εκτυλισσόταν στα παρασκήνια του κόσμου.

Όταν η Χλόη τού θύμισε το περιστατικό με τους μισθοφόρους που κυνήγησε η Μαρουλία ένα χρόνο πριν την πολιορκία, συνειδητοποίησε πόσο λίγα ήξερε για αυτό. Ανάμεσα στα άλλα, του ανέφερε ένα σπαθί. Αυτό που η Μαρουλία είχε κρατήσει λάφυρο από τον πιο αιμοσταγή των μισθοφόρων. Όταν τον σκότωσε, οι λίγοι που είχαν καταφέρει να μείνουν αλώβητοι τράπηκαν σε φυγή. Το σπαθί δεν βρέθηκε ποτέ. Η Χλόη θυμόταν ιστορίες που της έλεγαν ο παππούς και η γιαγιά της. Έμοιαζαν με παραμύθια αλλά δεν ήταν σίγουρη για αυτό. Της είχε μείνει η υποψία ότι ήταν αληθινές και ότι το σπαθί βρισκόταν κάπου μέσα στο κάστρο.

Όλα του τα εξήγησε η Χλόη όταν ο Κρίστοφερ ανέβηκε στο βορρά. Ό,τι θυμόταν, του το αφηγήθηκε κι ό,τι υπήρχε για να διαβάσει, του το έδωσε. Και αυτός της είπε για το όνειρο που έβλεπε κάθε νύχτα. Μάλλον πλησίαζε η ώρα να το δει και ζωντανά. Ίσως αυτός να ήταν ο τρόπος να απαλλαγεί από αυτό. Συνδύασαν και μελέτησαν όλες τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους. Οκτώβρη του 1383 είχε αρχίσει η πολιορκία. Περίπου ένα χρόνο νωρίτερα έδωσε η Μαρουλία τη μάχη στον Αξιό. Σίγουροι εντελώς δεν μπορούσαν να είναι, αλλά αποφάσισαν να βρίσκονται στα ερείπια του κάστρου για να δουν την πρώτη ανατολή του Οκτώβρη. Έπρεπε να είναι ξεκούραστοι, για αυτό, το τελευταίο βράδυ του Σεπτέμβρη φρόντισαν να κοιμηθούν νωρίς.

Ξύπνησαν γύρω στις τέσσερις για να προλάβουν την ανατολή. Την ώρα που ανέβαιναν στο λόφο, ένιωσαν ψιχάλες στο δέρμα τους. "Αρχίζει", της είπε ο Κρίστοφερ. Η Χλόη χαμογέλασε συγκρατημένα. Όσο επιτάχυναν το βήμα τους, τόσο έβλεπαν τα κόκκινα λουλούδια να πυκνώνουν. Ο Κρίστοφερ ήταν πλέον βέβαιος ότι βρισκόταν στο σωστό μέρος. Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, είδαν τις ψιχάλες να γίνονται μπόρα, το αεράκι άνεμος δυνατός και τα σπίτια γύρω από το λόφο φωτεινές κουκίδες. Κάποιοι άναψαν τα φώτα και βγήκαν στα παράθυρα να ακούσουν το τραγούδι της Μαρουλίας.

-Κοίτα, του είπε η Χλόη. Κανείς δε βγαίνει από τα σπίτια. Αφήνουν το αγρίμι του κάστρου να κάνει τη βόλτα του στη γη και να ξαναφύγει ήσυχο.

Οι σταγόνες κυλούσαν πάνω στα λουλούδια, σβήνοντας και την τελευταία στάλα από το χρώμα τους. Τότε, ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει, το σπαθί της Μαρουλίας έλαμψε από τα βάθη της γης και το φως του πέρασε μέσα από τα κρυσταλλένια πέταλα. Κι ενώ ο Κρίστοφερ παρακολουθούσε εκστασιασμένος, η Χλόη έτρεξε στο σημείο που ήταν θαμμένο το σπαθί. Έσυρε το πόδι της γύρω του, φτιάχνοντας ένα κυκλικό αυλάκι.

-Εδώ, είπε. Εδώ να βάλουμε πέτρες να το κυκλώσουμε, για να μη χάσουμε το σημείο, όταν θα σβήσει το φως του σπαθιού.



Το διήγημα αυτό ήταν η συμμετοχή μου στον 12ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2023 που διοργάνωσε η UNESCO και απέσπασε έπαινο στην κατηγορία "Παιδικό - Νεανικό Διήγημα". Οι φωτογραφίες προέρχονται από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου