Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Το είδωλο του καταρράκτη

Η νύχτα που πέρασε ήταν δύσκολη. Ξαναήρθαν οι εφιάλτες του πρώτου καιρού, τότε που το Μαγικό Ελάφι πέθανε μαζί με το παιδί τους πάνω στη γέννα. Είκοσι χρόνια μετά, είχε μάθει να ζει με τη θλίψη του. Πενήντα δύο χρονών ήταν πλέον. Τότε, όμως, ήταν αβάσταχτο αυτό που ζούσε και...
ήταν αδύνατο να ξεχάσει πόσο υπέφερε. Όποτε προσπαθούσε να κοιμηθεί, έβλεπε μπροστά του το πρόσωπό της και όπου το άγγιζε, άνοιγε πληγή και το αίμα σκέπαζε την όψη της. Τι νόημα είχε να κοιμηθεί; Αφού κάθε του όνειρο ήταν γεμάτο θάνατο. Έβγαινε από την καλύβα του, ανέβαινε στο άλογο και έτρεχε όλη νύχτα. Χανόταν στο δάσος και όταν ήταν σίγουρος ότι δεν τον άκουγε κανείς, έκλαιγε, έκλαιγε μέχρι να βγει ο ήλιος. Μπορούσε να περάσει μερόνυχτα ολόκληρα ξάγρυπνος για να γλιτώσει από τους εφιάλτες.

Μια νύχτα, έφτασε στην άλλη πλευρά του δάσους και βρέθηκε μπροστά στον καταρράκτη. Πρώτη φορά είχε απομακρυνθεί τόσο, χωρίς να έχει τροφή μαζί του. «Εδώ πρέπει να τελειώσει», σκέφτηκε. Κατέβηκε από το άλογο και το έδιωξε. Γονάτισε μπροστά στον καταρράκτη και προσευχήθηκε στο Πνεύμα του Δάσους. Ήθελε να πεθάνει. Δεν τον ένοιαζε αν θα τον έβρισκαν λύκοι για να κατασπαράξουν το κουφάρι του, ούτε άν θα τον μάζευαν οι άνθρωποί του για να τον κηδέψουν όπως όριζαν οι νόμοι των προγόνων τους. Ήθελε να τελειώσει αυτό που ζούσε. Προσευχόταν και έκλαιγε γονατιστός για ώρα, μέχρι που δεν άντεξε και έβγαλε από μέσα του μια κραυγή πόνου τόσο δυνατή, που έσκισε τον αέρα. Η φύση γύρω του σώπασε, σαν να πάγωσαν όλα.

-Σήκω όρθιος, Γκρίζο Σύννεφο, άκουσε μια βαθιά φωνή να του μιλάει. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε ίσια μπροστά του. Η επιφάνεια των νερών του καταρράκτη είχε χάσει τους κυματισμούς της, ήταν λεία σαν πάγος και πάνω σε αυτήν υπήρχε το είδωλο ενός λύκου. Κοίταξε διερευνητικά γύρω του και μετά, ξανά το λύκο. Δική του ήταν η φωνή; Μάλλον. Κανένα άλλο ζωντανό πλάσμα δε φαινόταν να τριγυρίζει εκεί γύρω.
-Θέλω να φύγω, είπε το Γκρίζο Σύννεφο, περιμένοντας να δει αν θα έπαιρνε απάντηση από το είδωλο. Θέλω να ξαναβρώ το Μαγικό Ελάφι.
-Θα φύγεις, του απάντησε ο λύκος, αλλά όχι τώρα. Η φυλή σου σε χρειάζεται, δεν μπορείς να την αφήσεις χωρίς αρχηγό. Η γυναίκα σου το ξέρει αυτό, δε θέλεις να την κάνεις περήφανη, πριν πας σε αυτήν;
-Πονάω πολύ, μουρμούρισε, ενώ συνέχισε να δακρύζει.
-Όσο το Πνεύμα του Δάσους είναι δίπλα σου, μη φοβάσαι τον πόνο. Δε θα είναι πάντα το ίδιο σκληρός. Θα περνά ο καιρός και σιγά σιγά θα παίρνει τον πόνο μακριά από εσένα.

Το είδωλο χάθηκε μετά τα τελευταία λόγια. Υδάτινα κύματα ξαναεμφανίστηκαν στην επιφάνεια του καταρράκτη και το Γκρίζο Σύννεφο κοίταζε με απορία. Συνέβη στα αλήθεια; Ή το μυαλό του είχε μεθύσει από το πένθος; Κοίταξε γύρω του. Είδε το άλογό του κοντά σε κάτι θάμνους. Δεν τον είχε εγκαταλείψει. Το πλησίασε και ανέβηκε στη ράχη του. Με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει, κατάφερε να επιστρέψει στην καλύβα του. Κατέβηκε από το άλογο, σύρθηκε μέχρι το στρώμα του και κοιμήθηκε.

-Γκρίζο Σύννεφο, είσαι καλά; άκουσε μια γνώριμη φωνή που τον ξύπνησε μετά από αρκετές ώρες. Ήταν ο αδερφός του, ο Άγριος Ποταμός.
-Ξημέρωσε; ρώτησε το Γκρίζο Σύννεφο.
-Ναι, δύο φορές. Βρήκε ευκαιρία και το άλογο να ξεκουραστεί μια νύχτα, είπε αστειευόμενος, προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να φτιάξει τη βαριά διάθεση και των δύο. Πάνε έξι μήνες από τότε που χάθηκαν. Η καλύβα σου σπάνια σε βλέπει τα βράδια. Γιατί δε θέλεις να έρχομαι να κοιμάμαι καμιά φορά εδώ;
-Γιατί θα είσαι μακριά από την οικογένειά σου. Και δεν πρέπει. Εξάλλου δε θα είναι πάντα τόσο δύσκολο. Θα περάσει ο καιρός και θα έρθει η γαλήνη. Θα ξεκουραστεί και το άλογο τότε, απάντησε δείχνοντας ότι κατάλαβε το αστείο του.
Το Γκρίζο Σύννεφο προσπαθούσε να επαναλάβει πειστικά, ό,τι του είχε πει ο λύκος, χωρίς να τα πολυνιώθει. Είχε όμως την ελπίδα, ότι το μήνυμα που του έστελνε το Πνεύμα του Δάσους μέσα από το είδωλο του καταρράκτη δεν ήταν ψεύτικο. Ήταν στήριγμα για αυτόν τα λόγια του λύκου.
-Έλα να φάμε όλοι μαζί το μεσημέρι, είπε ο Άγριος Ποταμός. Τα μικρά θέλουν να σε δουν, δε θα τους το αρνηθείς.

Το Γκρίζο Σύννεφο δεν έφερε αντίρρηση. Η γυναίκα του αδερφού του, η Κόκκινη Αλεπού ήταν διακριτικός άνθρωπος, ήξερε να συμπαραστέκεται χωρίς να μιλά πολύ. Δεν τον έφερε ποτέ σε δύσκολη θέση με δυσάρεστες ερωτήσεις, ειδικά τον καιρό που άλλοι άνθρωποι του έλεγαν να ξεχάσει το Μαγικό Ελάφι και να βρει καινούρια γυναίκα. Έπρεπε να κάνει παιδιά, του έλεγαν, για να μη μείνει η φυλή του χωρίς αρχηγό.

Μόλις τα ανίψια του, ο Χορευτής του Ήλιου και ο Μικρός Λαγός, τον είδαν να πλησιάζει την καλύβα μαζί με τον πατέρα τους, έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν. Αφού έφαγαν, η Κόκκινη Αλεπού έριξε ένα βλέμμα στον άντρα της σαν να περίμενε την έγκρισή του. Ο Άγριος Ποταμός τής έγνεψε συγκαταβατικά.
-Έχω να σας πω καλά νέα, είπε κοιτάζοντας τους συνδαιτυμόνες. Σε λίγους μήνες θα έχουμε καινούριο μέλος στην οικογένεια. Και θελω να το καλοδεχτείτε.
Όλοι χαμογέλασαν, ακόμη και το Γκρίζο Σύννεφο. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε τη ζωή του να φωτίζεται από τότε που έχασε τη δική του οικογένεια. Ακόμη και είκοσι χρόνια μετά, σκεφτόταν αυτή τη στιγμή και ένιωθε καλύτερα. Τα λόγια της Κόκκινης Αλεπούς ήταν το φάρμακο που έδιωχνε τη θλίψη του, κάθε φορά που ξαναέρχονταν στον ύπνο του οι παλιοί εφιάλτες.
-Ξέρεις, μπορώ να βοηθήσω τα αγόρια να μάθουν να ιππεύουν, της είπε. Είναι αρκετά μεγάλα για να με ακολουθήσουν και εσύ θα έχεις περισσότερο χρόνο για να ξεκουράζεσαι μέχρι να γεννήσεις, είπε το Γκρίζο Σύννεφο.
Ο αδερφός του τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
-Είσαι σίγουρος ότι το θέλεις;
-Σίγουρος είμαι. Η γαλήνη θα έρθει, αλλά όχι από μόνη της. Πρέπει να της ανοίξει κάποιος το δρόμο.

Ο αδερφός του τον κοίταζε με συγκρατημένη χαρά. Ήταν πολύ περίεργος να δει αν το Γκρίζο Σύννεφο θα έβγαινε από το σκοτάδι που ζούσε τους τελευταίους μήνες. Πραγματικά, τις μέρες που ακολούθησαν, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Τον έβλεπε να μαθαίνει στα παιδιά πώς να πλησιάζουν τα άλογα, πώς να τα καβαλικεύουν και πώς να εξερευνούν το δάσος μαζί τους. Το Γκρίζο Σύννεφο ξαναγύριζε σιγά σιγά στον κόσμο των ζωντανών και άφηνε τους ανθρώπους να τον πλησιάζουν. Οι μέρες του γίνονταν όλο και πιο ανθρώπινες και τις νύχτες άρχισε να κοιμάται. Δεν ήταν πάντα το ίδιο ήρεμος, αλλά κανείς δεν περίμενε να φτιάξουν όλα μέσα σε λίγες μέρες.

Μετά από λίγους μήνες η Κόκκινη Αλεπού γέννησε. Το Γκρίζο Σύννεφο είχε πλέον και μια ανιψιά να νοιάζεται. Τον πρώτο καιρό δεν έκανε και πολλά, μόνο παρακολουθούσε τον αδερφό του και τη γυναίκα του να την φροντίζουν και να παίζουν μαζί της. Ήταν μικροσκοπική και ελαφριά σαν φτερό και τα μάτια της ήταν τόσο μαύρα που έμοιζαν με σκούρες κουκίδες πάνω στο ανοιχτόχρωμο δέρμα του προσώπου της. Αποφάσισαν να την ονομάσουν Λευκό Φτερό.

Τα χρόνια περνούσαν και σιγά σιγά η μικρή ζητούσε να κάνει ό,τι και τα αδέρφια της. Ζήλευε που τους έβλεπε να ακολουθούν το θείο τους στο δάσος. Το Γκρίζο Σύννεφο άρχισε να την εκπαιδεύει όπως και τα αγόρια. Στην αρχή τα αγόρια την πείραζαν και η μικρή στενοχωριόταν χωρίς να μιλάει. Το Γκρίζο Σύννεφο έκανε πως δεν έβλεπε. Παρακολουθούσε όμως, και αυτό που ήθελε να δει ήταν κάποιο ξέσπασμα της μικρής. Ένιωσε πολύ περήφανος, όταν μια μέρα που ο μεγάλος της αδερφός έμπαινε μπροστά της για να μην την αφήσει να ανέβει στο άλογο, το Λευκό Φτερό γονάτισε και αντί να γκρινιάξει ή να κλάψει, πήρε μια χούφτα χώμα και του την πέταξε. «Εμένα δε θα με πειράζεις!» του φώναξε θυμωμένη. Ο Χορευτής του Ήλιου ξαφνιάστηκε και δεν είπε κουβέντα. Ο Μικρός Λαγός πήγε να γελάσει, αλλά ο θείος του τού έκανε νόημα να σωπάσει. Η μικρή είχε σπίθα μέσα της κι αυτό δεν κρυβόταν.

Τα αγόρια μεγάλωσαν και άρχισαν να γίνονται ανεξάρτητα. Ήρθε η ώρα που πήγαιναν ακόμη και για κυνήγι χωρίς να χρειάζονται κάποιον μεγαλύτερο μαζί τους. Τότε το Γκρίζο Σύννεφο είχε περισσότερο χρόνο για την ανιψιά του. Η μικρή ήταν ασυνήθιστα εύστροφη και διψούσε για γνώση. Ήθελε να καταφέρνει τα πάντα και να συμμετέχει σε ό,τι γινόταν γύρω της. Βοηθούσε τους γονείς της στις δουλειές του σπιτιού με το ίδιο κέφι που εξερευνούσε με το θείο της τη φύση για να της δείξει όλα τα είδη φυτών και ζώων που ήξερε ο ίδιος. Ο θείος της χαιρόταν να περνά ώρες μαζί της. Ακόμη και όταν η μικρή έγινε δεκαεννιά ετών και το Γαλάζιο Αστέρι, ένας συνομίληκός της γείτονας άρχισε να διεκδικεί την προσοχή της, η μικρή δεν έβαλε ποτέ σε δεύτερη μοίρα το θείο και την υπόλοιπη οικογένειά της.

Κάποιες φορές, το Γκρίζο Σύννεφο αναρωτιόταν μήπως όλα αυτά τα έκανε από ανταγωνισμό για να ξεπεράσει τα αδέρφια της, επειδή γνώριζαν πράγματα πριν τα μάθει και εκείνη. «Μπα, μια φορά τσακώθηκαν όλη κι όλη, τότε που ο Χορευτής του Ήλιου δεν την άφηνε να ανέβει στο άλογο. Θα μεγαλώσει λίγο ακόμη και θα είναι καλή ομάδα οι τρεις τους», σκέφτηκε και φαντάστηκε τα ανίψια του να αναλαμβάνουν όλο και περισσότερες δουλειές για να ξεκουράσουν τους γονείς τους.

Ένα απόγευμα που το Γκρίζο Σύννεφο είχε βγει στο δάσος με την ανιψιά του, συνέβη κάτι που τον ξάφνιασε. Είδε το Λευκό Φτερό να στέκεται μπροστά στον καταρράκτη και να κοιτάζει με μεγάλη προσήλωση. Οι εκφράσεις του προσώπου της άλλαζαν σαν να άκουγε να της μιλάει κάποιος. Δεν την ενόχλησε. Πήγε και κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους. Όταν η μικρή σταμάτησε να κοιτάζει προς τον καταρράκτη, το Γκρίζο Σύννεφο πήγε προς το δάσος να φέρει τα άλογα.

-Θείε, μιλάνε οι αετοί; ρώτησε το Λευκό Φτερό κατά τη διαδρομή προς την καλύβα. Το Γκρίζο Σύννεφο ξαφνιάστηκε με τη γαλήνη της φωνής της. Θυμήθηκε πόσο είχε ταραχτεί εκείνος την πρώτη φορά που του μίλησε το είδωλο του λύκου.
-Μιλάνε, μικρή μου, αλλά μόνο σε εσένα. Χάρηκες που σου μίλησε ο αετός; τη ρώτησε προσπαθώντας να βρει μάταια έστω και ίχνη φόβου στη φωνή της.
-Ναι, απάντησε ήρεμα το Λευκό Φτερό, αφού το σκέφτηκε για λίγο.
-Θα σου ξαναμιλήσει τότε, της είπε χαμογελώντας. Μόνο που καλό θα ήταν να το κρατήσουμε μυστικό προς το παρόν. Είναι πολύ νωρίς για να μάθουν όλοι ότι σου μιλάει το Πνεύμα του Δάσους. Σύμφωνοι;

Η μικρή συμφώνησε και ξεκίνησαν για το σπίτι. «Τι γίνεται τώρα;» σκέφτηκε το Γκρίζο Σύννεφο. Προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Η μικρή ήταν ξεχωριστή. Τόσο ξεχωριστή που το Πνεύμα του Δάσους την επέλεξε και επικοινώνησε μαζί της. Προσπαθούσε να θυμηθεί τα λόγια του λύκου: «Η φυλή σου σε χρειάζεται, δεν μπορείς να την αφήσεις χωρίς αρχηγό». Δηλαδή τόσο καιρό εκπαίδευε το διάδοχό του; Περηφάνεια και αμηχανία ένιωθε να αντιπαλεύουν η μία την άλλη για να κερδίσουν χώρο μέσα στην καρδιά του. Περήφανος ήταν για την ανιψιά του. Πανέξυπνο πλάσμα, χαρισματικό, με θέληση, ό,τι έβαζε στο μυαλό της το κατάφερνε. Αλλά πώς θα τη δέχονταν για αρχηγό; Αιώνες τώρα κάθε αρχηγός όριζε σαν διάδοχο έναν γιο του, όποιον θεωρούσε πιο ικανό. Τώρα; Ήταν η στιγμή να προσπαθήσει να αλλάξει κάτι τόσο παλιό ή θα υψώνονταν εμπόδια στο δρόμο του;

Και ο αετός του καταρράκτη; Τι μπορούσε να σημαίνει; Ο λύκος για το Γκρίζο Σύννεφο ήταν ο αγγελιαφόρος που ήξερε να σέβεται τη μοναξιά του. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το Μαγικό Ελάφι, μόνος θα πορευόταν μετά το θάνατό της. Και το Πνεύμα του Δάσους τον άφησε να ζήσει το πένθος του. Τον καιρό που κάποιοι περίμεναν από αυτόν να επιδιώξει να αποκτήσει απόγονο για να μην τους αφήσει χωρίς αρχηγό, ήρθε το είδωλο του μοναχικού λύκου για να του δείξει ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος. Ο αετός όμως; Τι σήμαινε για το μέλλον της μικρής; Τι μήνυμα προσπαθούσε να της στείλει το Πνεύμα του Δάσους; Δύναμη; Μεγαλοπρέπεια; Φυγή; Αυτό έμελλε να το ανακαλύψουν οι δυο τους λίγο καιρό αργότερα.

Τους επόμενους μήνες, οι επισκέψεις στον καταρράκτη συνεχίστηκαν. Το είδωλο του αετού προετοίμαζε το Λευκό Φτερό για αυτά που θα έρχονταν και η μικρή τα συζητούσε με το θείο της. «Εχθροί θα εμφανιστούν», της είπε ο αετός. «Τα όπλα τους θα σκορπίσουν φωτιά και θάνατο και η γη σας θα περάσει στα χέρια τους. Ξαφνικά θα γίνουν όλα, δε θα προλάβετε να τους πολεμήσετε. Μόνο η φυγή θα σας σώσει». Το Λευκό Φτερό προσπαθούσε να φτιάξει εικόνες μέσα στο μυαλό της. Τι σόι όπλα πετούν φωτιά; Σκεφτόταν τις ιστορίες που οι πρόγονοί της έριχναν στους εχθρούς βέλη που στην κεφαλή τους είχαν αναμμένη φωτιά. Να είχαν τέτοια όπλα και οι εχθροί που θα έρχονταν; Ή άλλα χειρότερα; «Μη βασανίζεις το μυαλό σου», την καθησύχαζε ο θείος της, κάθε φορά που του εμπιστευόταν τα λόγια του αετού. «Όσο το Πνεύμα του Δάσους μας προστατεύει, θα τα καταφέρουμε. Αρκεί να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε».

Ο καιρός περνούσε και η προετοιμασία του Λευκού Φτερού προχωρούσε με ήρεμους ρυθμούς. Το Γκρίζο Σύννεφο καμάρωνε την ανιψιά του. Φοβόταν όμως την ώρα που θα έπρεπε να την χρίσει αρχηγό. Κάποιες στιγμές σκεφτόταν πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα, αν είχε γιο ή αν το Πνεύμα του Δάσους επέλεγε για διάδοχο το Χορευτή του Ήλιου ή το Μικρό Λαγό. Ντρεπόταν όμως για τις σκέψεις του αυτές, ήξερε πως ήταν άδικες. Το Λευκό Φτερό ήταν από τους πιο χαρισματικούς ανθρώπους που είχε δει από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Καθήκον του ήταν να τη στηρίξει. Και αυτό είχε σκοπό να κάνει.

Μια μέρα ετοιμάστηκε να πάει μόνος του στον καταρράκτη. Δεν το έκανε πλέον συχνά αυτό. Θα ήταν και για τη μικρή μια καλή ευκαιρία να περνά χρόνο με την οικογένειά της. Ή με το Γαλάζιο Αστέρι. Αλήθεια, της έκανε καλό η παρουσία του στη ζωή της. Ήξερε να είναι δίπλα της χωρίς να κλέβει από το χρόνο της. Άραγε να του είχε πει η μικρή για τον αετό του καταρράκτη; Μάλλον όχι, ήξερε να σέβεται αυτά που είχαν συμφωνήσει, πάντα σεβόταν. Και το Γαλάζιο Αστέρι ήξερε να σέβεται, είχε καθαρό βλέμμα, το βλέμμα του έντιμου σύμμαχου. Το Γκρίζο Σύννεφο χαιρόταν να τον βλέπει μαζί με την ανιψιά του, κι ας μην έβρισκε τις σωστές λέξεις για να της το πει.

-Καιρό έχουμε να μιλήσουμε, του είπε ο λύκος.
-Ναι, το Λευκό Φτερό έχει κάνει μεγάλη πρόοδο. Σε λίγο καιρό, θα...
-Είναι έτοιμη. Μέχρι την επόμενη σελήνη η φυλή θα έχει αλλάξει αρχηγό.
-Πρώτη φορά θα χριστεί γυναίκα αρχηγός, και μάλιστα σε τόσο μικρή ηλικία. Φοβάμαι μήπως κάποιοι δεν τη δεχτούν.
-Δεν έχει σημασία για το Πνεύμα του Δάσους. Η φυλή θα έχει νέο αρχηγό. Μέχρι την επόμενη σελήνη, είπε αυστηρά ο λύκος και εξαφανίστηκε.
Το Γκρίζο Σύννεφο έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένος τον καταρράκτη. Έπρεπε να επισπεύσει αυτά που είχε στο μυαλό του. Η μικρή ήταν έτοιμη, δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει. Πώς θα ήξερε όμως τι αντιδράσεις θα συναντούσε; Δεν είχε πάρει καμία απάντηση για αυτό. Ανέβηκε στο άλογο για να γυρίσει στην καλύβα του.

Στο δρόμο της επιστροφής, συνάντησε το Γρήγορο Βέλος, έναν γείτονα, με τον οποίο πήγαινε για κυνήγι παλιότερα. Είχε βγει με το γιο του, τη Μικρή Αρκούδα, για να συνηθίσει ο μικρός το καινούριο άλογό του. Τον χαιρέτισε. Το Γρήγορο Βέλος του ζήτησε να πάνε για κυνήγι, όπως παλιά, και να ακολουθήσει και η Μικρή Αρκούδα. Ήταν καιρός να αρχίσει και ο γιος του να μαθαίνει. Το Γκρίζο Σύννεφο χάρηκε. Και γιατί θα έκανε κάτι που του έδινε χαρά και γιατί ίσως κατάφερνε να μάθει τι γνώμη είχε για το Λευκό Φτερό κάποιος άνθρωπος πέρα από τον οικογενειακό του κύκλο.

-Ξέρεις, είπε στο φίλο του, αύριο το πρωί μπορούμε να πάμε. Μήπως να έλεγα και στην ανιψιά μου; Μπορεί να θέλει να μας ακολουθήσει, είπε λίγο διστακτικά, περιμένοντας να δει τις αντιδράσεις του Γρήγορου Βέλους και της Μικρής Αρκούδας.
-Ίσως να μην είναι τόσο καλή ιδέα, είπε το Γρήγορο Βέλος, αφού έριξε μια γρήγορη ματιά στο γιο του και τον είδε να δυσανασχετεί. Παλιότερα δοκίμασε η μητέρα του να ακολουθήσει και κινδύνεψε. Η Μικρή Αρκούδα την είδε τραυματισμένη και τρόμαξε, είχε εφιάλτες για καιρό.
Το Γκρίζο Σύννεφο δεν επέμεινε. Μπορεί να μην ήταν η σωστή στιγμή να το προτείνει. Τους ακολούθησε όμως την επόμενη μέρα. Ο μικρός προσπαθούσε, αλλά δεν ήταν έτοιμος ακόμη, είχε πολλά να μάθει. Αν ήταν μαζί τους και το Λευκό Φτερό, θα τον έκανε να νιώσει ακόμη πιο άσχημα. Το Γρήγορο Βέλος χτύπησε ένα λαγό και έστειλε τη Μικρή Αρκούδα να τον πάει στη μητέρα του. Όταν έμεινε μόνος με το φίλο του, έγινε αρκετά πιο ομιλητικός. Του είπε πόσο ανησύχησε εκείνη τη φορά που κινδύνεψε η γυναίκα του και πόσο δυσκολεύτηκε ο μικρός να το ξεπεράσει. Κάποια στιγμη, η κουβέντα έφτασε και στο Λευκό Φτερό.

-Η ανιψιά σου ξέρει πολλά πράγματα για την ηλικία της. Ίσως να πήγαιναν όλα καλά, αν ερχόταν μαζί μας. Δεν μπορούσα όμως να το διακινδυνεύσω. Εμείς έχουμε μάθει να έχουμε τις γυναίκες μας ασφαλείς. Καταλαβαίνω πόσο σου λείπει ένας γιος. Όλοι το καταλαβαίνουμε. Αν το Λευκό Φτερό ήταν άντρας, θα μπορούσε να γίνει μέχρι και αρχηγός, αλλά....
-Εντάξει, δε χρειάζεται να δικαιολογείσαι, φίλε μου. Λες να περίμενε εσάς το Λευκό Φτερό για να μάθει αυτά που της αρέσουν; απάντησε ενοχλημένος.
-Συγνώμη, δεν ήθελα να την προσβάλλω, ίσα ίσα, που εγώ....
-Καλά, μην το συνεχίζεις. Όποτε χρειαστείς παρέα στο κυνήγι, μου λες. Ο γιος σου έχει πολλά να μάθει ακόμη, απάντησε κοφτά το Γκρίζο Σύννεφο και πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Στο δρόμο, δυσάρεστες σκέψεις τον βασάνιζαν. Αν οι περισσότεροι σκέφτονταν όπως ο φίλος του, ίσως δεν ήταν καιρός να ορίσει διάδοχο ακόμη. Δύσκολα θα δέχονταν το Λευκό Φτερό σαν αρχηγό, παρά τις ικανότητές της. Ταυτόχρονα θυμόταν και τα λόγια του λύκου και το δίλημμά του ήταν μεγάλο. Ίσως αν ξαναπήγαινε στον καταρράκτη, να ξαναμιλήσει μαζί του;

Κι εκεί που είχε βυθιστεί στις σκέψεις του, ξαφνικά το άλογό του χλιμίντρισε, σηκώθηκε στα πίσω πόδια και το Γκρίζο Σύννεφο έπεσε στη γη. Το Γρήγορο Βέλος τράβηξε ενστικτωδώς το τσεκούρι του και το πέταξε μπροστά από το άλογο του φίλου του. Μια κόμπρα κομμένη στα δυο βρισκόταν μπροστά στο άλογο και το Γκρίζο Σύννεφο ήταν πεσμένο λίγο πιο πέρα. Χρόνια είχε να εμφανιστεί κόμπρα στα μέρη τους. Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν πανικόβλητοι.
-Σήκω, ανέβα στο άλογό μου, γυρίζουμε πίσω, είπε το Γρήγορο Βέλος, ενώ τον βοηθούσε να σηκωθεί. Το δικό σου δε θα ζήσει για πολλή ώρα.
-Το Λευκό Φτερό θα είναι αρχηγός μας από αύριο, του απάντησε οργισμένα το Γκρίζο Σύννεφο. Κι εσύ θα στέκεσαι δίπλα μου, όταν θα το ανακοινώνω. ΤΟ ΑΚΟΥΣΕΣ; ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ!
Το Γρήγορο Βέλος τα είχε χαμένα από την ξαφνική επίθεση, δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Ανέβηκαν στο άλογο και γύρισαν τρέχοντας. Το Γκρίζο Σύννεφο ήξερε ότι δεν έπρεπε να περιμένει άλλο, έπρεπε να κάνει ό,τι του είχε πει ο λύκος. Η κόμπρα ήταν προειδοποίηση από το Πνεύμα του Δάσους και δεν ήταν καλός οιωνός. Το Λευκό Φτερό θα έπαιρνε το χρίσμα το ταχύτερο. Στο κάτω κάτω, πότε κάποιος αρχηγός περίμενε να του εγκρίνουν την επιλογή διαδόχου;

Όταν πλησίαζαν στις καλύβες, κάποιοι – ανάμεσα σε αυτούς και το Λευκό Φτερό – πρόσεξαν ότι ενώ οι δυο άντρες είχαν φύγει με δύο άλογα, επέστρεψαν με ένα. Όταν το Γκρίζο Σύννεφο και το Γρήγορο Βέλος τους πλησίασαν αρκετά, κατέβηκαν από το άλογο και μαζί με το Λευκό Φτερό πήγαν στην καλύβα του Γκρίζου Σύννεφου.
-Από σήμερα το απόγευμα, θα ξέρουν όλοι ότι αρχηγός στο εξής θα είσαι εσύ, είπε αποφασιστικά το Γκρίζο Σύννεφο στην έκπληκτη ανιψιά του, ενώ το Γρήγορο Βέλος παρακολουθούσε σιωπηλός. Εσύ θα πεις σε όλους να μαζευτούν έξω από την καλύβα μου μόλις δύσει ο ήλιος, χωρίς να πεις άλλες λεπτομέρειες, είπε στο φίλο του,  οποίος έγνεψε συγκαταβατικά.
Έτσι και έγινε. Λίγο μετά τη δύση, το Γκρίζο Σύννεφο παρέδιδε στην ανιψιά του το τσεκούρι, που κουβαλούσε μαζί του πάντα, από τότε που τον έχρισε αρχηγό ο πατέρας του. Ήταν σύμβολο δύναμης και σοφίας κι εκείνη ήταν η πρώτη γυναίκα που το κρατούσε στα χέρια της και θα το παρέδιδε στον επόμενο αρχηγό. Κανένας από τους παρόντες δεν είπε λέξη, παρόλο που στα μάτια αρκετών ήταν ολοφάνερη η έκπληξη. Γυναίκα αρχηγός; Ας είναι. Ο καιρός θα έδειχνε αν το Γκρίζο Σύννεφο έκανε σωστή επιλογή, σκέφτονταν.
-Τι συνέβη; ρώτησε διστακτικά το Λευκό Φτερό όταν έφυγαν όλοι και έμεινε με το θείο της. Της φάνηκε πολύ απότομο αυτό που έγινε.
-Το Πνεύμα του Δάσους δε μου άφησε περιθώρια. Παλιά ο λύκος μου μιλούσε για τις καλύβες που κάποτε θα γίνουν στάχτη, τη γη που θα αφήσουμε πίσω μας και τις σκηνές που θα έχουμε για σπίτια. Τώρα δεν είπε τίποτα. Μόνο να βιαστώ. Δε φοβάμαι για σένα. Θα με δικαιώσεις.

Δυστυχώς, η δικαίωση θα ερχόταν πιο γρήγορα από ό,τι φαντάζονταν όλοι. Δυο μέρες μετά, το Γρήγορο Βέλος είχε ξυπνήσει νωρίς για να πάει με τη Μικρή Αρκούδα για ψάρεμα στο ποτάμι. Λίγο πριν το μεσημέρι, ακούστηκαν δυνατοί κρότοι, που όμοιούς τους δεν είχαν ξανακούσει. Πατέρας και γιος κρύφτηκαν σε κάτι θάμνους . Είδαν καμιά δεκαριά άγνωστους άντρες με αλλόκοτα ρούχα να σκοτώνουν ένα ελάφι σημαδεύοντας το με κάτι μεταλλικούς σωλήνες. Μετά πήραν το νεκρό ζώο και το μετέφεραν ανατολικά προς τη θάλασσα.

Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά, το Γρήγορο Βέλος και η Μικρή Αρκούδα επέστρεψαν γρήγορα για να ενημερώσουν και τους άλλους. Πώς θα μπορούσαν να περιγράψουν αυτό που είδαν; Δεν είχαν τόξα, βέλη ή μαχαίρια, είχαν άλλα όπλα, που σκότωναν από πολύ μακριά. Ήταν μόνο αυτοί οι λίγοι; Πώς θα τους αντιμετώπιζαν αν τους έβλεπαν να πλησιάζουν τις καλύβες; Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι έξω από την καλύβα του Γκρίζου Σύννεφου, το Γρήγορο Βέλος τους περιέγραψε ό,τι είχε δει και περίμενε να δει τις αντιδράσεις τους.
-Δεν έχουμε πολύ χρόνο, είπε το Λευκό Φτερό. Θα μαζέψει ο καθένας ό,τι χρειάζεται η οικογένειά του και θα πάμε δυτικά προς τον καταρράκτη.
-Και οι καλύβες μας; ακούστηκε μια φωνή μέσα από το πλήθος.
-Είναι σημαντικότερες από τις ζωές σας; απάντησε το Λευκό Φτερό. Πρέπει να εμπιστευτούμε το Πνεύμα του Δάσους. Αλλιώς θα χαθούμε όλοι.
-Η γη μας είναι εδώ, θα μείνουμε να πολεμήσουμε, ακούστηκαν κι άλλες φωνές, πιο οργισμένες αυτή τη φορά. Κάποιοι άρχισαν να λογομαχούν μεταξύ τους, άλλοι ήταν με το μέρος της καινούριας αρχηγού, άλλοι βρήκαν ευκαιρία να δείξουν την εχθρότητά τους. Κάποιος προσπάθησε να της επιτεθεί με μαχαίρι. Το Γαλάζιο Αστέρι τον είχε δει να μετακινείται ύπουλα και πρόλαβε να τον σταματήσει καρφώνοντάς του ένα βέλος στο πόδι.
-Σταματήστε όλοι! φώναξε το Γκρίζο Σύννεφο. Κανείς δε θα σας υποχρεώσει να αφήσετε τις καλύβες σας. Όσοι θέλετε να μείνετε, θα μείνετε. Οι υπόλοιποι θα κινηθούμε δυτικά. Υπό έναν όρο: Όποιος ακολουθήσει, σημαίνει ότι δέχεται το Λευκό Φτερό για αρχηγό.
Το πλήθος σιώπησε. Αρκετοί άρχισαν να διαλέγουν ό,τι τους ήταν απαραίτητο, ρούχα, τρόφιμα, οπλισμό. Μερικοί δεν το δέχτηκαν. Άρχισαν να ετοιμάζουν τα όπλα τους για να αντιμετωπίσουν τους άγνωστους επισκέπτες. Το Λευκό Φτερό ήθελε να τους αλλάξει γνώμη, αλλά το Γκρίζο Σύννεφο δεν την άφησε. «Δεν υπάρχει χρόνος για αυτό», της είπε και έκανε νόημα στο Γαλάζιο Αστέρι να τους ακολουθήσει μαζί με την οικογένειά του.

Πώς είναι να βλέπεις ανθρώπους δικούς σου να πορεύονται προς το θάνατο σαν υπνωτισμένοι και να αρνούνται κάθε βοήθεια; Πώς είναι να νιώθεις αδύναμος να αλλάξεις τη μοίρα τους, ενώ μέχρι πριν το χρίσμα, νόμιζες πως όποιος είναι αρχηγός είναι και παντοδύναμος; Έτσι ένιωθε το Λευκό Φτερό, καθώς ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τη γη που ήξερε για πατρίδα της, μαζί με όσους επέλεξαν να την ακολουθήσουν.

Έφτασαν στον καταρράκτη• μπροστά του τούς περίμενε ένα σμήνος από αετούς. Ένας πλησίασε το Λευκό Φτερό. Το είδωλο του καταρράκτη εμφανίστηκε ξανά. «Ανέβα στη ράχη του» της είπε και εκείνη το έκανε. Οι υπόλοιποι την είδαν και ακολούθησαν το παράδειγμά της. Το είδωλο εξαφανίστηκε και το σμήνος των αετών πέταξε ψηλά. Το Πνεύμα του Δάσους τους είχε σώσει.
Καθώς απομακρύνονταν, το Γκρίζο Σύννεφο και το Λευκό Φτερό έστρεψαν το βλέμμα τους στη γη που άφησαν. Είδαν τα καλύβια να καίγονται. Οι ξένοι με τα περίεργα όπλα είχαν επιτεθεί σε όσους αποφάσισαν να μείνουν πίσω. Θα κατάφερνε να γλιτώσει κανείς; Ποτέ δε θα μάθαιναν. «Το βλέμμα μπροστά», της είπε το Γκρίζο Σύννεφο. Έπρεπε να ξεχάσουν ό,τι ήξεραν μέχρι τότε. Θα ζούσαν αλλιώς. Δε θα είχαν πια καλύβες. Θα έμεναν σε σκηνές. Και όποτε κινδύνευαν, θα έφευγαν μαζί με αυτές. Έπρεπε να παραμείνουν ασφαλείς. Έπρεπε να ζήσουν.















Το παραμυθάκι αυτό συμμετείχε σε ένα διαγωνισμό διηγήματος φανταστικής λογοτεχνίας. Η φωτογραφία προέρχεται από τη σελίδα Water Falls:The Earthly Heavens

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου